Ντιμπέιτ για την Ευρώπη (χωρίς ντιμπέιτ και χωρίς Ευρώπη)

Παράλληλες συνεντεύξεις πέντε πολιτικών προς έξι εκπροσώπους μεγαλοεπιχειρηματιών, επί έξι θεμάτων. Σκόρπιες ερωταπαντήσεις χωρίς πολιτική αντιπαράθεση. Κεντρικό πολιτικό γεγονός λίγο πριν τις εκλογές για το Ευρωκοινοβούλιο όπου όμως δε συζητήθηκε κανένα από τα ζητήματα στα οποία θα πρέπει να τοποθετηθούν αυτοί που θα εκλέξουμε. Μια τηλεοπτική εκπομπή που εχθρευόταν την τηλεόραση. Με πλάνα στατικά, ερωταπαντήσεις άνευρες και χωρίς συνοχή, και διάρκεια “όσο πάρει”. Το φετινό ντιμπέιτ (ή τηλεμαχία ή, επί το λαϊκότερον, τηλεοπτική αντιπαράθεση) δεν ήταν ούτε καλύτερο ούτε χειρότερο από το προηγούμενο.

Οι πολιτικοί δεν ήταν οι επικεφαλής των ευρωψηφοδελτίων αλλά οι γνωστοί πέντε. Ο βαριεστημένος πρωθυπουργός, ο ασκούμενος μεταρρυθμιστής, η κολλημένη σταλινική, ο οργισμένος αριστερός και ο γερασμένος πια γελωτοποιός. Απουσίαζε ο συνταξιούχος σαρισοφόρος, που μας είχε φτιάξει κάπως τη διάθεση το 2007. Απουσίαζαν και άλλα κόμματα όπως οι “δε-χρειαζόμαστε-πολιτικές-θέσεις-όταν-έχουμε-τον-Τρεμόπουλο” και οι “αλλάξαμε-πάλι-όνομα-αλλά-είμαστε-οι-ίδιοι-ανώτεροι-και-πανέξυπνοι-νεοφιλελεύθεροι-που-αρνείστε-πεισματικά-να-ψηφίσετε”. Είχαμε όμως και άλλες απουσίες. Η Έλλη, ο Αλέξης, ο Νίκος δεν ήταν εκεί στην πλευρά των εκπροσώπων των επιχειρηματιών-εργολάβων-καναλαρχών. Στη θέση τους είδαμε δύο σοβαροφανείς αδιάφορους τύπους και τη Σία που έδειξε πως υπάρχει και πιο ξανθιά και πιο νεαρή έκδοση της Όλγας. Η δασκάλα στη γωνία ήταν και πάλι η Μαρία αλλά έλλειψαν οι αντεγκλήσεις με τις πριμαντόνες στα θρανία.

Απέναντι, ο Κωστάκης έδειχνε με κάθε σαφήνεια πως τα έχει γραμμένα όλα καθώς οι ευρωεκλογές δεν ρίχνουν ποτέ την κυβέρνηση. Ο Γιωργάκης δεσμεύτηκε “προσωπικά” για χιλιοστή φορά πως θα τα αλλάξει όλα και ζήτησε σχεδόν με δάκρυα στα μάτια να τον ψηφίσουμε. Η Αλέκα, όταν δεν μιμούνταν τον μακαριστό Χαρίλαο, έκανε σαφές πως το κόμμα είναι πάνω από ανθρώπους, πάνω από όλα γενικά, και σε όποιον αρέσει. Ο Αλέκος έκανε απέλπιδες προσπάθειες να δώσει ζωή στην πεθαμένη συζήτηση και τα έχωσε στον βαριεστημένο πρωθυπουργό και στους εκπροσώπους των επιχειρηματιών απέναντί του θυμίζοντάς τους πως είναι και αυτοί αναπόσπαστο μέρος της γκριζάδας. Και τέλος, ο Γιώργης μας ευχήθηκε χρόνια πολλά για τη … μεγάλη γιορτή της ορθοδοξίας και έδειξε πως όσο διασκεδαστικός είναι στους τηλεμονολόγους του τόσο λίγος και πληκτικός είναι όταν καλείται να τοποθετηθεί έστω και επί απλών ερωτήσεων.

Τι έμεινε; Πρώτο και πιο σημαντικό η πλήρης απουσία της Ευρώπης ως αντικείμενο συζήτησης και προβληματισμού. Μετά, η ανεπάρκεια των πλασιέ που κάνουν τους δημοσιογράφους αλλά και η ιδεολογική φτώχεια των περισσότερων πολιτικών που κλήθηκαν να ντύσουν με καμμια έξυπνη ατάκα τον διαγωνισμό ναρκισισμού  των τηλεπερσόνων. Μια εικόνα γερασμένου θιάσου που έχει παίξει το έργο τόσες πολλές φορές που αδυνατεί πλέον να πει κάτι άλλο. Από τον πρωθυπουργό-κασέτα που επαναλαμβάνει σε κάθε ευκαιρία σαχλαμάρες του τύπου “αναλαμβάνω την πολιτική ευθύνη”, μέχρι την καρικατούρα ακροδεξιάς εθνικοφροσύνης που ξιφουλκεί κατά των “συμφερόντων” και την ίδια ώρα υμνεί τη διευθύντρια του Κόκαλη και του Λάτση που έβαλε επικεφαλής στο ψηφοδέλτιό του, οι ηγέτες των τεσσάρων από τα πέντε κόμματα του κοινοβουλίου έδειξαν λίγοι.

Το παρόν (β)λόγιο ξεχωρίζει τον Αλέκο ο οποίος αν και δεν κρύβει επίσης την κούρασή του, τουλάχιστον μιλά με αμεσότητα, με όρους πολιτικούς και δείχνει (και πάλι) γνησίως οργισμένος κατά των υπεύθυνων για την κρίση, δηλαδή των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, των μεγάλων εταιριών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της κυβέρνησης. Έμεινε συνεπής στη στήριξη της εξέγερσης του Δεκέμβρη, αγνόησε τα παπαγαλάκια που του έλεγαν πως αυτό κοστίζει σε ψήφους και θύμισε πως οικολογία, ποιότητα ζωής, υγεία, ασφάλιση και άλλα ωραία έχουν νόημα και πρακτικό αποτέλεσμα όταν γίνονται συγκεκριμένα αιτήματα, πολιτικές και κινήματα. Δεν έκρυψε την πολυμορφία του ψηφοδελτίου τους, δεν κορόιδεψε με προσπάθειες να προσελκύσει τους μυθικούς δήθεν κεντρώους, δεν μάσησε όταν οι τηλεπερσόνες προσπάθησαν να πάνε την κουβέντα σε δημοσκοπικές εκτιμήσεις και κουτσομπολίστικες ιστορίες του τύπου “πού είναι ο Αλέξης”. Τέλος στάθηκε ευγενής απέναντι σε κόμματα και πρόσωπα που δεν βρίσκονταν στο στούντιο.

Γι αυτούς και για μερικούς λόγους ακόμα, το παρόν (β)λόγιο, μετά από ολιγοήμερο φλερτ με την αποχή και το λευκό, αποφάσισε και φέτος να πάρει θέση υπέρ των υποψηφίων του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό όμως χρειάζεται περισσότερη συζήτηση και θα επανέλθουμε.

ΥΓ. Μια καλή συνοπτική καταγραφή του τι ειπώθηκε στο ντιμπέιτ υπάρχει στην ιστοσελίδα του Ελεύθερου Τύπου - ιδίως στις επιμέρους ενότητες.

Η μαζορέτα του μεγάλου τελικού

Ποιος ήταν αυτός ο κυριούλης με το τσαχπίνικο υφάκι, το ζουμπουρλούδικο μαγουλάκι και τις ατελείωτες ξεκαρδιστικές χειρονομίες που μας διασκέδασε μέχρι να αρχίσει ο μεγάλος τελικός; Αυτός ρε συ, ο κιμπάρης, ο γεννημένος για κουβεντούλα σε τραπέζι που θα είχε παραγγείλει και μεζέ, αν δεν είχε απέναντί του τον ξινό τζιτζιφιόγκο που το έπαιζε μεγάλος δημοσιογράφος. Τους βλέπαμε έτσι από βαρεμάρα καθώς περιμέναμε με αυπομονησία την αναμέτρηση της Μαν Γιου κόντρα στη Μπάρσα.

Κάποιοι είπαν πως ήταν ο πρωθυπουργός της χώρας σε αποκλειστική προεκλογική συνέντευξη με μια από τις υπερτιμημένες ντίβες μεγάλου καναλιού. Και ότι το κόμμα του, είχε κλείσει τη συγκεκριμένη ζώνη, δηλαδή τη μια ώρα πριν τον τελικό, εδώ και εβδομάδες. Αποκλείεται. Δε γίνονται αυτά. Άντε η ξινή κατά φαντασίαν πριμαντόνα της γκλαμουράτης δημοσιογραφίας, αυτό να το δεχτώ. Αλλά ο πρωθυπουργός μιας χώρας σε ρόλο μαζορέτας; Δε γίνονται αυτά, ρε φίλε.

Οι Ladytron στο Fuzz

Ladytron

Τα κορίτσια (και αγόρια) από το νησί τα είχαμε δει στην μικρή κωμόπολη τον Νοέμβριο. Ήταν μια από τις τελευταίες συναυλίες πριν κατηφορίσουμε προς πιο θερμά κλίματα. Και ήταν πραγματική αποκάλυψη. Χτες, ξαναείδαμε τους Ladytron στο Fuzz, σε μια από τις πρώτες μας συναυλίες στη μικρή μας πόλη. Και ήταν ακόμα καλύτερα.

Το γκρουπ έπαιξε πιο δυνατά (βοήθησε σε αυτό η έξτρα κιθάρα), το κοινό ήξερε τα κομμάτια και με την ανταπόκρισή του ανέβαζε ακόμα περισσότερο την απόδοση του συγκροτήματος, και ο χώρος ήταν άνετος παρά τον πολύ κόσμο και με εξαιρετικό εξαερισμό. Ο ήχος είχε μερικά προβλήματα στην αρχή (μας χρωστάει το τελευταίο μέρος του αγαπημένου κομματιού “Runaway”), γρήγορα όμως βελτιώθηκε και στο δεύτερο μισό ήταν εξαιρετικός.

Σε αυτή τη δεύτερη συναυλία μέσα σε έξι μήνες μπορεί να μην υπήρχε το στοιχείο της έκπληξης που είχαμε το Νοέμβριο, η απόλαυση όμως της φοβερής μουσικής που βγάζουν η Έλεν Μάρνι, η Μίρα Αρόγιο, ο Ντάνιελ Χαντ και ο Ρέμπεν Γου ήταν ακόμα μεγαλύτερη. Μόνο αρνητικό η τιμή του ποτού. Όταν με το καλημέρα πληρώνεις 12 ευρώ για μια σόδα και μια μπύρα (ποτήρια, αμφότερα), έχοντας ήδη δώσει 25 για το εισιτήριο, τότε σου μένει μια κάπως πικρή γεύση. Ακόμα κι αν το κατάστημα σου αντικαταστήσει ευγενικά τη μπύρα που χύθηκε κατά λάθος.

Αναρτήθηκε στις μουσική. Ετικέτες: . 13 σχόλια »

“Gran Torino”: Ένας συγκλονιστικά ανθρώπινος ήρωας

clint

Ο γερασμένος, πεισματάρης, και καθόλου πολιτικά ορθός, ήρωας της τελευταίας ταινίας του Κλιντ Ίστγουντ δείχνει με αριστοτεχνικό τρόπο πως η ανθρωπιά δεν είναι ζήτημα εμφάνισης, σπουδών ή καλών τρόπων. Αντιθέτως πάει πακέτο με την ικανότητα να παρατηρείς, να σκέφτεσαι ελεύθερα, να αστειεύεσαι και να κρίνεις με βάση αξίες και όχι με βάση το στενό προσωπικό συμφέρον. Ο ήρωας που μας προσφέρει ο μεγάλος, πολύ μεγάλος Κλιντ στο “Gran Torino”, είναι μεν παλιομοδίτικος χωρίς όμως να αναπολεί κάποια εξιδανικευμένη, δήθεν χρυσή εποχή. Σκληρός και ξεροκέφαλος, μαλακώνει μέσα από την επαφή με τους “ανεπιθύμητους ξένους” που κατοικούν δίπλα του και τελικά ανακατεύεται σε μια “ξένη” υπόθεση για δύο πολύ ανθρώπινους λόγους. Επειδή τσαντίστηκε κι επειδή συμπάθησε κάποιον ξεπερνώντας τις προκαταλήψεις του και τα στερεότυπα.

Η ταινία σε βάζει από την αρχή στο δικό της ρυθμό. Παρακολουθείς από κοντά τις βαθιές ρυτίδες του Κλιντ να στενεύουν, να αλλάζουν σχήμα και να γίνονται ακόμα πιο βαθιές καθώς ο γεροπαράξενος βετεράνος της Κορέας, Κοβάλσκι, κάθεται στο βεραντάκι κοντά στην εξώπορτά του, δίπλα στο παλιό καλογυαλισμένο αμάξι Gran Torino και την αμερικανική σημαία. Από εκεί ο Κοβάλσκι παρατηρεί τη δική του Αμερική να αλλάζει με τρόπο που δεν καταλαβαίνει. Και κατεβάζει τη μια μπύρα μετά την άλλη μουρμουρίζοντας και γκρινιάζοντας. Δίπλα του έχει έτοιμη την καραμπίνα του για να υπερασπιστεί το μικρό κομμάτι αυλής που του αναλογεί.

Από τη θέση του γεροπαράξενου, έτοιμου να αρπαχτεί παρατηρητή θα τον βγάλουν οι νεαροί γόνοι της ασιάτικης οικογένειας που έχει μετακομίσει στο γειτονικό σπίτι. Χωρίς να το θέλει, και με αφορμή ένα περιστατικό που τον αγγίζει, μπαίνει σιγά-σιγά στον κόσμο τους και αρχίζει να παίρνει θέση σε όσα συμβαίνουν γύρω του. Η πορεία που θα ακολουθήσει μέχρι το τέλος της ταινίας είναι βέβαια δική του απόφαση, νιώθεις όμως πως με βάση τις αξίες του δεν είχε άλλη επιλογή. Αυτό δεν φαίνεται να τον στενοχωρεί καθόλου. Κρατά πάντα το σαρκαστικό, καυστικό χιούμορ του και προσφέρει στο τέλος μια απρόσμενη λύση που είναι μαζί σκληρή, δραματική, γλυκιά και ανθρώπινη.

Εκεί ακριβώς, στη δύναμη και το βάθος των χαρακτήρων και τον τρόπο που αποτυπώνονται στη μεγάλη οθόνη βρίσκεται η μεγάλη αξία της ταινίας. Και το σπουδαίο ταλέντο του μεγάλου Αμερικανού σκηνοθέτη και ηθοποιού είναι και πάλι ακριβώς αυτός ο συγκλονιστικός αλλά ανθρώπινος τρόπος που διηγείται μια σπουδαία καθημερινή ιστορία.

Αναρτήθηκε στις ταινίες. Ετικέτες: . 6 σχόλια »

Ο Μίμης κεντάει – αλλά κρατά τις υποσχέσεις του

Μίμης1

Η ιστορία θα συμπεριλάβει στις μεγάλες στιγμές αυτής της προεπαναστατικής άνοιξης την “κεντρική” παρουσίαση του βιβλίου του Μίμη Ανδρουλάκη στις 11 Μαΐου σε καφετέρια στο Μπουρνάζι. Τα βιβλία του Μίμη δεν είναι αυτό που λέμε συμβατικά αναγνώσματα. Αποτελούν μάλλον δοχεία στα οποία ο συγγραφέας συγκεντρώνει όλα εκείνα (και είναι πολλά) που δεν πρόλαβε να πει στις συνεχείς εμφανίσεις του κατά κύριο λόγο στο ραδιόφωνο και μετά στην τηλεόραση. Είναι γνωστό πως όταν ο Μίμης αρχίσει να μιλά, είναι αδύνατον να τον σταματήσει κανείς. Έχει μερικές ελπίδες μόνον εάν του υποσχεθεί πως θα τον ξανακαλέσει για να ολοκληρώσει τη γλαφυρή, παθιασμένη αλλά ατελείωτη αφήγησή του για το πώς με τρεις απλές κινήσεις ο ίδιος ο Μίμης θα θέσει σε σωστές βάσεις την παγκόσμια οικονομία, θα πρωτοστατήσει σε ριζοσπαστικές κοινωνικές αλλαγές σε Ανατολή και Δύση, θα βγάλει τον πλανήτη ολόκληρο από την κρίση και, ταυτόχρονα, θα αποκαταστήσει τη χαμένη τιμή του ανδρικού φύλου και θα τραγουδήσει την πιο έξυπνη μαντινάδα. Ένας άλλος τρόπος να κάνεις τον Μίμη να αυτοπεριοριστεί κάπως, είναι να του βάλεις απέναντί του αυτόν.

Μίμης2

Ο Θόδωρος ανήκει κι αυτός σε εκείνο το χαρισματικό είδος πολιτικού που μπορεί να μιλά επί ώρες χωρίς να κουράζεται και χωρίς κατ’ ανάγκη να λέει κάτι αδιάφορο, ώσπου ξαφνικά πετάει μια κουβέντα και τα κάνει όλα λίμπα. Τη Δευτέρα είπε κάμποσα ανέκδοτα, μερικά μάλιστα ήταν και καλά, αλλά γενικά συγκρατήθηκε κι αυτός, στην πολυτελή, όπως ταιριάζει στο εξωτικό Μπουρνάζι, μεγα-καφετέρια, όπου μαζί με τον Μίμη και τον κυρ Δημήτρη (Σιούφα, γκρίζο πρόεδρο της γκρίζας Βουλής στην οποία έβαλε λουκέτο ο Κωστάκης) παρουσίασαν το τελευταίο πόνημα του Μίμη. Την παρουσίαση και την (ας πούμε) “συζήτηση” συντόνισε η καλή δημοσιογράφος Πόπη Τσαπανίδου. Μεταξύ των δεκάδων ανθρώπων -και των ισάριθμων ασφαλιτών και σεκιουριτάδων- που παρακολούθησαν με ενδιαφέρον την εκδήλωση ήταν ο τοπικός δεσπότης, πολιτικοί όπως ο Λεωνίδας “Κρίμα” Κύρκος, άλλες αρχές, ο εκδότης του βαρυσήμαντου έργου, αλλά και γνωστοί σοσιαλιστές ποιητές όπως ο Κώστας στη φωτό, παρακάτω.

Μίμης3

Το βιβλίο φέρει τον παιγνιώδη τίτλο “Λευκό κοτσύφι, blue tree, μαύρο καράβι” με τον οποίο ο συγγραφέας κάνει υπαινικτικές αναφορές ταυτόχρονα στη “χιπ-χοπ καμπύλη του καπιταλισμού”, τον επαναστατικό “σοσιαλισμό της superclass”, τον “πράσινο cowboy”, την πειρατεία της μουσικής, τη μουσική των πειρατών, την διαλεκτική, αλλά και τα προσόντα που πρέπει να έχει ένα τοπ μόντελ. Οι 480 σελίδες που ακολουθούν χωρίζονται σε ενότητες με ακατάληπτους τίτλους τους οποίους ο μάστορας της πρόζας, Μίμης, παραθέτει και στο οπισθόφυλλο για να αποτρέψει απρόσεκτους εν δυνάμει αναγνώστες.Το βιβλίο μπήκε από τώρα στον σάκο του καλοκαιριού για την παραλία, είναι βέβαιο ότι θα φορεθεί πολύ, έχει ατάκες για κάθε τραπέζι.

Μίμης6

“Τι δουλειά είχε το παρόν (β)λόγιο στην εκδήλωση αυτή;” θα μπορούσε να αναρωτηθεί ο καλόπιστος αναγνώστης. Η απάντηση είναι σύνθετη στην απλότητά της και απλή στην πολυπλοκότητά της, όπως θα έλεγε και ο συγγραφέας μας. Κατ’ αρχάς τον Μίμη τον αγαπάμε και τον παρακολουθούμε. Μια εκδήλωση με Μίμη και Θόδωρο χαλαρούς και live, στο εξωτικό Μπουρνάζι το οποίο φημίζεται για τους ναούς καλαισθησίας που πλαισιώνουν την πλατεία και τους γύρω πεζοδρόμους (δείγμα επάνω), στο οποίο μάλιστα δεν είχε ξαναβρεθεί το παρόν (β)λόγιο ήταν πραγματικός και μεγάλος πειρασμός. Υπήρξε βέβαια και η υπόσχεση, από ραδιοφώνου, του συγγραφέα για ρακιά και κρασιά την οποία στην αρχή αμφισβητήσαμε. Κακώς. Ο Μίμης μπορεί να μιλά πολύ και ακατάληπτα, τις υποσχέσεις του όμως τις τηρεί.

Ήπιαμε λοιπόν τις ρακιές μας, ανταποδώσαμε τη φιλοξενία αγοράζοντας το εν λόγω βιβλίο (18 ευρώ, χωρίς αυτόγραφο του Μίμη – δε θέλαμε να ρισκάρουμε τόσο στενή επαφή με τον καλλιτέχνη) και στη συνέχεια απολαύσαμε ένα δροσιστικό κοκτέιλ (10 ευρώ – είδες το λαϊκό Μπουρνάζι!) σε άλλη μεγα-καφετέρια κάτω από τη σκια του γύψινου Ταζ Μαχάλ που κοσμεί τον πεζόδρομο. Ήταν μια πρώτης τάξεως πρεμιέρα της προεκλογικής περιόδου.