Νίκες, νίκες παντού! Θρίαμβος κανονικός!

Τι μέρα! Ξεκίνησε με την άφιξη (επιτέλους) του καλοκαιριού, συνεχίστηκε με θριαμβευτικές νίκες στα γήπεδα της Ελλάδας, της Αγγλίας αλλά και του Βελγίου και έκλεισε όπως της έπρεπε με πυροτεχνήματα (επάνω). Να τα πάρουμε από την αρχή.

Μετά από εβδομάδες μιζερόκαιρου, κατά τη διάρκεια των οποίων η θερμοκρασία έπαιζε μεταξύ 9 και 19 βαθμών και γκρίζα σύννεφα κάλυπταν από άκρη σε άκρη τον ουρανό, σήμερα με ξύπνησαν οι ακτίνες αυτής της περίεργης κίτρινης σφαίρας που ο κόσμος σε άλλα πιο τυχερά κράτη ονομάζει ήλιο.Με τη θερμοκρασία να έχει περάσει τους 30 και τον ουρανό σχεδόν γαλανό η μικρή μας κωμόπολη υποδεχόταν επιτέλους το καλοκαίρι.

Η μέρα είχε κι άλλα ευχάριστα, όμως, και μάλιστα στο χώρο του ποδοσφαίρου όπου συνήθως οι χαρές είναι λίγες και οι πίκρες πολλές και μεγάλες. Είναι γνωστό πως το παρόν (β)λόγιο υποστηρίζει με θέρμη μεγάλη και ενθουσιασμό τον ΠΑΟΚ, στην Αγγλία αγαπά πολύ τη Γουέστ Χαμ, ενώ στη μικρή μας κωμόπολη στήριζε την FC Brussels η οποία όμως αφού το προσπάθησε επίμονα δυο-τρία χρόνια, κατάφερε τελικά πέρυσι να υποβιβαστεί. Κι έτσι σήμερα δεν υπήρχε άλλη επιλογή από την Άντερλεχτ η οποία υποδεχόταν στο γήπεδό της (επάνω) την εξωτική Κόρτρεϊκ. Να μη το κουράζουμε, το μεσημέρι στο ανατολικό Λονδίνο, η Γουέστ Χαμ έριξε μια ξεγυρισμένη τεσσάρα στη Μπλάκμπερν, άλλα τόσα έριξε το βραδάκι εδώ η Άντερλεχτ, και -το σημαντικότερο- στην Κρήτη ο ΠΑΟΚ έκανε την πρώτη εκτός έδρας νίκη του σε πρεμιέρα από το 1984 (όταν στη συνέχεια πήρε και το πρωτάθλημα).

Έμαθα τα ευχάριστα, λίγο μετά το ματς στο Άντερλεχτ, σε ένα από τα μπαρ (επάνω) απέναντι από το γήπεδο. Εκεί που οι φίλαθλοι στήνουν “δικαστήριο” όταν η ομάδα χάνει ή δεν παίζει καλά. Μπαρ των φιλάθλων με το ταιριαστό όνομα “Οι ένορκοι”. Ο θρίαμβος αυτός δεν μπορούσε παρά να ολοκληρωθεί με τα πυροτεχνήματα τα οποία έριξαν οι τοπικές αρχές στο πλαίσιο μουσικών εκδηλώσεων. Ήταν πολλά, και εντυπωσιακά.

Εντάξει οι φωτογραφίες τα φουσκώνουν λίγο (κάτι η ρύθμιση, κάτι το χέρι που πόσο σταθερό πια να είναι, χωρίς όμως πείραγμα στον υπολογιστή) αλλά ήταν ωραία. Ήταν όμως και παγίδα. Τα κουνούπια που περίμεναν υπομονετικά να ανοίξει η πόρτα του μπαλκονιού δε συγχώρησαν την επιπολαιότητα.

Αναρτήθηκε στις Μπαλίτσα. 2 σχόλια »

Μπιέλο Ντούγμε – ξαφνικό κόλλημα

Θυμήθηκα το “Λευκό Κουμπί” (Bijelo Dugme) ξανακοιτάζοντας τις φωτογραφίες από το Σεράγεβο. Το πρώτο συγκρότημα του κιθαρίστα τότε Γκόραν Μπρέγκοβιτς είχε αφήσει εποχή στο Γιουγκοσλάβικο ροκ στα μέσα της δεκαετίας του 1970 και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Ακόμα και σήμερα, στα κράτη που πήραν τη θέση της Γιουγκοσλαβίας στο χάρτη, πολύς κόσμος θυμάται, αγαπά και τραγουδά τα παλιά κομμάτια της νιότης του. Αυτά που τραγουδούσε πριν τον πόλεμο.

Το συγκρότημα διαλύθηκε μαζί με τη Γιουγκοσλαβία και ξανάσμιξε το 2005 για τρεις μεγάλες συναυλίες, στο Σεράγεβο (από όπου ξεκίνησε), το Ζάγκρεμπ και το Βελιγράδι. Μετά έπαιξαν κι αλλού. Ένα δείγμα κλασικής μπαλάντας τους παρακάτω. Δείχνει τα χρονάκια της, δεν είναι μέσα στη μουσική που ακούω αλλά κάπως, δεν ξέρω γιατί, μου έχει κολλήσει.

Αναρτήθηκε στις Βαλκάνια, μουσική. Leave a Comment »

Ο Τιμόθεος Κώνστας και ο κόσμος του Γιάννη Μαρή

Μυστήριοι τύποι κρυμμένοι στη σκιά. Παρακολουθήσεις, “τυχαίες” συναντήσεις σε ξενοδοχεία, θέατρα, και κοσμικά πάρτυ. Αεροπλάνα, θαλαμηγοί, γρήγορα αυτοκίνητα. Καθώς πρέπει, ευκατάστατοι πρωταγωνιστές με σκοτεινό παρελθόν, φόνοι, δράση και μυστήριο. Αυτός είναι ο κόσμος μέσα στον οποίο πρέπει να κινηθεί ο αστυνόμος Μπέκας και πότε-πότε ο δημοσιογράφος Μακρής.

Μέσα από τα βιβλιαράκια τσέπης που δίνει το “Βήμα” στην καθημερινή του έκδοση, οι δύο ήρωες του Γιάννη Μαρή συναντούν ξανά τους αναγνώστες, περισσότερο από μισόν αιώνα από τότε που κυκλοφόρησε στις εκδόσεις “Ατλαντίς” το “Έγκλημα στο Κολωνάκι”. Και κάποιοι αναγνώστες έχουν την ευκαιρία να εκτιμήσουν το ταλέντο του πατέρα του ελληνικού νουάρ μυθιστορήματος.  

Και είναι ένα περίεργο νουάρ αυτό. Με σαφείς αναφορές στα αμερικανικά αλλά και τα ευρωπαϊκά αστυνομικά μυθιστορήματα, έχει παρ΄όλ΄αυτά αρκετές ιδιαιτερότητες και δεν ντρέπεται καθόλου για τη γλώσσα που μιλάει. Αν ο Μάρλοου και ο Μεγκρέ κυκλοφορούν με άνεση σε βρεγμένα πεζοδρόμια κάτω από γκρίζους ουρανούς, ο Μπέκας κινείται εξίσου άνετα μέσα στο εκτυφλωτικό φως του ήλιου του καλοκαιριού και απολαμβάνει τον γαλανό ουρανό της Αττικής.

Ο Μαρής φαίνεται να διασκεδάζει με τις ιδιαιτερότητες αυτές. Καμμια φορά κλείνει και το μάτι στον αναγνώστη. “Για μια ακόμη φορά σκέφτηκα σε πόση αντίθεση ερχόταν το ολοκάθαρο αθηναϊκό πρωινό με όλα αυτά τα σκοτεινά και μπερδεμένα που με τριγύριζαν”, γράφει στο άνοιγμα του εβδόμου κεφαλαίου, στον “Θάνατο του Τιμόθεου Κώνστα” που μόλις τελείωσα.

Όπως σε όλα τα καλά νουάρ, το έγκλημα είναι απλώς μια πρόφαση για μιλήσει ο συγγραφέας για την κοινωνία, τους χαρακτήρες της και τις συγκρούσεις τους. Η πόλη είναι το φυσικό του περιβάλλον ακόμα κι αν χρειαστεί κάποιες φορές να στείλει τον ήρωά του σε ολιγοήμερο ταξίδι στην “επαρχία”. Ο Μαρής θαυμάζει αλλά και απορεί με την ταχύτητα με την οποία αλλάζει ο κόσμος γύρω του, φροντίζει πάντα όμως να συνδέει τη λαμπερή επιφάνεια του μυθιστορηματικού παρόντος με το σκοτεινό παρελθόν της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Έτσι για να μην ξεχνιόμαστε.

Αν και ο ίδιος ήταν μεταξύ των ηττημένων του εμφυλίου, ο κόσμος του είναι αυτός των νικητών. Εύποροι κύριοι, καλοντυμένες κυρίες, αξιοπρεπείς και υπεράνω πάσης υποψίας αστοί συναντούν ελάχιστα, όσο χρειάζεται, φτωχούς, λαϊκούς τύπους, συχνά μπλεγμένους σε παράνομα κυκλώματα. Μόνο οι αστοί έχουν την οικονομική δυνατότητα να απολαμβάνουν όλες τις πτυχές της ζωής στην σύγχρονη πόλη και αυτοί καταλαμβάνουν τη σκηνή στις ιστορίες του Μαρή. Στο παρασκήνιο όμως, την ιστορία όμως την κινούν και οι άλλοι.

Παράλληλα, ξανασυναντάμε ή συναντάμε για πρώτη φορά λεπτομέρειες ενός κόσμου που έχει χαθεί και σήμερα μοιάζει σα να μην υπήρξε ποτέ. Ένας χαρακτήρας φτάνει στο αεροδρόμιο στις 8 παρά τέταρτο για να επιβιβαστεί στην πτήση των 8, χωρίς άγχος. Άλλος λέει στον ταξιτζή να περιμένει καμμια δυο ώρες μέχρι να τελειώσει την επίσκεψή του σε σπίτι στα προάστεια. Ένας τρίτος μόλις προλαβαίνει το πλοίο για Μύκονο, το επόμενο είναι μετά από τρεις μέρες. Λίγα αλλά γρήγορα αυτοκίνητα κυκλοφορούν σε άδειους δρόμους, τα δημόσια τηλέφωνα σε ξενοδοχεία και περίπτερα κάνουν θραύση και οι εφημερίδες προσφέρουν κανονική ενημέρωση. Και το κάπνισμα είναι απόλαυση αλλά και απαραίτητο στοιχείο στις κοινωνικές συναναστροφές.

Διαβάζοντας στο ίντερνετ είδα πως η σειρά που η ΕΡΤ2 είχε γυρίσει με βάση το βιβλίο του Μαρή το 1987-1988 (κάπου 40 επεισόδια) έχει καταστραφεί καθώς στα χρόνια που ακολούθησαν έγραψαν από πάνω, όπως συνήθιζαν, αγώνες ποδοσφαίρου σβήνοντας τα επεισόδια από τις βιντεοκασέτες. Κανονικό έγκλημα καθώς για αρκετό κόσμο ήταν η καλύτερη σειρά εποχής που γύρισε η ΕΡΤ. Ίσως η εταιρία παραγωγής να έχει κρατήσει αντίγραφο. Το 2006, η τηλεόραση του Άλφα το γύρισε σε δύο επεισόδια στο πλαίσιο της σειράς “Οι ιστορίες του αστυνόμου Μπέκα”. Προφανώς από τσιγκουνιά, όλες οι ιστορίες (και αυτή) έχουν μεταφερθεί στη σημερινή εποχή κι έχουν χάσει μεγάλο μέρος από την ομορφιά τους. Κρίμα αν και το άνοιγμα στους τίτλους είναι πολύ καλό. Παρακάτω ένα μέρος από τη μουσική και τους τίτλους αρχής της σειράς του 1987.

Αναρτήθηκε στις Βιβλία, τηλεόραση. 9 σχόλια »

Δαμάζοντας τα κύματα στο συντριβάνι

Στην πλατεία Σεν Κατρίν της μικρής μας κωμόπολης έχει συντριβάνι. Η λιμνούλα γύρω από το συντριβάνι πιάνει μεγάλο μέρος της πλατείας και το νερό είναι συνήθως ήσυχο. Εκτός κι αν κανείς περίεργος ρίξει -και ρίχνουν πότε πότε- σκόνη πλυντηρίου για να διασκεδάσει με τους αφρούς που θα δημιουργηθούν.

Το συντριβάνι υπάρχει για να θυμίζει πως κάποτε στο σημείο αυτό έφτανε το κανάλι και σχημάτιζε ένα μικρό λιμάνι. Εδώ τα αλιευτικά ξεφόρτωναν την ψαριά τους και την πουλούσαν στις ψαροταβέρνες που ακόμα υπάρχουν στην περιοχή αλλά και σε αυτές λίγο πιο πάνω, κοντά στη λεγόμενη “μεγάλη πλατεία”. Την γαλήνη του αυγουστιάτικου απογεύματος τάραξε προχτές μια περίεργη ομάδα ανθρώπων.

Ζέστη δεν είχε να πεις ότι βούτηξαν να δροσιστούν. Το αντίθετο. Η θερμοκρασία δεν είχε ξεκολλήσει από τους 18 βαθμούς όλη τη μέρα. Ήταν πάντως εξοπλισμένοι και έτοιμοι για μεγάλα κόλπα.

Ο κύριος με τη σανίδα ήθελε οπωσδήποτε να δαμάσει τα άγρια νερά του συντριβανιού και να δείξει στους λίγους βαριεστημένους περαστικούς πως ο Αύγουστος μπορεί να γίνει συναρπαστικός ακόμα και στη μικρή μας κωμόπολη. Πλατσουρίζοντας στα λασπόνερα έφτασε στη μια άκρη κι ετοιμάστηκε. Ένα σκοινί δεμένο σε μηχάνημα στην απέναντι πλευρά θα του έδινε την απαραίτητη ώθηση.

Δεν ήταν καθόλου κακός. Άρχισε να γλιστράει πάνω στο νερό της ρηχής λιμνούλας κάνοντας μια δυο φιγούρες, εκμεταλλευόμενος την ταχύτητα με την οποία το μηχάνημα τραβούσε και μάζευε το σκοινί. Έφτασε με άνεση απέναντι μέσα σε χειροκροτήματα και “μπράβο” των υπολοίπων μελών της ομάδας και των λίγων περαστικών.

Για να συμπληρωθεί η εικόνα, την ώρα που ο τυπάκος έσχιζε περήφανα τα νερά, πίσω στο βάθος ένα συγκρότημα έπαιζε μια ψιλορόκ διασκευή του “Μάμα Μία” των Άμπα μπροστά σε ένα κοινό που δεν ξεπερνούσε τα 7-8 άτομα. Στα παγκάκια τους, γύρω από το συντριβάνι, αφρικανοί μετανάστες χάζευαν το θέαμα. Ο ουρανός άρχιζε να καθαρίζει από τη μαυρίλα του μεσημεριού. Εντάξει δεν έμοιαζε σαν καλοκαίρι όπως το ξέρουμε, κανείς όμως δεν μπορεί να κατηγορήσει τους ανθρώπους εδώ ότι δεν προσπαθούν.

Για όσους ενδιαφέρονται για περισσότερες πληροφορίες, η ομάδα που διοργάνωσε το σερφ στο συντριβάνι λέγεται musicride. Γιατί δε φτάνει να σπρώχνει εκδηλώσεις ένας δήμος, πρέπει να υπάρχουν και άνθρωποι να τις φτιάξουν.

Αναρτήθηκε στις Βρυξέλλες-Βέλγιο. 4 σχόλια »

Οι Oaistar στην πλατεία Ruppe (και ο βασιλιάς της σκηνής)

Είναι λάθος να υποτιμά κανείς τη γαλλική μουσική σκηνή. Και το λάθος αυτό το κάνω πάρα πολύ συχνά. Κάθε τόσο, όμως, έρχεται μια δυνατή συναυλία για να μου δείξει πως και στην από εδώ πλευρά της Μάγχης έχει πολύ καλά συγκροτήματα. Τους Oaistar τους είχα δει πρώτη φορά τον Αύγουστο του 2006, στη λεγόμενη “Μεγάλη Πλατεία” της μικρής μας κωμόπολης. Τους ξαναείδα χτες στην πλατεία Ruppe, και πάλι στο ιστορικό κέντρο, στο πλαίσιο του καλοκαιρινού φεστιβάλ των Βρυξελλών.

Τα παιδιά είναι από τη Μασαλία και αυτό από μόνο του είναι μια πολύ καλή βάση. Οι Oaistar ήταν οι Gari (δεξιά κάτω) και Lux B στα φωνητικά πλαισιωμένοι από μουσικάρες που παίζουν δυνατά δείχνοντας την πλούσια παιδεία τους. Πολλοί από τους μουσικούς προέρχονται από ή συμμετέχουν στην κολλεκτίβα Massilia Sound System που από τη δεκαετία του 80 εκφράζει την ανήσυχη πλευρά της πόλης με τη δυνατή σκα-νταμπ-ραπ μουσική και τους κοινωνικά και πολιτικά φορτισμένους στίχους. Τον Ιούλιο ο Lux B πέθανε και έτσι χτες οι Oaistar είχαν μαζί τους έναν από τους ιδρυτές της Massilia Sound System, τον καταπληκτικό Papet Jali ή Papet J (αριστερά κάτω). Γι αυτό και η εμφάνιση είχε τίτλο Oaistar vs Papet J.

Ο κόσμος, λίγος στην αρχή, πύκνωνε όσο κυλούσε η βραδιά και χόρευε όλο και περισσότερο ακολουθώντας το συγκρότημα. Ήταν εντυπωσιακό πως άνθρωποι πολύ διαφορετικών μεταξύ τους ηλικιών ήξεραν και τραγουδούσαν τους στίχους. Οι Oaistar με τον Papet J έπαιξαν περίπου 1.30 ώρα καθώς ακολουθούσε κι άλλο γκρουπ (οι ψιλοαδιάφοροι Sergent Garcia, πάλι από τη Γαλλία). Και πάλι λίγο μας φάνηκε, θα μπορούσαν να παίξουν άλλο τόσο χωρίς ούτε να κουραστούν ούτε να κουράσουν με αυτό το πολύ ωραίο και δυνατό πάντρεμα ροκ, ραπ και σκα-πανκ στοιχεών. Στα επιπλέον θετικά της διοργάνωσης, το ότι δεν υπήρχε εισιτήριο καθώς και ότι το ποτήρι μπύρας είχε 1 ευρώ και το (νοστιμότατο) σάντουιτς λουκάνικο 2.

Στο δρόμο της επιστροφής, είπαμε να περάσουμε και από τη “μεγάλη πλατεία”, έτσι από περιέργεια. Είχε μουσικούς και (γαλλόφωνα) συγκροτήματα από το Κεμπέκ. Εκεί πέσαμε πάνω σε μια πραγματική περιπτωσάρα. Μια απίστευτη μορφή, κάτι σαν Γουόλτερ Ματάου και Ρεχάγκελ με φουντωτό μαλί, εξωφρενική αμφίεση και … 11 μουσικούς να τον πλαισιώνουν. Ο τύπος λέγεται Robert Charlebois και έχει τον αέρα τεράστιας μούρης. Σύμφωνα μάλιστα με την wiki είναι πράγματι μεγάλη μούρη για τους γαλλόφωνους. Παίζει με τον ίδιο ενθουσιασμό ροκ εν ρολ του 60 (τότε που έβγαλε και τον πρώτο του δίσκο), ποπ, μπαλάντα, και γενικά τα πάντα. Ήταν ένα διασκεδαστικό κλείσιμο σε αυτή την πρώτη συναυλιακή βραδιά της νέας περιόδου.

Αναρτήθηκε στις μουσική. 2 σχόλια »