"Εκείνο που κυρίως καταναλώνουν σήμερα οι άνθρωποι είναι τηλεόραση. Και μέσα από την τηλεόραση καταναλώνουν, δι αντιπροσώπου βέβαια, τη φαντασίωση μιας ζωής που θα ήταν λεφτά, σεξ, εξουσία και βία" - Κορνήλιος Καστοριάδης, από παλαιότερη συνέντευξη στην Ελευθεροτυπία
Το γνήσιο και το πλαστό, η τέχνη και η αντιγραφή, η ζωή και ο θάνατος, ο αγώνας για επιβίωση και τα όριά του, η εξουσία και η υποταγή. “Οι παραχαράκτες” (Die Fälscher) του Αυστριακού Στέφαν Ρουζοβίτσκι είναι μια ταινία που περιγράφει εύθραυστες ισορροπίες ανάμεσα σε έντονες, αντίρροπες δυνάμεις. Και το κάνει με τρόπο αριστοτεχνικό και μαζί απολαυστικό. Με πανέμορφα πλάνα, εξαιρετικές ερμηνείες και μια ιστορία που σε κρατά καθηλωμένο από την αρχή μέχρι το τέλος.
Ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος έχει μόλις τελειώσει. Ο Σάλυ Σόροβιτς (τον οποίο υποδύεται ένας απίστευτος Καρλ Μάρκοβιτς) βρίσκεται στο Μόντε Κάρλο. Κάθεται μόνος στην παραλία και σκέφτεται. Πάει στο καζίνο βγάζει μια τσάντα δολάρια και αρχίζει να παίζει. Την ώρα που παίζει η μνήμη του γυρίζει πίσω, στα τελευταία 9 χρόνια που πέρασε σε ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Ο Σάλυ είναι εβραίος της Γερμανίας και είναι και καλλιτέχνης. Η τέχνη του στην οποία θεωρείται βασιλιάς είναι να πλαστογραφεί ταυτότητες, διαβατήρια, έγγραφα και χαρτονομίσματα. Το ταλέντο του θα γίνει το δικό του “διαβατήριο” που θα τον βγάλει από το Άουσβιτς και θα τον στείλει στο Ζάχσενχάουζεν. Εκεί τον βάζουν στην ειδική πτέρυγα με προνομιούχους κρατούμενους σχεδιαστές, γραφίστες, και τυπογράφους. Μαζί θα δουλέψουν για την επιχείρηση Μπέρναρντ, την παραχάραξη, δηλαδή, εκατομμυρίων τέλειων αντιγράφων λιρών και δολαρίων που θα βοηθήσουν το Γ’ Ράιχ αφενός να αγοράσει υλικά για τη συνέχιση του πολέμου, αφετέρου να προσπαθήσει να οδηγήσει τις οικονομίες της Βρετανίας και των ΗΠΑ σε κρίση.
Στην περίοδο που θα ακολουθήσει ο Σάλυ θα έρθει αντιμέτωπος με τη στυγνή δολοφονική εξουσία των ναζί, τις προτροπές συγκρατουμένων του να σαμποτάρουν τους ναζί με κίνδυνο να εκτελεστούν, αλλά και τις δικές του ηθικές αναστολές.
Στην συγκλονιστική ταινία συνυπάρχει η τραγωδία με το χιούμορ, η απόγνωση με την ελπίδα, η αποφασιστικότητα του Σάλυ να επιβιώσει με τον κλονισμό και τις κρίσεις. Ο Μάρκοβιτς είναι εκπληκτικός και τα κοντινά πλάνα στο φαινομενικά ψυχρό πρόσωπό του μένουν αξέχαστα. Στο βάθος υπάρχει και η μουσική που κυριολεκτικά σε στοιχειώνει. Ιδίως αφού ακούσεις την ατάκα ενός άλλου μη προνομιούχου κρατούμενου στο τέλος, λίγο πριν επιστρέψουμε στο Μόντε Κάρλο και το πολύ όμορφο φινάλε.
Η ταινία δεν χάνεται με τίποτα. Μια γεύση παρακάτω από το τρέιλερ.
Κλασική μουσική, έγχορδα αντιμέτωπα με μια τρομπέτα, ατμοσφαιρική ποπ, πιάνο, ινδικά μουσικά όργανα αλλά και μικρά παιχνίδια-πιανάκια συνεργάστηκαν αρμονικά την Παρασκευή στο Cirque Royal, τον ομολογουμένως πάρα πολύ όμορφο συναυλιακό χώρο της μικρής μας κωμόπολης, σε μια εκδήλωση γεμάτη εκπλήξεις. Πρώτη έκπληξη, μάλλον δυσάρεστη, το στήσιμο της συναυλίας που έφερνε πάρα πολύ σε κλασσική μουσική.
Μόλις το πάρεις όμως απόφαση ότι αυτή είναι η φόρμα που θα φας στη μάπα για όλη τη διάρκεια της βραδιάς, η αρχική δυσαρέσκεια δίνει σιγά σιγά τη θέση της στην περιέργεια φτάνοντας κάποιες φορές στην ευχαρίστηση και την απόλαυση. Πέραν της An Pierle της οποίας το παρόν (β)λόγιο είναι φανατικός οπαδός και η συμμετοχή της οποίας μας παρέσυρε να βγάλουμε εισιτήριο (13 ευρώ), στην εκδήλωση συμμετείχαν ο Pascal Comelade κομμάτια του οποίου είχα ακούσει παλιά στα CD συλλογές που έδινε μουσικό περιοδικό, και οι Franz Treichler, Koen Guisen, Erik Truffaz, Elise Gäbele, Boyan Vodenitcharov, Jean-Paul Dessy και L’Ensemble Musiques Nouvelles.
Στο τέλος τα αισθήματα ήταν ανάμικτα. Από τη μια πλευρά δεν ήταν αυτό που περίμενα για συναυλία Παρασκευή βράδυ, από την άλλη είχα την άισθηση ότι είχα δει κάτι πολύ ενδιαφέρον και ότι είχα ακούσει ορισμένους πάρα πολύ καλούς μουσικούς. Η πανέμορφη σχεδόν κυκλική αίθουσα ήταν κατάμεστη, ο κόσμος έμεινε μέχρι το τέλος (περίπου δύο ώρες) και χειροκρότησε θερμά τους μουσικούς. Μια ιδέα στο βιντεάκι παρακάτω που ανέβηκε κιόλας στο youtube.
Ακούω από το πρωί στο ραδιόφωνο εκτενέστατα αφιερώματα στον Χριστόδουλο που πέθανε σήμερα το πρωί. Περισσεύουν τα φορτισμένα αποσπάσματα από ομιλίες του, οι έπαινοι των πολιτικών και οι ύμνοι των δημοσιογράφων που κλήθηκαν να “ντύσουν” τα ραδιοφωνικά αφιερώματα. Τα ίδια και στην τηλεόραση με επιπλέον στοιχείο τη μακάβρια εικόνα του προσώπου του νεκρού που εκτίθεται σε προσκύνημα.
Ο τεθνεώς δεδικαίωται; Δε νομίζω. Ένας άνθρωπος πέθανε κι αυτό είναι από μόνο του άσχημο. Δεν δικαιώνει όμως κανέναν ο θάνατος, ούτε τους φίλους ούτε τους αντίπαλους. Με πεθαμένους εξάλλου δεν υπάρχουν ούτε διαφωνίες ούτε καυγάδες. Έτσι, για τον ίδιο τον Χριστόδουλο δεν έχω να πω τίποτα, πλέον, εκτός από κρίμα για τον άνθρωπο και για την ταλαιπωρία που πέρασε.
Για την πολιτεία όμως και τις επιλογές της μπορεί κανείς να πει πολλά. Εθνικό πένθος, σημαίες μεσίστιες σε δημόσια κτίρια, κηδεία με τιμές αρχηγού κράτους, για το θάνατο αρχηγού εκκλησίας; Αυτό δεν είναι απλώς απόδοση τιμών - είναι μερική υποχώρηση του κοσμικού κράτους δικαίου προς όφελος της θεοκρατίας έστω και με την πιο επικοινωνιακή και ποπ μορφή της.
Στη δημοκρατική πολιτεία δεν κυβερνά ο κλήρος αλλά ο λαός ασχέτως θρησκευτικών, ιδεολογικών, αθλητικών και άλλων πεποιθήσεων. Δεν υπάρχει ποίμνιο αλλά πολίτες. Δεν υπάρχει κανένα μοναδικό και δήθεν αλάθητο βιβλίο με κανόνες αλλά πολλοί σκόρπιοι κανόνες γεμάτοι σφάλματα που τροποποιούνται συνεχώς μπας και γίνουν καλύτεροι. Οι εκπρόσωποι του λαού δεν είναι μια ισόβια αναπαραγόμενη ελίτ ρασοφόρων αλλά πολίτες που εκλέγονται για περιορισμένο χρονικό διάστημα με περιορισμένη εντολή και μπορούν να καθαιρεθούν από τους πολίτες.
Σε μια τέτοια αστικού τύπου κοινοβουλευτική δημοκρατία φαινόμενα προσωπολατρείας μπορεί να είναι γραφικά, ή απλώς ακόμα ένα κομμάτι της τοπικής ποπ κουλτούρας. Αν αποτελέσουν επιλογή της κυβέρνησης -ιδιαιτέρως βολική για να ξεχαστούν άλλες πιο σκοτεινές ιστορίες- τότε η κυβέρνηση έχει σοβαρό πρόβλημα. Κι αν δεν έχει η κυβέρνηση το πρόβλημα, τότε το έχει η δημοκρατία.
Το σαλόνι αυτοκινήτου είναι κάθε Ιανουάριο. Μια τεράστια έκθεση αστραφτερών μοντέλων και ιδεών για μελλοντικά ακόμα πιο αστραφτερά μοντέλα. Σε αυτήν την ιδιότυπη πασαρέλλα τα μοντέλα είναι από πλαστικό, γυαλί και μέταλλα και παραμένουν ακίνητα. Ο κόσμος είναι αυτός που κινείται γύρω τους, τα περιεργάζεται, φωτογραφίζεται μαζί τους και καμμια φορά αγοράζει το δικαίωμα να κυκλοφορήσει με κάποιο από αυτά.
Την Πέμπτη ήταν η μέρα που η έκθεση έμενε ανοιχτή μέχρι τις 10. Η ώρα βόλευε, οι δωρεάν προσκλήσεις (κανονικό εισιτήριο 12,50 ευρώ - σιγά μην τα δίναμε) βρέθηκαν σχετικά εύκολα, πήραμε λοιπόν το … μετρό και φτάσαμε στο Χέιζελ, στο χώρο της Έξπο που φιλοξενούσε και φέτος το σαλόνι.
Κόσμος, πάρα πολύς κόσμος συνωστιζόταν στα καμμια δεκαριά περίπτερα της έκθεσης. Οι μεγαλύτερες ουρές ήταν γύρω από ακριβά και λαμπερά μοντέλα τύπου Φεράρι αλλά και μπροστά στα λουκανικάκια και τις πατάτες που πουλούσαν οι καντίνες στα ενδιάμεσα των περιπτέρων. Προτιμήσαμε τη δεύτερη. Μερικά λεπτά αργότερα και με το λουκανικάκι (μαζί με το βρασμένο ξινό λάχανο) να είναι ήδη μια πολύ γλυκιά ανάμνηση, προσπεράσαμε με χαρακτηριστική άνεση δεκάδες σταντ αυτοκινήτων για να φτάσουμε στα τελευταία και πιο ενδιαφέροντα περίπτερα, αυτά των δικύκλων.
Κι εδώ οι ουρές ήταν γύρω από βολικά εκθέματα, δηλαδή γύρω από μηχανές που δεν με ενδιέφεραν καθόλου. Από τη μια πλευρά δεκάδες πιτσιρικάδες συνωστίζονταν να ανέβουν σε κάτι μοτοσυκλέτες γεμάτες γωνίες, πλαστικό και δήθεν αγριάδα. Από την άλλη, δεκάδες μεσήλικα στελέχη περιτριγύριζαν κάτι τεράστιες Χάρλεϊ και άλλα χαρλεϊδοειδή που υπόσχονταν να γεμίσουν συγκινήσεις τα Κυριακάτικα απογεύματά τους.
Κολλημένος με τις παλιές καλές “γυμνές” μηχανές δρόμου, μπορώ να πω ότι στην αρχή ψιλοαπογοητεύτηκα με το ότι εταιρίες σαν την Kawasaki και τη Suzuki φαίνεται να έχουν εγκαταλείψει πλέον οριστικά το είδος. Μια-δυο γύρες έφταναν για να δει κανείς πως μόνο σε δύο περίπτερα υπήρχε ελπίδα για κάτι καλό - σε αυτά της Triumph και της Moto Guzzi.
Από τα μοντέλα της Triumph αυτά που με ενδιέφεραν (όπως αυτό στη φωτό επάνω) ήταν πολύ όμορφες αναβιώσεις με κλασική γραμμή αλλά νέα τεχνολογία. Μου άρεσαν πολύ, κατέληξα όμως ότι μου δημιουργούν ένα πολύ συγκεκριμένο πρόβλημα. Μου ζητούν να δώσω ένα σωρό παραπάνω χρήματα για κάτι που με διαβεβαιώνουν ότι θα ξυπνήσει μέσα μου αναμνήσεις - τις οποίες όμως δεν έχω, έτσι κι αλλιώς. Μένει έτσι μόνο η Moto Guzzi και συγκεκριμένα τα μοντέλα Nevada και Breva. Αν λοιπόν κάποιος φίλος ή φίλη ξέρει κάτι παραπάνω γι αυτά ας γράψει δυο κουβέντες - κατά προτίμηση πριν ενθουσιαστώ εντελώς και πάρω την απόφαση να χρεωθώ…