
Η βραβευμένη στις Κάννες ταινία “Γόμορα” του ιταλού σκηνοθέτη Ματέο Γκαρόνε ήταν η ταινία με την οποία το παρόν (β)λόγιο άνοιξε το 2009. Και τι αρχή ήταν αυτή! Ο Γκαρόνε πήρε το ομότιτλο βιβλίο του Ρομπέρτο Σαβιάνο και έδειξε απλά και χωρίς περιστροφές πως δεν υπάρχει τίποτα τιμητικό, τίποτα ηθικό, τίποτα όμορφο ή έξυπνο και καμμία απολύτως μαγκιά στη μαφία. Σε αντίθεση με προγενέστερες ταινίες που παρουσίαζαν τους ιταλούς μαφιόζους ως περίπου προστάτες των αδυνάτων που δεσμεύονται από κώδικες τιμής η ταινία “Γόμορα” δείχνει με αφοπλιστική αμεσότητα το πραγματικό πρόσωπο της Καμόρα: μια μηχανή καταστροφής που διαλύει τον κοινωνικό ιστό, καταβροχθίζει φυσικούς και οικονομικούς πόρους, ληστεύει τους πολλούς, και παράγει χρήμα και εξουσία για τους λίγους.
Λένε πως ο Γκαρόνε στάθηκε πιο ήπιος από τον Σαβιάνο το βιβλίο του οποίου έχει πουλήσει εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα και φέρεται ότι έχει θορυβήσει με την απήχησή του τους μαφιόζους. Το βιβλίο δεν το διάβασα ακόμα. Αν όμως αυτή η ταινία θεωρήθηκε ήπια μπορώ να φανταστώ την αντίδραση των “νονών”. Η ταινία δείχνει πως τα έσοδα της μαφίας προέρχονται κατά κύριο λόγο από τα ναρκωτικά, τις κοινοτικές επιδοτήσεις, τις εργολαβίες, τη διαχείριση σκουπιδιών, ακόμα και τη μόδα (φοβερή η ενότητα με τους κινέζους λαθρομετανάστες που ράβουν τα δήθεν μοναδικά ρούχα ιταλών σχεδιαστών). Τα ναρκωτικά τα σπρώχνουν ανήλικοι για να περιορίζονται τα περιθώρια αντίδρασης της αστυνομίας, τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνουν γλυκομίλητοι αλλά και ικανότατοι τεχνοκράτες.
Γύρω τους, στρατιές φτωχών εξαθλιωμένων εργαζομένων προσπαθούν να βγάλουν το ψωμί τους κάνοντας ό,τι δουλειά τους πετάει σα ξεροκόματο η μαφία. Η ταινία “Γόμορα” (δεν περιλαμβάνεται στις υποψήφιες για όσκαρ) είναι μια ηχηρή καταγγελία που ευτύχησε να έχει δυνατό σενάριο, ταλαντούχους ηθοποιούς και έναν σκηνοθέτη με ικανότητες και έμπνευση. Μοιάζει με τη σειρά “Wire” την οποία το παρόν (β)λόγιο αγαπά πολύ, είναι κι αυτή φοβερά καλογυρισμένη μόνο που είναι σαφώς πιο μαύρη. Στον κόσμο της ναπολιτάνικης Καμόρα δεν υπάρχει διέξοδος, δεν υπάρχει κανένας άλλος δρόμος παρά μόνο αυτός στο τέλος του οποίου περιμένουν η βία και ο θάνατος.
Την ταινία την είδαμε τη δεύτερη ημέρα του χρόνου, στην πόλη των πόλεων, σε μια μικρή ανάπαυλα από τις θάλασσες ποτών και τις μουσικές του Ίνδικτου. Δεν χάνεται με τίποτα. Η καταχώρηση άργησε καθώς πολλές υποχρεώσεις του πεζού αυτού κόσμου έριξαν για λίγο το (β)λόγιο σε κατάσταση ημι-αδράνειας. Από σήμερα σε κανονικούς ρυθμούς και πάλι.


30 Ιανουαρίου, 2009 σε 7:40 μμ
Η ταινία είναι πολύ καλή, αλλά νομίζω λίιιιιγο μεγαλύτερη από όσο χρειαζόταν. Το τελευταίο μισάωρο είχα κουραστεί, και περίμενα να τελειώσει. ΟΚ, ίσως να φταίει ότι το είδα σε Village (ok, μη βαράτε ρε) και δεν έκανε διάλειμμα. Πάντως είναι όντως πολύ καλή και must see που θα λέγανε και στο Ντεπώ!
Κάπου διάβασα ότι 3 από όσους παίζανε στην ταινία ήταν όντως μπλεγμένοι με τη Μαφία και συνελήφθησαν.
30 Ιανουαρίου, 2009 σε 7:41 μμ
Eγώ πάλι,διάβασα το βιβλίο (πρόσφατο οικογενειακό δωράκι) και το προτείνω επίσης ανεπιφύλακτα! Μια μικρή λεπτομέρεια, ο συγγραφέας του, Ρομπέρτο Σαβιάνο, από το 2006 βρίσκεται απομονωμένος και κάτω από στρατιωτική προστασία, λόγω των απειλών που έχει δεχτεί, από κάποια μέλη φατρειών της Καμμόρα, και είναι μόλις 29 ετών!
Καλώς ήρθατε επιτέλους, πολλά φιλιά!!
31 Ιανουαρίου, 2009 σε 4:03 μμ
Η τανία όντως κορυφαία. Όμως νομίζω ότι παρουσίασε την Καμόρα ως πιο σύνθετη κατάσταση. Όχι μόνο μηχανή καταστροφής, αλλά και κοινωνικός ιστός, προστασία, εύρεση ταυτότητας για απεγνωσμένους νέους. Από τις 4-5 ιστορίες, αυτή των δύο (κάφρων) πιτσιρικάδων μου φάνηκε και η πιο πειστική.
31 Ιανουαρίου, 2009 σε 8:57 μμ
@ Anridrasex
Αφού σου άρεσε αυτό ψάξε και το Wire. Είδα ότι υπάρχει σε βίντεο κλαμπ η πρώτη σειρά με τον κάπως ’70s ελληνικό τίτλο “Οι διώκτες του εγκλήματος”
Αυτό με τη μαφία κάπου το διάβασα κι εγώ. Το Village πρέπει να σε πείραξε και βαρέθηκες το τελευταίο μισάωρο
@ Rourakas
Καλώς σε βρήκαμε. Θέλω κι εγώ να το διαβάσω το βιβλίο, είμαι σίγουρος ότι θα είναι ακόμα καλύτερο κι από την ταινία.
@ Γιάννης Κ.
Εντάξει έχει όλα τα στοιχεία που λες αλλά η καταστροφή παρουσιάζεται (και δικαίως) ως βέβαιη κατάληξη. Μου άρεσε πολύ και η ιστορία με τον ράφτη. Δεν πρέπει να τον αγαπάνε πολύ οι συμπατριώτες του τον συγγραφέα…
4 Φεβρουαρίου, 2009 σε 3:45 πμ
Μόλις την είδα.
Σούπερ.
Στο DVD είχε εξτραδάκι τον σκηνοθέτη να συνομιλεί με το (Ελληνικό) κοινό (Φεστιβάλ Θεσ/νίκης; )όπου εξηγούσε ότι ναι μεν τα γυρίσματα έγιναν σε αυθεντικές τοποθεσίες, όλοι όμως που έπαιζαν ήταν ηθοποιοί και μάλιστα θεατρικοί κυρίως, όπως επίσης ότι η ταινία μπορεί να περιγράφει την πραγματικότητα είναι όμως εντελώς φίκσιον.
5 Φεβρουαρίου, 2009 σε 8:12 μμ
Ωραίο το εξτραδάκι, για κάτι τέτοια μου αρέσουν τα DVD – αφού όμως δω πρώτα την ταινία στην μεγάλη οθόνη!
8 Απριλίου, 2009 σε 5:27 πμ
re paidia tin eida ex8es.plaka me kanete???o allos leei “htan ontws korifaia” to mono kalo pou eixe einai oti me 3ekourase…den skeftomoun tipota oso tin evlepa…apla evlepa thn o8onh…kai pernouse h wra…htan toso dianoitika ka8isterimenos o skhno8eths pou ton roufiano ton onomase tsiro…kai s’anwtera MAN.
8 Απριλίου, 2009 σε 7:23 πμ
Καλώς ήρθες αλλά πώς γίνεται να μη “σκεφτόσουν τίποτα όσο την έβλεπες”; Περίεργο μου φαίνεται ιδίως για αυτήν την ταινία. Τέλος πάντων, γούστα είναι αυτά, αλλά καθυστερημένο τον σκηνοθέτη δεν θα τον έλεγα…