Λίγες ώρες πριν ανακοινωθούν τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος στην Ιρλανδία για τη συνθήκη της Λισαβόνας και ενώ στην Ελλάδα έχει ήδη ξεσπάσει έντονη πολιτική διαμάχη για το ίδιο θέμα, ας δούμε σε λίγες γραμμές για ποιο λόγο το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα έπρεπε να κριθεί σε δημοψηφίσματα σε όλα τα κράτη μέλη και όχι μόνο στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένωση κυρίαρχων κρατών. Αυτά τα κυρίαρχα κράτη έχουν παραχωρήσει ορισμένες από τις αρμοδιότητές τους στην ΕΕ, ορισμένοι μάλιστα μιλούν για μεταβίβαση μέρους της κυριαρχίας. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι τα θέματα που έχουν να κάνουν με τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς τα οποία πλέον ρυθμίζονται κατά κύριο λόγο από τις Βρυξέλλες.
Μεταβίβαση στην ΕΕ περισσότερων αρμοδιοτήτων δεν μπορεί να γίνει χωρίς να ερωτηθεί ο κυρίαρχος λαός στο όνομα του οποίου το κράτος ασκεί παραδοσιακά αυτές τις αρμοδιότητες. Επειδή πρόκειται για σημαντικά πράγματα που άπτονται δικαιωμάτων και ελευθεριών, όπως και στην αναθεώρηση του Συντάγματος, ο κυρίαρχος λαός πρέπει να κληθεί να τοποθετηθεί άμεσα και όχι δια αντιπροσώπων.
Η συνθήκη της Λισαβόνας περιέχει δεκάδες νέες ρυθμίσεις μεταξύ των οποίων άλλες ενισχύουν το ρόλο εθνικών οργάνων, π.χ. των Κοινοβουλίων, άλλες πάλι ενισχύουν το ρόλο κοινοτικών οργάνων, όπως του Συμβουλίου και της Επιτροπής. Μεταξύ των τελευταίων είναι και η αντικατάσταση του βέτο από την ενισχυμένη πλειοψηφία σε διάφορα θέματα, όπως τα θέματα δικαιοσύνης και ασφάλειας.
Αντικατάσταση του βέτο σημαίνει πως η εκλεγμένη από τον λαό κυβέρνηση παύει πια να έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να ρυθμίσει ένα θέμα καθώς στο εξής αυτό θα ρυθμίζεται από τις Βρυξέλλες ή τους εταίρους όλους μαζί με απόφαση κατά πλειοψηφία. Αυτή και μόνο η αλλαγή αρκεί για να οδηγήσει την ιστορία σε δημοψήφισμα. Σε αυτό το δημοψήφισμα οι αρχές έχουν την υποχρέωση να εξηγήσουν με σαφήνεια τα υπέρ και τα κατά πριν ζητήσουν από τους πολίτες ν’ αποφανθούν. Και οι πολίτες έχουν την υποχρέωση να ενημερωθούν πριν ψηφίσουν.
Οι Ιρλανδοί, ασχέτως του αποτελέσματος που θα προκύψει το έκαναν. Η ελληνική κυβέρνηση (και ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης) θεώρησαν πως οι Έλληνες δεν πρέπει να ερωτηθούν. Φοβήθηκαν, θεώρησαν τους ψηφοφόρους ανέτοιμους, ανώριμους, έκριναν τη συνθήκη πολύ μπερδεμένη; Κάποιο από αυτά ή όλα μαζί; Σε κάθε περίπτωση έκαναν λάθος. Και δυστυχώς οι Ιρλανδοί σήμερα ψηφισαν για όλους μας.

13 Ιουνίου, 2008 σε 8:26 πμ
Τυπική αστικοδημοκρατική άθροιση: Πρώην πρωθυπουργός Σημίτης, ψηφισμένος από τρία εκατομμύρια πολίτες + τωρινή εκλεγμένη δημοκρατικά στις αστικές κάλπες κυβέρνηση από τρία εκατομμύρια επίσης = Αυτοί ξέρουν.
Εχουμε μπει σε μια πολύ ενδιαφέρουσα πολιτική περίοδο, όπου όλα μπορούν να συμβούν.
13 Ιουνίου, 2008 σε 8:53 πμ
Αναρωτιέμαι, πάντως, και το καταθέτω ως προβληματισμό: υπάρχει και η “θετική” πλευρά; Αυτή η διαδικασία θα μπορούσε να επιταχύνει τον συντονισμό των εργαζομένων της Ευρώπης και την κοινή τους δράση, κάνοντας ένα παραπάνω βήμα προς την εργατική υπέρβαση των συνόρων (το εθνικό κράτος παρόλα αυτά παραμένει το κύριο “γήπεδο” διεξαγωγής της πάλης);
13 Ιουνίου, 2008 σε 1:02 μμ
Δεν θα περάσει, μάλλον.
16 Ιουνίου, 2008 σε 12:50 πμ
@ Manos
Κι εγώ το ίδιο πιστεύω, πως δηλαδή είμαστε στην αρχή ακόμα μιας ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας περιόδου τοσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.
@ Stelios
Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο η απάντηση στο ερώτημα που θέτεις έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία. Ο συντονισμός και η κοινή δράση των εργαζομένων (και ανέργων) σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποτελεί βασική προϋπόθεση για να μπορέσουμε να παλέψουμε αποτελεσματικά ενάντια στις ήδη συντονισμένες και δικτυωμένες με την ΕΕ εταιρίες.
16 Ιουνίου, 2008 σε 12:51 πμ
Για το αν θα περάσει, οι αμέσως επόμενες μέρες θα δείξουν. Διαδηλώσεις από την Τετάρτη στη μικρή μας κωμόπολη και από Πέμπτη, όλος ο θίασος επί σκηνής να θρηνεί την “αδικοχαμένη” συνθήκη…
17 Ιουνίου, 2008 σε 12:05 μμ
(πάλι) μας έσωσαν οι Ιρλανδοί!
18 Ιουνίου, 2008 σε 11:02 πμ
[...] το δημοψήφισμα της Ιρλανδίας βλ.: http://tribes.wordpress.com/2008/06/12/lisbon-treaty/ [...]
18 Ιουνίου, 2008 σε 4:03 μμ
Η διεξαγωγή δημοφίσματος σε μία μικρομεσαία χώρα είναι έξυπνη και βολική κίνηση. Παρέχει κάποια εχέγγυα νομιμοποίησης (λαϊκή ετυμηγορία) χωρίς να διακυβεύονται πολλά (ο Πρόεδρος ήδη την πρώτη μέρα αναφέρθηκε στα δολώματα που πρέπει να προσφερθούν για να λήξει το θέμα)
18 Ιουνίου, 2008 σε 10:16 μμ
Για μας το κάνουν, για να μη μας τραβολογάνε πάλι σε ταξίδια τύπου εκλογών και κουραζόμαστε…Έχει και ζέστες, πού να τρέχουμε στα χωριά!
Εξάλλου, φοβούνται πως θα καταψηφιζόταν η συνθήκη -ή, μάλλον, είναι σίγουροι…
19 Ιουνίου, 2008 σε 1:31 πμ
@ Krot
Επιτέλους, λίγο ενδιαφέρον σε μια εντελώς άχαρη διαδικασία!
@ Μαύρο Χάλι
Καλώς τον κι ευχαριστώ για την παραπομπή
@ Herr K.
Να δούμε αν θα τσιμπήσει η χώρα στο δόλωμα του προέδρου και των άλλων…
@ Konstantinos
Η Βουλή πάντως αποφάσισε με 152 ψήφους πως οι πολίτες δε χρειάζεται να ερωτηθούν. Αυτοί ξέρουν…
22 Ιουνίου, 2008 σε 2:15 μμ
[...] Τούτη τη φορά, όμως λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο, γιατί ο Ιρλανδός πρωθυπουργός αρνήθηκε προς το παρόν, αντιλαμβανόμενος προφανώς πως το κλίμα δεν είναι ευνοϊκό -και συναισθανόμενος μάλλον πως δεν είναι δυνατόν, κάθε φορά που ένα δημοψήφισμα δεν αποφασίζει αυτό που θέλουμε, να οργανώνουμε ένα ακόμα δημοψήφισμα, προκειμένου να καταλήξουμε με το ζόρι στο επιδιωκόμενο! Από κοντά σιγοντάρισε και ο ευρωσκεπτικιστής Τσέχος πρωθυπουργός, που δήλωσε με αρκετή σαφήνεια πως θα πρέπει το Σύμφωνο να επανεξεταστεί. Από την άλλη, ο Μπαρόζο, με περισσό θράσσος, πρότεινε να συνεχιστεί η διαδικασία επικύρωσης από τα υπόλοιπα κράτη μέλη -δηλαδή από τα υπόλοιπα κοινοβούλια-, ασχέτως του ιρλανδικού όχι, κάτι που θα έφερνε σε δύσκολη θέση αρκετούς (όπως πχ την Κύπρο), και που πάντως δεν αποφασίστηκε. Ούτως ή άλλως, για να εφαρμοστέι η Συνθήκη χρειάζεται να έχει επικυρωθεί και από τους 27: η πονηριά της Επιτροπής έγκειται στο εξής: ας συνεχίσει η διαδικασία κανονικά, και αφού θα έχει επικυρωθεί από τους 26, στριμώχνουμε τους Ιρλανδούς στη γωνία για να ξανακάνουν ένα δημοψήφισμα και να τελειώνουμε πια. [Πολύ καλά τα λέει και ο Chumba εδώ]. [...]
24 Ιουνίου, 2008 σε 1:53 μμ
Merci για την παραπομπή και τα καλά λόγια. Ασφαλώς προσυπογράφω όσα λες.