Η μηχανή που χάθηκε

Για πρώτη και τελευταία φορά η φωτογραφική μηχανή είναι το θέμα και όχι το μέσο. Δυστυχώς έπρεπε πρώτα να χαθεί για να γίνει αυτό. Επάνω λοιπόν εικονίζεται η μηχανή που ευθύνεται για όλες σχεδόν τις φωτογραφίες που εμφανίστηκαν (τροποποιημένες προς το χειρότερο για να “ελαφρύνουν”) στο παρόν (β)λόγιο και για κυριολεκτικά χιλιάδες άλλες που στριμώχνονται στα γιγαμπάιτ σκληρών δίσκων εσωτερικών και εξωτερικών.

Πρόκειται για μια Panasonic Lumix DMC LC5, που εμφανίστηκε στην αγορά κάπου στο 2002 και έπεσε στα χέρια μου δύο χρόνια αργότερα. Το ότι ήταν ήδη εκτός παραγωγής και το ότι έφερε ένα μικρό, ασήμαντο όπως αποδείχτηκε, χτυπηματάκι οδήγησαν το μαγαζί στην Τότεναμ Κορτ του Λονδίνου να την πουλήσει 450 ευρώ – λιγότερο από το μισό από όσο έκανε όταν πρωτοεμφανίστηκε. Την είδα σε μια περίοδο που δεν ήθελα ακόμα να περάσω στις ψηφιακές μηχανές. Είχε φακό Λάικα, παλιομοδίτικο στυλ, ήταν μεγάλη, μεταλλική και βαρειά και μου άρεσε τόσο πολύ που την πήρα αμέσως κάνοντας την κάρτα μου να βογγήξει.

Στα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν πέρασε πολλά. Βρέθηκε σε βουνά, θάλασσες, χιονοθύελλες και καύσωνες, βράχηκε (από νερό και μπύρα), τη βάρεσε ο ήλιος, έπηξε στην κάπνα, έχασε ένα δυο μικροκομμάτια (που αποδείχθηκαν άχρηστα, όπως το κάλυμμα ενός κουμπιού) και κάτι βίδες. Μου έκανε παρέα σε εκδρομές, πάρτυ, μπαρ, συναυλίες, διαδηλώσεις, και στάθηκε παραπάνω από αξιοπρεπώς ακόμα κι όταν χανόταν γενικώς η μπάλα από ποτά και κούραση. Μια δυο φορές έκλεψε και καρδιές, όπως όταν τράβηξε την προσοχή του Πολωνού σκηνοθέτη Λεχ Κοβάλσκι που την πήρε κι έβγαλε και ο ίδιος μερικές φωτό.

Δε σταμάτησε να βγάζει πανέμορφες φωτογραφίες πολύ πάνω από τα “κυβικά” της, οι οποίες αποδεικνύονταν ακόμα καλύτερες όταν τις τύπωνες. Κάποιες έκαναν συγγενείς και φίλους να χαρούν ή να συγκινηθούν, κάποιες λίγες έφτασαν μέχρι και να φιλοξενηθούν σε έντυπο. Καθόλου άσχημα για μια μηχανή που όταν εμφανίστηκε έλαβε μόνο αρνητικές κριτικές για την ποιότητα των φωτογραφιών. Δε χρειάστηκε ποτέ σέρβις ή άλλαγή κάποιου εξαρτήματος έστω της μπαταρίας.

Η Lumix έφυγε ξαφνικά όπως ήρθε. Μπορεί να μην την ξέχασα σε τόσα και τόσα μπαρ υπό “δύσκολες” συνθήκες, όμως το Σάββατο πριν 8 μέρες κατάφερα να την ξεχάσω στο τραίνο που μας έφερνε από τη Γάνδη. Μέσα στην τσάντα της μαζί με 2-3 κάρτες μνήμης. Συμπλήρωσα το σχετικό έντυπο απώλειας ηλεκτρονικώς αλλά μέχρι σήμερα δεν έλαβα καμμία ειδοποίηση για το αν βρέθηκε. Ελπίζω μόνο να έπεσε σε κάποιον που θα τη χρησιμοποιήσει και δεν την πέταξε για να κρατήσει μόνο την τσάντα και τις κάρτες.

Αναρτήθηκε στις φωτογραφία. 12 σχόλια »

Και τώρα τι κάνουμε χωρίς μπαλίτσα;


Οι Ισπανοί ξεκίνησαν τα ποτάκια από νωρίς

Ήταν το καλύτερο Ευρωπαϊκό που μπορώ να θυμηθώ. Όχι για το αποτέλεσμα αλλά για τη μπάλα. Τα περισσότερα ματς (και τα είδα σχεδόν όλα) είχαν αγωνία, γκολ και, κάποιες φορές, ανατροπές και εκπλήξεις. Κι αν στον τελικό έφτασαν και πάλι οι Γερμανοί παίζοντας στα πιο πολλά παιχνίδια ένα συντηρητικό, αδιάφορο ποδόσφαιρο, την κούπα τη σήκωσαν αυτοί που ήταν πραγματικά οι καλύτεροι. Οι Ισπανοί το έδειξαν από την αρχή, πως πάνε για τελικό. Αυτό που δεν έδειξε το τελικό σκορ (1-0) ήταν το πόσο καλύτεροι ήταν τελικά από τους Γερμανούς.

Εδώ στη μικρή μας κωμόπολη, οι εκατοντάδες Ισπανοί που είχαν κατακλύσει το ιστορικό κέντρο τη μέρα του τελικού, δεν είχαν καμμία αμφιβολία για το ποιος θα σήκωνε την κούπα. Από νωρίς, τραγουδούσαν κι έπιναν (οι δύο φωτό επάνω είναι αρκετά πριν αρχίσει το ματς), αυτοκίνητα με ισπανκές σημαίες έτρεχαν και κόρναραν λες και είχαν κερδίσει. Οι Γερμανοί ήταν λιγότεροι στο κέντρο και σαφώς πιο διακριτικοί. Εξάλλου και να κέρδιζαν δε θα πανηγύριζαν. Η επομένη μέρα ήταν εργάσιμη.

Τα πανηγύρια των Ισπανών κράτησαν ώρες πολλές. Η μικρή μας κωμόπολη είναι άλλωστε συνηθισμένη σε αυτά. Κάθε μέρα του Euro 2008 κάποιος πανηγύριζε – εκτός από τους Έλληνες, οι οποίοι εξάντλησαν τους πανηγυρισμούς πριν τέσσερα χρόνια. Μαζί με την ωραία μπάλα, αυτό που μένει από τη φετινή διοργάνωση είναι το πάρτυ. Κάθε μέρα μια μικρή ή μεγαλύτερη γιορτή στις γειτονιές των μεταναστών αλλά και στο κέντρο.

Κι αν φέτος μπορέσαμε να πάμε μόνο για ένα Σαββατοκύριακο στην Αυστρία, στη μικρή μας κωμόπολη είδαμε αρκετά παιχνίδια σε γειτονιές μεταναστών από τις χώρες που έπαιζαν. Στο Φλαζέ είδαμε τους Πορτογάλους τη μια μέρα να κερδίζουν, την άλλη να πικραίνονται και να μην μπορούν να χωνέψουν πως αποκλείστηκαν. Στο Σκαρμπέκ είδαμε τους Τούρκους να ξεσπούν σε έξαλλα πανηγύρια μετά από ακόμα ένα παιχνίδι που κατάφεραν να γυρίσουν. Και στην ιταλική τρατορία στην οδό της Φλάνδρας τραγουδήσαμε μαζί με τον εστιάτορα Πέπε για τη νίκη της Ιταλίας.

Είναι λίγες μέρες τώρα που το πάρτυ έχει τελειώσει και το κενό είναι παραπάνω από φανερό. Εντάξει ήρθαν οι ζέστες. Μαζί και οι καταιγίδες σαν αυτή που ξεσπά αυτή την ώρα στα παράθυρα του διαμερίσματος. Κι όλος αυτός ο κόσμος που πανηγύριζε στην πλατεία του χρηματιστηρίου και στο ιρλανδέζικο μπαρ απέναντι (πραγματικά φιλόξενο “σπίτι των σπορ”) ξαναγύρισε στις δουλειές και τη γκρίζα ρουτίνα του προβλέψιμου, καθημερινού 9 με 6, άντε και καμμία μπύρα μετά στο δρόμο για το σπίτι. Μέχρι την επόμενη φορά. Που μακάρι να έχει καλή μπάλα, κόσμο στο δρόμο και γιορτές. Κι ας το πάρουν και οι Γερμανοί Πορτογάλοι.

Η φωτό επάνω από τη γιορτινή ποδοσφαιρική διακόσμηση του ιρλανδέζικου μπαρ με τις πολλές μεγάλες οθόνες, τα άψογα νάτσος και την άφθονη παγωμένη μπύρα. Φέτος από την ελληνική ομάδα έλειπε τουλάχιστον ένα “Α”.