Περιμένοντας (ματαίως) τον Βουτσινά

Το εκκλησάκι πάνω από την παραλία της αγίας Άννας πρέπει να φιγουράρει στις αναμνηστικές φωτογραφίες εκατοντάδων χιλιάδων Γάλλων που επισκέφτηκαν την Αμοργό εντυπωσιασμένοι από το “Απέραντο Γαλάζιο” του Λικ Μπεσόν. Το παρόν (β)λόγιο επισκέφτηκε την τοποθεσία, τη φωτογράφησε και την παρουσιάζει στους πιστούς καλοκαιρινούς αναγνώστες του με τον γνήσιο παραδοσιακό τρόπο – με φόντο το μπλε και τον βράχο. Περισσότερο φολκλόρ σε λίγο. Μέχρι τότε βουτιές στο βαθύ, βαθύτατο μπλε από τα πολύ αληθινά βραχάκια ενός απίστευτα όμορφου και φιλόξενου νησιού.

Αναρτήθηκε στις Αμοργός, Ελλάδα. Leave a Comment »

Εμένα αφήστε με εδώ…

Στον Ποταμό, όπου και συννέφιασε και φύσηξε και έβρεξε,  …

στην Καλάνδρα, όπου ευτυχώς δεν ίσχυσε έστω και για μια μόνο φορά το να μην κάνεις μπάνιο μετά από τσίπουρα, μπύρες, παντσέτες, λουκάνικα, κρασιά, καζάν ντιπί και προφιτερόλ τούρτα (γενεθλίων)…

στο Λαιμό, στη σκια του σπιτιού κάποιου ασήμαντου…

στη Βουλιαγμένη όπου η Aka μας άνοιξε τα μάτια δείχνοντάς μας “πριβέ” παραλίες με βραχάκια

στην Αμοργό, μια νησιώτικη αιγεοπελαγίτικη Μάνη…

όπου ακόμα ανακαλύπτουμε καινούριες παραλίες.

Αναρτήθηκε στις Ελλάδα, εποχιακά. 5 σχόλια »

Λίγο πριν το ταξίδι

Καλή κουβέντα για τη μικρή μας κωμόπολη δύσκολα λέω. Τι δύσκολα - ούτε με βασανιστήρια. Κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών ο οποίος είναι κάτι το άγνωστο, σχεδόν μυστηριώδες, για τους ντόπιους. Σήμερα όμως πρέπει να κάνω μια εξαίρεση. Όπως εξαιρετική ήταν και η περίπτωση που μου έτυχε.

Όλα ξεκίνησαν όταν ο βετεράνος των δρόμων, ο φόβος και ο τρόμος των τροχόμπατσων, ο άξιος διάδοχος του μπατμομπίλ, το αυτοκίνητό μου δηλαδή, αποφάσισε να μου κάνει πρωί πρωί μια εκπληξούλα. Το καπό του πορτ μπαγκάζ, εκεί όπου είχαμε μόλις φορτώσει σάκους, σλίπινγκ μπαγκ, μπαλίτσες και λοιπές αποσκευές, αρνήθηκε να κλείσει. Όχι από τα πράγματα. Φέτος ταξιδεύουμε μάλλον ελαφριά. Το καπό απλώς δεν έκλεινε. Έφτανε μέχρι κάτω, η κλειδαριά όμως δεν μάγκωνε. Τρεις ώρες πριν ξεκινήσουμε το μεγάλο ταξίδι για την πόλη των πόλεων!

Πανικός - πώς διασχίζεις έξι χώρες με το καπό κλεισμένο με κολλητική ταινία; Αποφάσισα να δοκιμάσω την τύχη μου στο συνεργείο. Είχα δύο επιλογές. Ο ημιπαράνομος Ιταλός μάστορας που μου το περνάει όμορφα και με στυλ από το τοπικό ΚΤΕΟ ή το σούπερ συνεργείο που συνεργάζεται με την ασφαλιστική εταιρία και που έκανε δύο μήνες να μου το φτιάξει όταν με τράκαρε πέρυσι ένας Γάλλος τρόμπας. Δεδομένου ότι η επισκευή περιελάμβανε και το καπό του πορτ μπαγκάζ, είπα να πάω στο συνεργείο, μπας και φιλοτιμηθούν.

Αφού πέρασα δύο μποτιλιαρίσματα, το ένα λόγω των αιώνιων έργων στο δρόμο, έφτασα στον “γιατρό” γεμάτος αγωνία για τη διάγνωση. “Μμμμ, μεσιέ υπάρχει πρόβλημα”, ήταν η ανάλυση του Άραβα μάστορα που είχε την καλοσύνη να εξετάσει αμέσως τον “ασθενή”. “Η κλειδαριά έχει χαλάσει”.

“Πήρα τηλέφωνο για ανταλλακτικό και θα μας απαντήσουν σε πέντε λεπτά”, με διαβεβαίωνε λίγο αργότερα ο Βέλγος υπάλληλος που είχε αναλάβει την υπόθεσή μου. Το μέλλον διαγραφόταν πιο σκοτεινό και από τον καλοκαιρινό ουρανό της μικρής μας κωμόπολης. Τι ανταλλακτικό να βρεις για αυτοκίνητο αγγλικής εταιρίας που πτώχευσε και έκλεισε πριν μερικά χρόνια για να ξανανοίξει πρόσφατα στην Κίνα χωρίς να παράγει όλα τα μοντέλα (σωστά το μαντέψατε, ούτε το δικό μου).

“Δεν το ξαναβλέπεις, μήπως γίνεται τίποτα;” είπε ο Βέλγος στον Άραβα. Και το ξαναείδε. Ξεβίδωσε την κλειδαριά, την αποσύνδεσε από τα διαβολικά καλώδια που τη συνδέουν με το σύστημα κλειδώματος, την έβγαλε (όλα αυτά φαίνονται πραγματικά πάρα πολύ εύκολα όταν τα βλέπεις), και άρχισε να την περνάει διάφορα σπρέι και λιπαντικά. Την ξανάβαλε στη θέση της, τη δοκίμασε και … λειτούργησε!

Να μην τα πολυλογώ, μετά από παραμονή μόλις 25 λεπτών στο “ιατρείο”, ο ασθενής ήταν και πάλι περδίκι! “Τι χρωστάω παιδιά;” ρώτησα ξεχειλίζοντας από ευγνωμοσύνη. “Τίποτα, μόνο ένα χαμόγελο. Καλές διακοπές”, ήταν η απάντηση. Χαμογέλασα, άφησα φιλοδώρημα στον μάστορα και τον υπάλληλο και έφυγα προσπαθώντας να συνέλθω από την ταραχή αλλά και την έκπληξη. Στο Βέλγιο, όχι μόνο μου επισκεύασαν μια βλάβη αμέσως, αλλά δε με χρέωσαν κιόλας!

Οι εκπλήξεις του πρωινού ολοκληρώθηκαν φτάνοντας στο γραφείο όπου, παρά το προχωρημένο της ώρας, βρήκα και πάρκινγκ. Στη γωνία βέβαια που θέλει μανούβρα για να το βάλεις και ως γνωστόν οι ντόπιοι δεν τα πάνε καλά ούτε με το παρκάρισμα ούτε με τις μανούβρες. Πράγμα που σου δίνει στρατηγικό πλεονέκτημα, ιδίως αν έχεις μεγαλώσει στην Ανάληψη όπου μαθαίνει από μικρός να το παρκάρεις και σε κλαδί δέντρου – αν το βρεις.

Κι έτσι όλα είναι έτοιμα. Σε λίγα λεπτά κλείνω το μαγαζί και την κοπανάμε για έναν μηνάκο. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει Θεσσαλονίκη (φυσικά), Αμοργό, Νάξο και Μάνη. Το παρόν (β)λόγιον, το οποίο υπολειτούργησε τον τελευταίο καιρό λόγω τρεξίματος, θα παραμείνει ανοιχτό και θα ανανεώνεται όποτε βρίσκουμε κούτρα σύνδεση. Καλό καλοκαίρι.

Έξι μηχανές που έγιναν εφτά

Με αφορμή την, μακαριστή πλέον, Panasonic Lumix DMC LC5 που χάθηκε πρόσφατα κατά την εσπευσμένη έξοδο από τραίνο, θυμήθηκα τις φωτογραφικές μηχανές που είχα κατά καιρούς. Είναι ένας κατάλογος μικρός αλλά αρκετά χαρακτηριστικός τόσο από την άποψη της τεχνολογίας όσο και της οικονομικής κατάστασης. Από τα χρόνια της γενικής αφραγκίας με μηχανές δώρα μέχρι τις αγορασμένες ευκαιρίες των τελευταίων ετών μεσολάβησαν κάπου 25 χρόνια (ένα τέταρτο του αιώνα!) στα οποία χρησιμοποίησα εφτά μηχανές και γνώρισα κάμποσους μάστορες οι περισσότεροι εκ των οποίων αποδείχτηκαν εντελώς άχρηστοι.

Όλα ξεκίνησαν στην αυγή της δεκαετίας του ‘80 όταν στην κλήρωση σχολικής λαχειοφόρου των μεγάλων τάξεων, κέρδισα το εξίσου μεγάλο δώρο: την πρώτη μου φωτογραφική μηχανή. Ήταν μια αγγλικής κατασκευής πλαστική (για την εποχή μια χαρά υλικό που κανείς δε σνομπάριζε) Kodak Instamatic 76X (φωτό κάτω από την ιαπωνική ιστοσελίδα http://www.cazuki.com/) με χαρακτηριστικό πλακέ μεταλλικό κουμπί για τις φωτό. Η μηχανή έπαιρνε φιλμ κασετίνα “126″ και φλας σε κύβο, αυτόν που γύριζε για να ανάψει κάθε φορά και μια πλευρά του κατά τρόπο ανεξήγητο και μάλλον θαυματουργό καθότι δεν η μηχανή δεν είχε μπαταρίες.

Η Kodak κράτησε αρκετά χρόνια και είναι υπεύθυνη για αρκετές κακοφωτισμένες και θολές φωτογραφίες τις οποίες όμως αγαπώ ιδιαίτερα καθώς θυμίζουν πως όλα τότε έμοιαζαν ιδιαίτερα ασαφή, αβέβαια και χωρίς πολλές απαιτήσεις. Τελικά χάλασε το κλείδωμα από το πορτάκι της αλλά και το κουμπί για τις φωτογραφίες, βλάβες ιδιαίτερα συνηθισμένες στα μοντέλα αυτά.

Στην πρώτη επαφή με μάστορα άκουσα αυτό που θα άκουγα πολλές φορές στο μέλλον, ότι δηλαδή “δεν επισκευάζεται”. Το κενό έσπευσε να καλύψει η πάντα ευγενική γιαγιά που μου χάρισε τη μεταλλική Welta Penti, ανατολικογερμανικής κατασκευής του 1959, με χρυσαφί χρώμα που ταίραζε πολύ στη γιαγιά αλλά καθόλου στον εγγονό. Είχε πολύπλοκο φακό στον οποίο ρύθμιζες διάφραγμα και άλλα ακατανόητα τότε και δεν έπαιρνε φιλμ κανονικό αλλά “ραπίντ”. Το κύριο χαρακτηριστικό της όμως (και αυτό που μαζί με το χρώμα με έκανε επί χρόνια ρεζίλι) ήταν ο τρόπος που γύριζε το φιλμ: ένα μικρό έμβολο πεταγόταν και έπρεπε να το πατήσεις ξανά μέσα, όπως φαίνεται παρακάτω στη φωτό από τη γερμανική ιστοσελίδα http://www.kameramuseum.de/index.htm

Μου φαίνεται σχεδόν απίστευτο το πόσα χρόνια κράτησα τη Welti η οποία σημειωτέον δε χάλασε ποτέ και λειτουργεί ακόμα – ο μηχανισμός βέβαια, γιατί φιλμ ραπίντ δε βρίσκω για να τη δοκιμάσω. Έπρεπε να φτάσει η αρχή της δεκαετίας του ‘90 για να κάνω το μεγάλο άλμα προς τα εμπρός, προς τις κανονικές μηχανές SLR δηλαδή. Σε ένα ιντερέιλ τα έξοδα του οποίου πλήρωνε χωρίς να το ξέρει κάποιο συνέδριο που νόμιζε ότι πήγαινα εκεί αεροπορικώς, πέρασα και από το Άμστερνταμ. Σε ένα κατάστημα μεταχειρισμένων μηχανών με περίμενε η καλύτερη μηχανή που είχα ποτέ: Η μεταλλική ανατολικογερμανική (και πάλι!) Praktica BC3 Electronic (φωτο κάτω από την ιαπωνική ιστοσελίδα hi-ho, http://www.hi-ho.ne.jp/sbko-hq/OTHERS/BC3.html)

Έναν χρόνο αργότερα βρήκα κι έναν επίσης μεταχειρισμένο φακό με ζουμ που της ταίριαζε για να αντικαταστήσω τον στάνταρ και άρχισα πλέον να πειραματίζομαι με το φως, την ταχύτητα, το άνοιγμα του διαφράγματος αλλά και με ασπρόμαυρο φιλμ. Το βασικό με τη μηχανή αυτή ήταν ότι πολύ γρήγορα συνήθισα και τη λειτουργία και τις ιδιοτροπίες της. Ταξίδεψε όσο καμμία άλλη σε εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους μέρη και κλίματα, έβγαζε τρομερές φωτό (που τέλος πάντως εμένα μου άρεσαν πολύ), με έκανε να ξοδεύω μια περιουσία στα φιλμ και την εμφάνισή τους και δεν πάθαινε τίποτα. Μέχρι που έπαθε.

Την πρώτη φορά χάλασε το καλοκαίρι του 2000 (γυρίζοντας το μοχλό προώθησης του φιλμ έπαιρνε την πρωτοβουλία κι έβγαζε κι άλλη φωτογραφία), δυο μήνες μετά συνήλθε μόνη της για να τα χάσει εντελώς την άνοιξη του 2001. Η βλάβη ήταν η ίδια. Την πήγα γεμάτος εμπιστοσύνη στα δύο μεγαλύτερα φωτογραφικά καταστήματα της Θεσσαλονίκης που επισκευάζουν και μηχανές. Ο καθένας την κράτησε τουλάχιστον από έναν μήνα πηγαίνοντάς με από εβδομάδα σε εβδομάδα για να μου πουν τελικά και οι δύο ότι “δεν φτιάχνεται”. Ο τελευταίος μάλιστα μου έδωσε τη μηχανή ξεκοιλιασμένη και ένα σωρό εξαρτήματά της σε σακουλάκι. Σπουδαίοι επαγγελματίες! Απογοητεύτηκα και το πήρα απόφαση ότι έπρεπε να πάρω άλλη. Δεδομένου ότι είχαν αρχίσει να βγαίνουν στην αγορά αρκετά φτηνά μοντέλα, το καλοκαίρι του 2001 αγόρασα την πρώτη μου καινούρια SLR, μια ιαπωνική (κατασκευασμένη στην Ταϊλάνδη) Nikon F65 (κάτω).

Είναι (λειτουργεί ακόμα μια χαρά) μια πλαστική, ελαφριά, εύκολη να τη μάθεις και αρκετά ανεπτυγμένη για την τιμή της μηχανή που τραβάει καλές φωτό οι οποίες όμως ούτε καν πλησιάζουν αυτές που τράβηξα με την Praktica. Επιπλέον οι μπαταρίες της θέλουν αλλαγή αρκετά συχνά και αυτό αποδεικνύεται κάπως ακριβό χόμπι.

Εν τω μεταξύ η Praktica αναστήθηκε για λίγο το 2005 χάρις στον μεγάλο καλλιτέχνη-μάστορα στη στάση του μετρό Χόλμπορν του Λονδίνου ο οποίος όχι μόνο την έφτιαξε εντός 48 ωρών χρησιμοποιώντας αυθεντικά ανταλλακτικά αλλά επιπλέον άλλαξε τις βιδίτσες της, έβαλε νέο δέρμα στη θήκη της, βρήκε και πρόσθεσε το σήμα που είχε ξεκολλήσει και χαθεί και άλλαξε και τη φθαρμένη βάση της με άλλη αυθεντική. Και όλα αυτά με ελάχιστα χρήματα!

Για να τον ευχαριστήσω αγόρασα και ένα δύο εξαρτήματα της ίδιας εταιρίας που είχε βρει και πωλούσε, μεταξύ των οποίων και ένα ωραιότατο μότορντραϊβ. Ενάμισι χρόνο μετά ξαναχάλασε παρουσιάζοντας το ίδιο πρόβλημα (τρεις αυτοαποκαλούμενοι “μάστορες”, στο Βέλγιο, μου είπαν ότι “δεν φτιάχνεται”, εννοείται χωρίς να την κοιτάξουν καν). Πιο πριν είχα προλάβει να κάνω έστω και καθυστερημένα τη μεγαλόπρεπη εισοδό μου στο χώρο της ψηφιακής φωτογραφίας με την σχεδόν απερίσκεπτη αγορά της ιαπωνικής με γερμανικό φακό Panasonic Lumix DMC LC5.

Για τη Lumix και την απώλειά της τα έχω ήδη γράψει σε προηγούμενο κομμάτι. Αποδείχθηκε εξαιρετική και πλέον αξιόπιστη μηχανή παρά τις αρνητικές κριτικές που είχε πάρει. Και το σπουδαιότερο, οι φωτογραφίες ήταν ακόμα καλύτερες όταν εκτυπώνονταν σε μικρό και μεγάλο μέγεθος. Αυτή η μηχανή τράβηξε επίσης πολλά. Και βγήκε παλικάρι. Λίγο πριν την χάσω, έπεσε στα χέρια μου ένα πραγματικό κόσμημα, ευγενική προσφορά της el pibe. Μια ορθογώνια μεταλλική Minolta Hi-Matic 7s, ιαπωνικής κατασκευής του 1966, μέσα σε θήκη από σκληρό δέρμα (φωτό κάτω από http://www.pbase.com/amirko/gear_pages_rf)

Είναι κανονική κούκλα αλλά ακόμα δεν έχω βγάλει τίποτα καθώς, στην πρώτη προσπάθεια, μου “έφαγε” το φιλμ στο μάζεμα. Ή κάτι δεν έκανα καλά ή μπορεί να έχει κανένα μικροπροβληματάκι οπότε πρέπει να βρω μάστορα που να μαστορεύει, πράγμα όχι και τόσο εύκολο. Θα ξαναδοκιμάσω συντόμως με ένα 12άρι φιλμ για να βεβαιωθώ. Η πιο πρόσφατη μηχανή και αυτή που κλήθηκε να καλύψει το μεγάλο κενό που αφήνει η Lumix είναι μια πανάλαφρη ψηφιακή SLR, Olympus E-400, σετάκι με δύο φακούς, έναν ευρυγώνιο και ένα ζουμ (φωτό κάτω από το c-net).

Κακή κουβέντα δε διάβασα για την Ε-400, εκτός του ότι έχει παλιώσει – σιγά τώρα. Παρ΄ότι κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2006 έχει ήδη αποσυρθεί από την κυκλοφορία. Στις μέρες μας τα προϊόντα έχουν πολύ μικρή ζωή. Γι αυτό άλλωστε, ίσως και επειδή δεν έχει live view (η Lumix αν και 4 χρόνια πιο παλιά, είχε) το κατάστημα τη “σκότωνε” στα 349 ευρώ. Μια πολύ καλή τιμή μόνο και μόνο για τους δύο φακούς, με το σώμα της μηχανής να έρχεται σα … δώρο. Κι έτσι η κάρτα βόγγηξε κι εγώ απέκτησα την ιαπωνική μεν αλλά κινεζικής κατασκευής Ε-400. Έκανε μάλιστα την πρώτη της δημόσια εμφάνιση στο Werchter όπου έφαγε “πόρτα”, μπήκε όμως από το “παράθυρο”. Μένει να αποδείξει τι μπορεί να κάνει. Και γι αυτό θέλει (δυστυχώς) διάβασμα.

Στον παραπάνω κατάλογο δεν περιλαμβάνονται δύο ακόμα μηχανές, βασικά μία και ένα κινητό. Η Olympus mju II, ήταν απίστευτα αξιόπιστη για το μέγεθός της. Την κράτησα για έναν μήνα πριν πάρω τη Nikon F65 και έχω να πω τα καλύτερα. Φίλοι και συγγενείς τη δοκίμασαν και αρκετοί τη χρησιμοποιούν ακόμα και σήμερα. Το κινητό είναι το Sony-Ericsson K750i η φωτογραφική μηχανή του οποίου δεν είναι κακή όταν έχεις πολύ καλό φωτισμό, μεγάλη σταθερότητα, το θέμα σου δεν κινείται και χρησιμοποιείς τη μεγαλύτερη δυνατή ανάλυση. Έτσι κι αλλιώς όμως τα κινητά είναι για να μιλάς και όχι για να φωτογραφίζεις.

Αναρτήθηκε στις φωτογραφία. 5 σχόλια »

Editors, Gnarls Barkley και άλλοι στο Werchter 2008

Το μεγάλο καλοκαιρινό φεστιβάλ ποπ-ροκ γίνεται κάθε χρόνο στις αρχές Ιουλίου σε ένα ωραίο και άνετο χωράφι καμμια 30ριά χιλιόμετρα από τη μικρή μας κωμόπολη. Η περιοχή λέγεται Βέρχτερ (φέτος και … Βρέχτερ λόγω καιρού) και είναι κοντά στη φλαμανδική φοιτητούπολη Λέβεν - Λουβέν για τους γαλλόφωνους που εκδιώχθηκαν πριν 40 χρόνια από εκεί. Φέτος, χρονιά με αρκετά καλές συμμετοχές, το εισιτήριο για τη μια μέρα κόστιζε 75 ευρώ και για το τετραήμερο 165. Στην τιμή περιλαμβανόταν και δωρεάν μετάβαση με τραίνο έως το Λέβεν και από εκεί με λεωφορείο (κάτω) στο λαμπρό χωράφι. 

Αυτά για τη μετάβαση. Για την αποχώρηση το πράγμα γινόταν κάπως πιο πολύπλοκο, ιδίως αν ήσουν από εκείνους τους ιδιότροπους που θέλουν να δουν ολόκληρη και την τελευταία συναυλία που συνήθως είναι και το μεγαλύτερο όνομα της ημέρας. Τότε -κατά τη μία και μισή το πρωί δηλαδή- υπήρχε μεν το πολύ εξυπηρετικό και άνετο λεωφορείο μέχρι το Λέβεν, δεν υπήρχε όμως τραίνο. Άρα κατέληγες και πάλι στη λύση αυτοκίνητο (ευχαριστούμε Κροτ και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις), εκτός βέβαια κι αν είχες κλείσει θέση στο κάμπινγκ σε ένα, δηλαδή, άλλο πιο ταπεινό χωράφι, παραδίπλα.

Φέτος πήγαμε μόνο το Σάββατο που έπαιζαν, μεταξύ άλλων, οι Editors, Gnarls Barkley, Radiohead, Kate Nash, Hives, Kings of Leon, KT Tunstall, Ben Harper, Gossip, και Sigur Ros. Φτάσαμε αρκετά νωρίς για να μη φάμε τη συνήθη σε άλλες περιπτώσεις ουρά και ταλαιπωρία στην είσοδο (επάνω). Ήταν όμως ήδη αργά για τους Gossip (που έτσι κι αλλιώς τους έχουμε ξαναδεί) και ίσα ίσα για να χάσουμε τους Hives. Κι αυτό επειδή μια συνηθισμένη γραφειοκρατική σαχλαμάρα στην είσοδο μας ανάγκασε να περιμένουμε λίγο για να περάσουμε κάπως πιο “διακριτικά” τη φωτογραφική μηχανή.

Η αναμονή είχε και τα καλά της, όπως το νοστιμότατο λουκανικάκι και η μπύρα που μας έκαναν να ξεχάσουμε λίγο τον πόνο μας που ακούγαμε μόνο από μακρυά τους Hives. Μπαίνοντας, και αφού προμηθευτήκαμε κουπόνια για μπύρες (2,5 ευρώ το μικρό ποτήρι), αποζημιωθήκαμε αμέσως για όλα συμπεριλαμβανομένης και της βροχής. Οι Editors (πάνω) ήταν απλώς καταπληκτικοί. Όποιος αγαπά τη μουσική των Joy Division και των Interpol (και επομένως είναι εξαιρετικός άνθρωπος) θα ήταν ευτυχισμένος το Σάββατο το απόγευμα στο Βέρχτερ, όσο και αν ο Τομ Σμιθ των Editors απορεί με τις συγκρίσεις και απορρίπτει οποιαδήποτε ομοιότητα. Ο Σμιθ, βέβαια, κακώς απορεί όπως φαίνεται και από το παρακάτω απόσπασμα από τη συναυλία του Σαββάτου.

 

Οι Editors που καταχειροκροτήθηκαν (έτυχε μάλιστα να είναι η 1000ή συναυλία στην ιστορία του φεστιβάλ) ήταν η μια μεγάλη στιγμή της ημέρας. Η άλλη ήταν λίγο αργότερα, στο σούρουπο όταν εμφανίστηκαν στη δεύτερη, μικρότερη και (ευτυχώς) σκεπαστή σκηνή οι Gnarls Barkley (κάτω). Μιλάμε για πραγματική απόλαυση. Μουσικάρες, φοβεροί πάνω στη σκηνή, δεμένοι με τον κόσμο, έδωσαν κανονική παράσταση. Είπαν και το σουξεδάκι, έκαναν και ανκόρ, αλλά το κυριότερο ήταν εξαιρετικοί στο κάθε ένα από τα κομμάτια που έπαιξαν.

Νωρίτερα είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε στην ίδια σκηνή δύο κυρίες αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους, πολύ αξιόλογες όμως η κάθε μια στη δική της μουσική. Η Kate Nash (κάτω) έδειξε πως όχι μόνο αδικείται με συγκρίσεις του στυλ “ποια είναι καλύτερη η Kate Nash ή η Lilly Allen;” αλλά ότι μπορεί να παίξει με την ίδια άνεση και ποιότητα σε πολύ περισσότερες κατηγορίες φτάνοντας κάποιες φορές να θυμίζει X-ray Specs, συγκρότημα το οποίο το παρόν (β)λόγιον πολύ αγάπησε και αγαπά. Ακόμα κι έτσι όμως θα την αδικούσαμε. Η τύπισσα έδειξε ότι έχει προσωπικότητα και άφθονο ταλέντο και πως μόνο καλά μπορούμε να περιμένουμε από αυτήν.

Η άλλη κυρία ήταν η KT Tunstall (κάτω) που εκτός από ωραία φωνή έχει και πανέμορφη ιστοσελίδα. Ιδιαίτερα δημοφιλής και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού παίζει κάπως πιο ήσυχα και λιγότερο νευρικά για τα γούστα του παρόντος (β)λογίου, αλλά σε κερδίζει εύκολα με την απλότητα, τον καθαρό ήχο και την άνεση πάνω στη σκηνή. Πρέπει να ακούσω πιο προσεκτικά τους δίσκους της για να καταλάβω αν τελικά μου αρέσει πολύ ή λίγο. Το ότι μου άρεσε πάντως είναι γεγονός.

Ένας καλλιτέχνης για τον οποίο δεν είχα ιδέα ήταν ο Καλιφορνέζος Ben Harper και οι “Αθώοι Εγκληματίες” του (κάτω) που εμφανίστηκαν στην κεντρική σκηνή την ίδια ώρα που η Σκωτσέζα KT Tunstall έπαιζε στη μικρότερη σκεπαστή. Κατόπιν παρότρυνσης φίλων μοιράσαμε το χρόνο μας και δεν χάσαμε. Εντάξει ο Harper δεν είναι ακριβώς του γούστου του παρόντος (β)λογίου καθώς παραέχει το διδακτικό στυλάκι “άλλαξε τη ζωή σου, είναι στο χέρι σου, έλα να τραγουδήσουμε μαζί για έναν καλύτερο κόσμο”. Επειδή όμως δεν τον είχα ξαναδεί και γενικά υπήρχε μπόλικη καλή διάθεση και άφθονα κουπόνια για μπύρες μπορώ να πω ότι δεν βαρεθήκαμε καθόλου.

Εκεί που όχι μόνο βαρεθήκαμε αλλά σχεδόν τσαντιστήκαμε με τον ακαδημαϊσμό και την υπερβολική δόση καλλιτεχνικής μεν μιζέριας δε, ήταν στο μεγάλο όνομα της βραδυάς, δηλαδή στους Radiohead (κάτω). Το ότι το 2003, περιμένοντας στην ουρά για να μπούμε, είχαμε χάσει τη μισή συναυλία τους και προηγουμένως ολόκληρη της Bjork, ήταν από τους βασικούς λόγους που φέτος αποφασίσαμε να κόψουμε εισιτήριο τη μέρα που έπαιζε ο Thom York και η παρέα του. Λάθος εκτίμηση. Άλλο ο δίσκος με συγκεκριμένη διάθεση για να τον ακούσεις και εντελώς άλλη περίπτωση η ζωντανή εμφάνιση ιδίως όταν έχεις προδιάθεση για κάτι αν μη τι άλλο πιο γρήγορο.

Να μην το πολυκουράζουμε, μπορεί να ακούγεται ως ύβρις, αλλά την κοπανήσαμε (μαζί με αρκετούς άλλους) στα μισά. Κάτι η κούραση από την πολύωρη ορθοστασία (όταν έχει βρέξει δεν μπορείς να κάτσεις κάτω που-θε-νά!) κάτι οι συνεχείς κραυγές αγωνίας του Thom York, πήραμε το δρόμο της επιστροφής, αφήνοντας δεκάδες χιλιάδες θαυμαστές των Radiohead να τους απολαύσουν με την ησυχία τους.

Το Σάββατο ο κόσμος ήταν πραγματικά πολύς. Σίγουρα περισσότερος από το 2006 και το 2003 που είχαμε ξαναπεράσει τις πύλες του Βέρχτερ. Οι διοργανωτές ανακοίνωσαν πως ο τελικός αριθμός εισιτηρίων και για τις 4 μέρες ήταν 319.000. Τεράστια μεγέθη και υποψιάζομαι και τεράστια κέρδη. Στα οποία πρέπει να προστεθούν και τα έσοδα από τους χορηγούς και την ενοικίαση όλων εκείνων των δεκάδων περιπτέρων όπου πλήρωνες και από πάνω για να πάρεις διαφημιστικά καπελάκια και αδιάβροχα με το λογότυπο πολυεθνικών και των τοπικών συνεργαζόμενων εταιριών. Τα δε “επίσημα” μπλουζάκια (καμμία σχέση με το μπλουζάκι της κυρίας, κάτω) έκαναν από 25 ευρώ και πάνω.

Τελικός απολογισμός, θετικός. Παρά τα μικροσπασίματα, όπως αυτό με τις τουαλέτες που ήταν από νωρίς σε άθλια κατάσταση, οι συναυλίες ήταν πολύ καλές, ο ήχος άριστος και οι γιγαντοοθόνες, που κάθε χρόνο είναι και καλύτερες, φέτος έδιναν εξαιρετικά καθαρή εικόνα. Ακόμα και η βροχή είχε τα καλά της. Μπορεί να φάγαμε λίγο λάσπη αλλά τη σκόνη τη γλιτώσαμε. Περισσότερα στην Κροτ που πήγε και τις τέσσερις μέρες.

Αναρτήθηκε στις μουσική. 11 σχόλια »