Στα έξι και κάτι χρόνια που είμαι εδώ στη μικρή μας κωμόπολη έχω δει πολλές διαδηλώσεις στην πλατεία Σουμάν, την καρδιά της γειτονιάς με τα ευρωπαϊκά όργανα. Καμμία διαδήλωση όμως δεν ήταν τόσο οργισμένη σαν τη σημερινή που κατέληξε στις βίαιες συγκρούσεις ψαράδων από τη Γαλλία και την Ιταλία, με την αστυνομία.
Οι διαδηλωτές ήθελαν να διαμαρτυρηθούν για την αυξημένη τιμή του πετρελαίου που χρησιμοποιούν ως καύσιμο στα αλιευτικά σκάφη τους και να διαδηλώσουν στην πλατεία Σουμάν. Συναντήθηκαν με εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και ζήτησαν ελαφρύνσεις και χρήματα για να αντισταθμίσουν τις απώλειες. Η ΕΕ τους είπε με λίγα λόγια ότι δεν γίνεται τίποτα κι οι ψαράδες διεμήνυσαν ότι δε φεύγουν αν δεν ικανοποιηθουν τα αιτήματά τους. Η αστυνομία τους εμπόδισε να μπουν στην πλατεία Σουμάν αναπτύσσοντας εκατοντάδες πάνοπλους, σιδερόφρακτους αστυνομικούς. Οι φήμες έλεγαν πως καμμια 45ριά λεωφορεία επρόκειτο να φτάσουν αργότερα προσθέτοντας περίπου 2500 διαδηλωτες από Πορτογαλία, Ισπανία, Γαλλία και Ιταλία, στους 200 που είχαν καταλάβει την οδό Λουά από το πρωί.
Τι συνέβη τελικά και τι όχι; Οι ενισχύσεις των διαδηλωτών δεν έφτασαν ποτέ. Άλλες φήμες λένε ότι η βελγική αστυνομία σταμάτησε τα πούλμαν στις παρυφές της μικρής μας κωμόπολης. Στη 1.20 η αστυνομία επιτέθηκε στους ψαράδες για να καθαρίσει την πλατεία και να την παραδώσει ξανά στην κίνηση. Οι ψαράδες απάντησαν με καταιγισμό φωτοβολίδων. Δεκάδες βολίδες εκτοξεύτηκαν σχεδόν ταυτόχρονα προς την αστυνομία και τα κοινοτικά κτίρια.
Οι βολίδες προκάλεσαν λίγες ζημιές (τρία τζάμια του νέου κτιρίου LEX του Συμβουλίου) και πανικό στους ευρωυπαλλήλους. Ο πανικός εντάθηκε από τις αλληλοαναιρούμενες οδηγίες που έδινε η ευρωγραφειοκρατία στους υπαλλήλους της για το πώς έπρεπε να αντιδράσουν και από τους σεκιουριτάδες που κλείδωσαν τον κόσμο μέσα και δεν άφηναν σχεδόν κανέναν να μπει ή να βγει. Εντάθηκε επίσης και από την πληροφορία ότι οι διαδηλωτές είχαν αρχίσει επιθέσεις κατά παρκαρισμένων αυτοκινήτων. Πολλοί υπάλληλοι φτάνοντας το πρωί στη δουλειά τους είχαν βρει τα γκαράζ κλειστά “για λόγους ασφαλείας” και είχαν παρκάρει όπου βρήκαν, έξω στο δρόμο. Τελικά ένα αμάξι (φωτό επάνω) την πλήρωσε. Το αναποδογύρισαν οι ψαράδες στην προσπάθειά τους να μπλοκάρουν την “επέλαση” των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας και των βυτιοφόρων με τα κανόνια νερού.
Οι ψαράδες ξήλωσαν επίσης το πεζοδρόμιο σε αρκετά σημεία του (φωτό κάτω) και πήραν τις πέτρες τις οποίες εκτόξευσαν κατά αστυνομικών (φωτό επάνω) αλλά κυρίως κατά ευρωκτιρίων. Οι ψαράδες δεν ενόχλησαν και δεν χτύπησαν κανέναν περαστικό ή περαστικό όχημα. Αδιαφόρησαν ακόμα και για τους όχι λίγους ευρωυπαλλήλους που είχαν ξεμείνει έξω στο δρόμο και κοιτούσαν σα χάνοι σφίγγοντας με δύναμη στο στήθος τους κάτι βαρυσήμαντους φακέλλους. Ξήλωσαν κι έναν δυο στύλους με πινακίδες του δρόμου και με αυτούς άρχισαν να σπάνε φανάρια κυκλοφορίας και μια δυο βιτρίνες καταστημάτων (το ένα ήταν τράπεζα). Χρησιμοποίησαν, βολίδες, πέτρες, ξύλα, έψαλλαν τη Μασσαλιώτιδα και δε φορούσαν μαντήλια. Αντιθέτως στα πρόσωπά τους καθρεφτιζόταν μια απίστευτη οργή που όμοιά της είχα να δω πάρα πολύ καιρό.
Είδα μεταξύ άλλων, μια 35χρονη Γαλλίδα, με όψη νεαρής μαμάς, να περνά μπροστά μου και να κατευθύνεται μαζί με δύο συντρόφους της προς τους δεκάδες αστυνομικούς της πρώτης γραμμής κρατώντας ένα ξύλινο λοστάρι στο ένα χέρι και τρεις κοτρώνες στο άλλο.
Η αστυνομία δε χρησιμοποίησε δακρυγόνα, επιτέθηκε δύο φορές και στην ουσία πρώτα διέσπασε τους ψαράδες σε τρεις ομάδες και μετά άρχισε να κάνει εκκαθαρίσεις περικυκλώνοντας την κάθε ομάδα ξεχωριστά. Στο τέλος είδα να συλλαμβάνουν έναν 50χρονο μπροστά μου και καμμια 20ριά ψαράδες (κυρίως νεαρούς) στο τέλος. Τον 50χρονο τον συνέλαβαν ασφαλίτες με πολιτικά και μια κορδέλα πορτοκαλί στο μανίκι. Έμοιαζε με σκηνικό από το “Μίσος” του Ματιέ Κασοβίτς. Τον έσυραν μέχρι ένα περιπολικό και εκείνος δε διαμαρτυρόταν, μόνο κοιτούσε γύρω. Ήταν λευκός, αδύνατος, ηλιοκαμμένος. Ένοιωσα άσχημα κυριως επειδή βρέθηκε ένας άνθρωπος τόσο μόνος του αιχμάλωτος τόσων αντιπάλων. Τουλάχιστον οι 20 είχαν τους συντρόφους τους.
Αργά το απόγευμα οι δυνάμεις ασφαλείας επιβεβαίωσαν τη νίκη τους και παρέδωσαν το δρόμο στην κυκλοφορία. Έμειναν τα συνθήματα, οι πληγές στα πεζοδρόμια, η καμμένη σε πολλά σημεία άσφαλτος και κάποια σπασμένα τζάμια να θυμίζουν αυτήν την πρώτη μάχη για την πλατεία Σουμάν. Έμεινε και το σοκ σε κάποιους ευρωυπαλλήλους που αρνούμενοι να καταλάβουν ρωτούσαν τον εαυτό τους και συναδέλφους τους: “μα τι κάναμε και μας αντιπαθούν έτσι;” Έμειναν βέβαια και τα δελτία ειδήσεων που βρήκαν την ευκαιρία να προβάλουν εικόνες με συγκρούσεις και ταραχές χωρίς να απαντάνε ούτε στο ερώτημα αυτό ούτε σε κανένα άλλο.
Σ’ εμένα έμεινε κυρίως η εικόνα της οργής. Μιας οργής γνήσιας, βαθειάς, που δεν άργησε να τροφοδοτήσει τη βία, ιδίως όταν η αστυνομία αποφάσισε να επέμβει. Μαζί της έμεινε και μια αίσθηση πως όχι μόνο δεν είδαμε ακόμα την τελευταία πράξη, αλλά κιόλας πως το δράμα θα διανύσει πολύ δρόμο μέχρι την κορύφωσή του.






