Μυστήριοι τύποι κρυμμένοι στη σκιά. Παρακολουθήσεις, “τυχαίες” συναντήσεις σε ξενοδοχεία, θέατρα, και κοσμικά πάρτυ. Αεροπλάνα, θαλαμηγοί, γρήγορα αυτοκίνητα. Καθώς πρέπει, ευκατάστατοι πρωταγωνιστές με σκοτεινό παρελθόν, φόνοι, δράση και μυστήριο. Αυτός είναι ο κόσμος μέσα στον οποίο πρέπει να κινηθεί ο αστυνόμος Μπέκας και πότε-πότε ο δημοσιογράφος Μακρής.
Μέσα από τα βιβλιαράκια τσέπης που δίνει το “Βήμα” στην καθημερινή του έκδοση, οι δύο ήρωες του Γιάννη Μαρή συναντούν ξανά τους αναγνώστες, περισσότερο από μισόν αιώνα από τότε που κυκλοφόρησε στις εκδόσεις “Ατλαντίς” το “Έγκλημα στο Κολωνάκι”. Και κάποιοι αναγνώστες έχουν την ευκαιρία να εκτιμήσουν το ταλέντο του πατέρα του ελληνικού νουάρ μυθιστορήματος.
Και είναι ένα περίεργο νουάρ αυτό. Με σαφείς αναφορές στα αμερικανικά αλλά και τα ευρωπαϊκά αστυνομικά μυθιστορήματα, έχει παρ΄όλ΄αυτά αρκετές ιδιαιτερότητες και δεν ντρέπεται καθόλου για τη γλώσσα που μιλάει. Αν ο Μάρλοου και ο Μεγκρέ κυκλοφορούν με άνεση σε βρεγμένα πεζοδρόμια κάτω από γκρίζους ουρανούς, ο Μπέκας κινείται εξίσου άνετα μέσα στο εκτυφλωτικό φως του ήλιου του καλοκαιριού και απολαμβάνει τον γαλανό ουρανό της Αττικής.
Ο Μαρής φαίνεται να διασκεδάζει με τις ιδιαιτερότητες αυτές. Καμμια φορά κλείνει και το μάτι στον αναγνώστη. “Για μια ακόμη φορά σκέφτηκα σε πόση αντίθεση ερχόταν το ολοκάθαρο αθηναϊκό πρωινό με όλα αυτά τα σκοτεινά και μπερδεμένα που με τριγύριζαν”, γράφει στο άνοιγμα του εβδόμου κεφαλαίου, στον “Θάνατο του Τιμόθεου Κώνστα” που μόλις τελείωσα.
Όπως σε όλα τα καλά νουάρ, το έγκλημα είναι απλώς μια πρόφαση για μιλήσει ο συγγραφέας για την κοινωνία, τους χαρακτήρες της και τις συγκρούσεις τους. Η πόλη είναι το φυσικό του περιβάλλον ακόμα κι αν χρειαστεί κάποιες φορές να στείλει τον ήρωά του σε ολιγοήμερο ταξίδι στην “επαρχία”. Ο Μαρής θαυμάζει αλλά και απορεί με την ταχύτητα με την οποία αλλάζει ο κόσμος γύρω του, φροντίζει πάντα όμως να συνδέει τη λαμπερή επιφάνεια του μυθιστορηματικού παρόντος με το σκοτεινό παρελθόν της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Έτσι για να μην ξεχνιόμαστε.
Αν και ο ίδιος ήταν μεταξύ των ηττημένων του εμφυλίου, ο κόσμος του είναι αυτός των νικητών. Εύποροι κύριοι, καλοντυμένες κυρίες, αξιοπρεπείς και υπεράνω πάσης υποψίας αστοί συναντούν ελάχιστα, όσο χρειάζεται, φτωχούς, λαϊκούς τύπους, συχνά μπλεγμένους σε παράνομα κυκλώματα. Μόνο οι αστοί έχουν την οικονομική δυνατότητα να απολαμβάνουν όλες τις πτυχές της ζωής στην σύγχρονη πόλη και αυτοί καταλαμβάνουν τη σκηνή στις ιστορίες του Μαρή. Στο παρασκήνιο όμως, την ιστορία όμως την κινούν και οι άλλοι.
Παράλληλα, ξανασυναντάμε ή συναντάμε για πρώτη φορά λεπτομέρειες ενός κόσμου που έχει χαθεί και σήμερα μοιάζει σα να μην υπήρξε ποτέ. Ένας χαρακτήρας φτάνει στο αεροδρόμιο στις 8 παρά τέταρτο για να επιβιβαστεί στην πτήση των 8, χωρίς άγχος. Άλλος λέει στον ταξιτζή να περιμένει καμμια δυο ώρες μέχρι να τελειώσει την επίσκεψή του σε σπίτι στα προάστεια. Ένας τρίτος μόλις προλαβαίνει το πλοίο για Μύκονο, το επόμενο είναι μετά από τρεις μέρες. Λίγα αλλά γρήγορα αυτοκίνητα κυκλοφορούν σε άδειους δρόμους, τα δημόσια τηλέφωνα σε ξενοδοχεία και περίπτερα κάνουν θραύση και οι εφημερίδες προσφέρουν κανονική ενημέρωση. Και το κάπνισμα είναι απόλαυση αλλά και απαραίτητο στοιχείο στις κοινωνικές συναναστροφές.
Διαβάζοντας στο ίντερνετ είδα πως η σειρά που η ΕΡΤ2 είχε γυρίσει με βάση το βιβλίο του Μαρή το 1987-1988 (κάπου 40 επεισόδια) έχει καταστραφεί καθώς στα χρόνια που ακολούθησαν έγραψαν από πάνω, όπως συνήθιζαν, αγώνες ποδοσφαίρου σβήνοντας τα επεισόδια από τις βιντεοκασέτες. Κανονικό έγκλημα καθώς για αρκετό κόσμο ήταν η καλύτερη σειρά εποχής που γύρισε η ΕΡΤ. Ίσως η εταιρία παραγωγής να έχει κρατήσει αντίγραφο. Το 2006, η τηλεόραση του Άλφα το γύρισε σε δύο επεισόδια στο πλαίσιο της σειράς “Οι ιστορίες του αστυνόμου Μπέκα”. Προφανώς από τσιγκουνιά, όλες οι ιστορίες (και αυτή) έχουν μεταφερθεί στη σημερινή εποχή κι έχουν χάσει μεγάλο μέρος από την ομορφιά τους. Κρίμα αν και το άνοιγμα στους τίτλους είναι πολύ καλό. Παρακάτω ένα μέρος από τη μουσική και τους τίτλους αρχής της σειράς του 1987.



“Φορούσε πολιτικά, με άσπρο σακάκι και άσπρο πουκάμισο χωρίς γραβάτα, και για μισή ώρα μού μιλούσε στα γαλλικά, χωρίς δυσκολία, έως ότου, με περισσότερη αυτοπεποίθηση πια, πέρασε στα σχεδόν τέλεια ισπανικά. Διηγούνταν ωραία, με λίγο μαύρο χιούμορ, και πού και πού έδειχνε προς τη θάλασσα, που απλωνόταν μπροστά στα μάτια μας, κάτω από την απότομη ακτή, σαν όλα να είχαν συμβεί εκεί, απέναντι από την καφετέρια όπου αυτος έπινε καφέ κι εγώ μέντα. Όταν συνέβησαν τα γεγονότα ήταν λοχαγός, διευκρίνισε“. Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε, Η Βασίλισσα του Νότου, μτφ. Δημήτρης Δημουλάς, Πατάκης 2004.