Μια βραδυά με τον Ίαν Ράνκιν

ian rankinΑπλός, ήρεμος, έξυπνος, κάπως ντροπαλός αλλά ζεστός για κουβέντα με τον κόσμο που γέμισε το καφέ στον πέμπτο όροφο του ιστορικού κτιρίου στο Σύνταγμα. Ο Ίαν Ράνκιν, ο σκωτσέζος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, δημιουργός του επιθεωρητή Ρέμπους, βρέθηκε την Τρίτη το βράδυ στη μικρή μας πόλη, στο πολυκατάστημα Public και μίλησε για περίπου ένα δίωρο για τη δουλειά του. Το παρόν (β)λόγιο έχει μεγάλο κόλλημα με το αστυνομικό μυθιστόρημα και απεριόριστη εκτίμηση για τον Ράνκιν και την Π. Ντ. Τζέιμς (από την εδώ πλευρά του ωκεανού).

Μπήκαμε πρώτοι στο καφέ του Public μία ώρα πριν αρχίσει η εκδήλωση. Μισή ώρα μετά ο κόσμος άρχισε να πυκνώνει και στις 7.30 που ξεκίνησε η συνέντευξη δεν υπήρχε ούτε ένα τραπέζι άδειο. Ο Ράνκιν είπε πολλά και ωραία. Είπε πόσο αγαπά την πόλη του, το Εδιμβούργο και το τοπικό παμπ όπου πίνει τη μπύρα του με τους φίλους του, τα έχωσε στις εταιρίες και τον καταναλωτισμό όλων μας που τροφοδοτεί τον καπιταλισμό, σάρκασε τη μανία της εξουσίας να ελέγξει τη ζωή των πολιτών (“αυτοί που με βάζουν να βγάλω τη ζώνη μου στο αεροδρόμιο πιστεύουν ότι θα μπορούσα με μια ζώνη να εξουδετερώσω το πλήρωμα και να καταλάβω ένα τζάμπο; Και γιατί διαλέγουν πάντα εμένα;”) και τόνισε πόσο τυχερός είναι που μπορεί και κάνει αυτή τη δουλειά: “Όσο είμαστε παιδιά, έχουμε μια τρομερή ικανότητα να πλάθουμε φανταστικούς κόσμους και να ζούμε έτσι δυο παράλληλες ζωές, μια στον πραγματικό και μια στον κόσμο που φτιάξαμε. Κάποια στιγμή αποφασίζουμε ότι μεγαλώσαμε και η φαντασία σταματά. Ο συγγραφέας είναι ένα παιδί που δε μεγάλωσε καθώς η φαντασία του συνεχίζει να πλάθει χαρακτήρες και καταστάσεις. Επιπλέον ελέγχει πλήρως τους χαρακτήρες που δημιουργεί – είναι κάτι σαν Θεός. Γι αυτό και ο συγγραφέας είναι διπλά τυχερός: είναι μαζί και παιδί και Θεός”.

Ξεκαθάρισε πως δεν αγαπά καμμία θρησκεία, καμμία εξουσία, κανένα ναρκωτικό. Αντίθετα, αγαπά τα βιβλία, τη μουσική, το αλκοόλ και τη σοκολάτα. Και φυσκά την οικογένειά του και τους φίλους του. Θεωρεί πως η κόλαση είναι το μικρό χωριό στη Σκωτία όπου πάει να μιλήσει και μόλις τελειώσει ανακαλύπτει πως το παμπ έχει κλείσει. Παράδεισος είναι το γραφείο του όπου έχει τον υπολογιστή του, βιβλία και δίσκους. Εκεί μπορεί να κλείνεται και να προσποιείται ότι δουλεύει ενώ στην πραγματικότητα ακούει μουσική και διαβάζει βιβλία.

Με τη μουσική έχει παλιά σχέση, από τότε που έπαιζε στο φοιτητικό new wave – punk συγκρότημα Dancing Pigs. Σήμερα ακούει νέα συγκροτήματα (από τη Σκωτία) όπως αυτά από την περιοχή του Εδιμβούργου που συμμετέχουν στην Fence Collective. Πάει και σε συναυλίες παλιών αλλά θεωρεί την τιμή των εισιτηρίων γελοία υψηλή. Για τα βιβλία είναι εξαιρετικά σαφής: “Μου αρέσουν τα βιβλία που αφηγούνται μια καλή ιστορία. Κι ας μην τα θεωρούν λογοτεχνία. Αν θέλεις, από τη μια πλευρά υπάρχει η ‘λογοτεχνία’ – δηλαδή τα βιβλία που οι άλλοι μου λένε ότι είναι καλά αλλά δεν μπορώ με τίποτα να διαβάσω. Έχω κολλήσει 100 φορές στην πρώτη σελίδα του Finnegan’s Wake του Τζόις και στο οπισθόφυλλο των βιβλίων του Τσέχοφ. Δεν μπορώ να τα διαβάσω. Από την άλλη πλευρά υπάρχουν τα βιβλία που μου αρέσουν και δεν ντρέπομαι να το παραδεχτώ. Για παράδειγμα ‘Ο Νονός’ είναι ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία. Τρομερή ιστορία και χαρακτήρες. Άλλο ένα, η ‘Λευκή Τζαζ’ του Τζέιμς Έλροϊ”, λέει και χαμογελά σα να έχει κάνει κάποια αταξία.

“Στη μια άκρη της πόλης υπάρχουν τα ακριβά εστιατόρια και τα κλαμπ για διασημότητες όπου συχνάζουν οι λογοτέχνες. Ας πάνε εκεί ο Μάρτιν Έιμις και ο Σάλμαν Ράσντι. Στην άλλη άκρη της πόλης έχει τα παμπ, τα καταγώγια και τα στριπτηζάδικα. Εκεί πάμε εμείς που γράφουμε αστυνομική λογοτεχνία. Και περνάμε παρα πολύ ωραία”, προσθέτει. Σπούδασε πάντως λογοτεχνία. “Όταν είπα τι θα σπουδάσω στους γονείς μου, δεν μπορούσαν να το καταλάβουν. Προέρχομαι από οικογένεια της εργατικής τάξης που εννοεί τις σπουδές να οδηγούν σε κάποιο συγκεκριμένο επάγγελμα. Δεν καταλάβαιναν για ποιο λόγο έπρεπε να πάω στο Πανεπιστήμιο για να διαβάζω μυθιστορήματα – κάτι που έκανα ούτως ή άλλως. Πήγα να γραφτώ στο τοπικό Πανεπιστήμιο και τους ρώτησα το κάνουν από σύγχρονη λογοτεχνία. Μου απάντησαν ‘Τζον Μίλτον’! Έφυγα τρέχοντας και έτσι βρέθηκα στο Εδιμβούργο”.

Ο κόσμος χειροκροτά με ενθουσιασμό σε πολλές από τις ατάκες του Ίαν Ράνκιν. Αρκετοί προσπαθούν να κάνουν ερωτήσεις αλλά πέφτουν πάνω στο μόνο μελανό σημείο της εκδήλωσης, τον Θανάση Λάλα που επιδίδεται σε σαχλούς θεατρινισμούς, ταλαιπωρώντας τον Ράνκιν με ολοένα πιο ανούσιες και ασύνδετες μεταξύ τους εξυπνάδες-ερωτήσεις και μην αφήνοντας τον κόσμο να μιλήσει. Η πρώτη ερώτηση από το κοινό έφτασε για να δείξει την κενότητα του Λάλα. Η κυρία στο βάθος ρώτησε για το καινούριο βιβλίο του Ράνκιν, ένα θέμα που δε χώρεσε στις 468 ερωτήσεις που προηγήθηκαν.

Ας είναι. Ο σκωτσέζος μάστορας ευγενικά ξεπερνούσε τις ερωτήσεις του τύπου που καθόταν δίπλα του και μιλούσε για αυτά που ήθελε. Και μίλησε πολύ – σχεδόν δύο ώρες. Μετά κάθισε υπομονετικά να υπογράψει τα βιβλία του χωρίς να τρομάξει από την τεράστια ουρά που σχηματίστηκε και μιλησε κι άλλο με τον κόσμο. Η βραδυά συνεχίστηκε στο μικρό και συμπαθητικό μπαράκι “Low Profile” όπου, χάρις σε δυο φίλους που τον ήξεραν, βρεθήκαμε με τον Ίαν Ράνκιν να πίνουμε και να κουβεντιάζουμε χαλαρά και ωραία για μουσική, βιβλία και ταξίδια.

ΥΓ. Την Πέμπτη 12 Νοεμβρίου, ο αρχηγός θα βρίσκεται στην πόλη των πόλεων, στο Public, και θα απαντά στις ερωτήσεις του Δημήτρη Καραθάνου του Soul (και των Dread Astaire).

Αναρτήθηκε στις βιβλία, πρόσωπα. Ετικέτες: , . 6 σχόλια »