Πρώτα είδα το μικρό ξανθό αγγελάκι. Το πρόσωπό του φυτεμένο ανάμεσα στις πλάκες του πεζοδρομίου, κάπου στο κέντρο της μικρής μας κωμόπολης. Είναι τόσο μικρό που δε θα το προσέξεις παρά μόνο αν εκείνη την ώρα που περπατάς τύχει να κοιτάξεις κάτω. Κομμάτια από κάποιο σπασμένο πιάτο σχημάτιζαν τα φτερά του και ένα μικρό πλαίσιο γύρω του. Μυστήριο. Ποιος να το έβαλε εκεί; Τι θέλει να θυμίσει στον διαβάτη; Λες να είναι για κάποιον που πέθανε, κάτι σαν τους σταυρούς στα σημεία των δρόμων που έγινε ατύχημα; Έσκυψα, έβγαλα φωτογραφία για να το ψάξω αργότερα. Ένας δυο περαστικοί με κοίταξαν με απορία.
Λίγες μέρες μετά είδα και την κυρία με το πορτοκαλί καπέλο. Σφηνωμένη κι αυτή ανάμεσα στις πέτρες του παλιού πεζοδρομίου, πάλι στο κέντρο. Με κοιτούσε ελαφρώς απορημένη, ίσως για το ότι κάποιος επιτέλους την πρόσεξε. Δίπλα της δύο γόπες από τσιγάρα περαστικών. Έσκυψα ξανά κι έβγαλα φωτογραφία. Αλλιώς πού να το πεις και πώς να σε πιστέψουν ότι εδώ στα βρωμερά πεζοδρόμια του κέντρου, ανάμεσα στα σκουπίδια και τις παλιές σπασμένες πλάκες, κάτι περίεργα, μικρά, πολύχρωμα προσωπάκια κοιτούν τους διαβάτες που τα προσπερνούν ή τα πατάνε, ανύποπτοι, αδιάφοροι και πάντα βιαστικοί.



