Πολυτεχνείο 2009 σε τέσσερις εικόνες (φωτό el pibe)

Η χτεσινή μέρα είχε ήλιο (και πολλούς μπάτσους), λουλούδια στο μνημείο (και πολλούς μπάτσους), κάγκελα και ένστολους (που ήταν πολλοί και μπάτσοι) και διαδηλωτές με πάθος (περικυκλωμένους από πολλούς μπάτσους). Όταν η πορεία τελείωσε οι διαδηλωτές γύρισαν σπίτια τους -εκτός από 290 που τους απήγαγαν και όχι προσήγαγαν οι (πολλοί) μπάτσοι- κάτι κάδοι έμειναν στο δρόμο να καπνίζουν, σημάδι ότι πέρασε και από εκεί ο (πάντα διακριτικός) στρατός κατοχής. Στο Πολυτεχνείο, την πορεία και τα μεθεόρτια βρέθηκε η el pibe που τράβηξε και τις φωτό.

Killers, Duffy, Tricky: Τη γλιτώσαμε και πάλι…

Η μικρή μας πόλη φαίνεται να έχει ένα προβληματάκι με τις συναυλίες, τουλάχιστον φέτος. Το προβληματάκι είναι η προφανής αναντιστοιχία μεταξύ του τι ανακοινώνεται και του τι τελικά γίνεται. Οι ακυρώσεις συναυλιών είναι πλέον τόσο συχνό φαινόμενο που οι διοργανωτές θα μπορούσαν να ζητήσουν να μπουν τα φανταχτερά προγράμματά τους στο στοίχημα. Θα αποκτούσαν έτσι και ένα αξιόλογο έξτρα έσοδο για να ρεφάρουν τη χασούρα. Κυρίως οι διοργανωτές των συναυλιών στο εξωτικό μέρος που μεταφράζεται ως “κακό σπίτι”, “mala-casa” (το παρόν βλόγιο δεν μπαίνει στον πειρασμό να κάνει εύκολους συνειρμούς μεταξύ του τοπωνυμίου και του δημοφιλούς χαρακτηρισμού που αποδίδει το πώς ακριβώς νοιώθει το κοινό όταν ακυρώνεται μια συναυλία).

Μέχρι στιγμής έχουμε αποφύγει την ταλαιπωρία του να βγάλουμε εισιτήριο, να πάμε στου διαβόλου τη μανούλα (mala-casa), να φάμε μποτιλιάρισμα και στο πήγαινε και στο έλα, και τέλος να ξανατρέχουμε στα εκδοτήρια για να μας επιστρέψουν τα εισιτήρια. Depeche Mode και Franz Ferdinand υπήρξαν μεγάλοι πειρασμοί, ιδίως οι δεύτεροι τους οποίους το παρόν (β)λόγιο αγαπά πολύ. Αντέξαμε όμως, δεν τσιμπήσαμε και γλιτώσαμε την ταλαιπωρία.

Χτες φτάσαμε πολύ κοντά στο να την πατήσουμε. Επιστρέφοντας από τη μακρινή νότια Πελοπόννησο και τη Μάνη, όπου κρυφτήκαμε για το ΠΣΚ, το σχέδιο ήταν να πάμε κατευθείαν στη mala-casa για να δούμε Killers και Duffy για πρώτη φορά και Tricky για τρίτη. Όμως, ο θεός της βαρεμάρας τον οποίο τιμούμε και λατρεύουμε μας φώτισε και μας έσωσε. Με μια αστραπιαία και αποφασιστική κίνηση την οποία δεν καταλάβαμε καλά καλά πώς κάναμε, στρίψαμε προς το κέντρο της μικρής μας πόλης και δεν πήραμε την εθνική οδό προς την πόλη των πόλεων στην αρχή της οποίας βρίσκεται η mala-casa.

Σήμερα μάθαμε πως ακόμα μια πολυδιαφημισμένη συναυλία τελικά δεν έγινε. Αυτή τη φορά λόγω καιρού. “Η ισχυρή βροχόπτωση κατέστησε τον τεχνικό εξοπλισμό του φεστιβάλ και των καλλιτεχνών επικίνδυνο και ακατάλληλο προς χρήση“, λέει η διοργανώτρια εταιρία Didi music. Στο ίδιο δελτίο Τύπου μας πληροφορεί πως η βροχή που έπληξε τον εξοπλισμό έπεσε νωρίς το μεσημέρι. Μάλιστα. Δηλαδή αν η Didi music διοργάνωνε το Glastonbury, όπου η βροχή και η λάσπη είναι σχεδόν μέρος της παράδοσης και της διασκέδασης, δε θα γίνονταν ποτέ συναυλίες;

Αναρτήθηκε στις Αθήνα, μουσική. Ετικέτες: , . 10 σχόλια »

Ο Μίμης κεντάει – αλλά κρατά τις υποσχέσεις του

Μίμης1

Η ιστορία θα συμπεριλάβει στις μεγάλες στιγμές αυτής της προεπαναστατικής άνοιξης την “κεντρική” παρουσίαση του βιβλίου του Μίμη Ανδρουλάκη στις 11 Μαΐου σε καφετέρια στο Μπουρνάζι. Τα βιβλία του Μίμη δεν είναι αυτό που λέμε συμβατικά αναγνώσματα. Αποτελούν μάλλον δοχεία στα οποία ο συγγραφέας συγκεντρώνει όλα εκείνα (και είναι πολλά) που δεν πρόλαβε να πει στις συνεχείς εμφανίσεις του κατά κύριο λόγο στο ραδιόφωνο και μετά στην τηλεόραση. Είναι γνωστό πως όταν ο Μίμης αρχίσει να μιλά, είναι αδύνατον να τον σταματήσει κανείς. Έχει μερικές ελπίδες μόνον εάν του υποσχεθεί πως θα τον ξανακαλέσει για να ολοκληρώσει τη γλαφυρή, παθιασμένη αλλά ατελείωτη αφήγησή του για το πώς με τρεις απλές κινήσεις ο ίδιος ο Μίμης θα θέσει σε σωστές βάσεις την παγκόσμια οικονομία, θα πρωτοστατήσει σε ριζοσπαστικές κοινωνικές αλλαγές σε Ανατολή και Δύση, θα βγάλει τον πλανήτη ολόκληρο από την κρίση και, ταυτόχρονα, θα αποκαταστήσει τη χαμένη τιμή του ανδρικού φύλου και θα τραγουδήσει την πιο έξυπνη μαντινάδα. Ένας άλλος τρόπος να κάνεις τον Μίμη να αυτοπεριοριστεί κάπως, είναι να του βάλεις απέναντί του αυτόν.

Μίμης2

Ο Θόδωρος ανήκει κι αυτός σε εκείνο το χαρισματικό είδος πολιτικού που μπορεί να μιλά επί ώρες χωρίς να κουράζεται και χωρίς κατ’ ανάγκη να λέει κάτι αδιάφορο, ώσπου ξαφνικά πετάει μια κουβέντα και τα κάνει όλα λίμπα. Τη Δευτέρα είπε κάμποσα ανέκδοτα, μερικά μάλιστα ήταν και καλά, αλλά γενικά συγκρατήθηκε κι αυτός, στην πολυτελή, όπως ταιριάζει στο εξωτικό Μπουρνάζι, μεγα-καφετέρια, όπου μαζί με τον Μίμη και τον κυρ Δημήτρη (Σιούφα, γκρίζο πρόεδρο της γκρίζας Βουλής στην οποία έβαλε λουκέτο ο Κωστάκης) παρουσίασαν το τελευταίο πόνημα του Μίμη. Την παρουσίαση και την (ας πούμε) “συζήτηση” συντόνισε η καλή δημοσιογράφος Πόπη Τσαπανίδου. Μεταξύ των δεκάδων ανθρώπων -και των ισάριθμων ασφαλιτών και σεκιουριτάδων- που παρακολούθησαν με ενδιαφέρον την εκδήλωση ήταν ο τοπικός δεσπότης, πολιτικοί όπως ο Λεωνίδας “Κρίμα” Κύρκος, άλλες αρχές, ο εκδότης του βαρυσήμαντου έργου, αλλά και γνωστοί σοσιαλιστές ποιητές όπως ο Κώστας στη φωτό, παρακάτω.

Μίμης3

Το βιβλίο φέρει τον παιγνιώδη τίτλο “Λευκό κοτσύφι, blue tree, μαύρο καράβι” με τον οποίο ο συγγραφέας κάνει υπαινικτικές αναφορές ταυτόχρονα στη “χιπ-χοπ καμπύλη του καπιταλισμού”, τον επαναστατικό “σοσιαλισμό της superclass”, τον “πράσινο cowboy”, την πειρατεία της μουσικής, τη μουσική των πειρατών, την διαλεκτική, αλλά και τα προσόντα που πρέπει να έχει ένα τοπ μόντελ. Οι 480 σελίδες που ακολουθούν χωρίζονται σε ενότητες με ακατάληπτους τίτλους τους οποίους ο μάστορας της πρόζας, Μίμης, παραθέτει και στο οπισθόφυλλο για να αποτρέψει απρόσεκτους εν δυνάμει αναγνώστες.Το βιβλίο μπήκε από τώρα στον σάκο του καλοκαιριού για την παραλία, είναι βέβαιο ότι θα φορεθεί πολύ, έχει ατάκες για κάθε τραπέζι.

Μίμης6

“Τι δουλειά είχε το παρόν (β)λόγιο στην εκδήλωση αυτή;” θα μπορούσε να αναρωτηθεί ο καλόπιστος αναγνώστης. Η απάντηση είναι σύνθετη στην απλότητά της και απλή στην πολυπλοκότητά της, όπως θα έλεγε και ο συγγραφέας μας. Κατ’ αρχάς τον Μίμη τον αγαπάμε και τον παρακολουθούμε. Μια εκδήλωση με Μίμη και Θόδωρο χαλαρούς και live, στο εξωτικό Μπουρνάζι το οποίο φημίζεται για τους ναούς καλαισθησίας που πλαισιώνουν την πλατεία και τους γύρω πεζοδρόμους (δείγμα επάνω), στο οποίο μάλιστα δεν είχε ξαναβρεθεί το παρόν (β)λόγιο ήταν πραγματικός και μεγάλος πειρασμός. Υπήρξε βέβαια και η υπόσχεση, από ραδιοφώνου, του συγγραφέα για ρακιά και κρασιά την οποία στην αρχή αμφισβητήσαμε. Κακώς. Ο Μίμης μπορεί να μιλά πολύ και ακατάληπτα, τις υποσχέσεις του όμως τις τηρεί.

Ήπιαμε λοιπόν τις ρακιές μας, ανταποδώσαμε τη φιλοξενία αγοράζοντας το εν λόγω βιβλίο (18 ευρώ, χωρίς αυτόγραφο του Μίμη – δε θέλαμε να ρισκάρουμε τόσο στενή επαφή με τον καλλιτέχνη) και στη συνέχεια απολαύσαμε ένα δροσιστικό κοκτέιλ (10 ευρώ – είδες το λαϊκό Μπουρνάζι!) σε άλλη μεγα-καφετέρια κάτω από τη σκια του γύψινου Ταζ Μαχάλ που κοσμεί τον πεζόδρομο. Ήταν μια πρώτης τάξεως πρεμιέρα της προεκλογικής περιόδου.

Slumdog millionaire: Ένα καλοδιαφημισμένο μελό

slumdog_millionaire_opens_in_india

Μια καλή ιδέα (βασισμένη στο δημοφιλές τηλεπαιχνίδι “Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος”), ένας ικανότατος σκηνοθέτης, όμορφα πλάνα και ταλαντούχοι ηθοποιοί, φτάνουν για να δώσουν σε μια ταινία 8 Όσκαρ, δεν είναι όμως τελικά αρκετά στοιχεία για να την κάνουν μια πραγματικά καλή ταινία. Το Slumdog millionaire ξεκινά σαν μια σκληρή, αιχμηρή και γρήγορη ταινία που καταγγέλλει την εξαθλίωση στις παραγκουπόλεις της Ινδίας για να εξελιχθεί γρήγορα σε ένα κλασικό, προβλέψιμο, βαρετό μελό. Αν το πρώτο μέρος θυμίζει σε μερικά σημεία την “Πόλη του Θεού”, το δεύτερο είναι κανονική απογοήτευση – μια γλυκερή αμερικανιά από βρετανό σκηνοθέτη που χρησιμοποιεί ως πιασιάρικο εκφραστικό μέσο την ποπ κουλτούρα του ινδικού κινηματογράφου.

Ο σκηνοθέτης του Trainspotting, Ντάνι Μπόιλ, διηγείται την ιστορία του Τζαμάλ, ενός πιτσιρικά από τις παραγκουπόλεις της Βομβάης που κυνηγά το όνειρο. Σε αντίθεση με τους συνομηλίκους του, ο Τζαμάλ δεν ονειρεύεται χρήματα και εξουσία, αλλά την αγάπη, τον παιδικό του έρωτα, την όμορφη Λατίκα την οποία έχασε όταν ο Τζαμάλ και ο αδερφός του δραπέτευσαν από τον στυγνό Μαμάν που εκμεταλλευόταν ανηλίκους. Ψάχνοντας να την ξαναβρεί, ο Τζαμάλ μπλέκεται σε ένα σωρό περιπέτειες, ταξιδεύει σε ινδικά αξιοθέατα, και φτάνει να δηλώσει συμμετοχή στο ινδικό “Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος”. Εκεί εκνευρίζει τον παρουσιαστή του παιχνιδιού (η καλύτερη ερμηνεία της ταινίας από τον Ινδό σταρ Ανίλ Καπούρ) βρίσκοντας όλες τις απαντήσεις και κινεί τις υποψίες της αστυνομίας που προσπαθεί να βρει αν ο Τζαμάλ κλέβει στο παιχνίδι.

Την ταινία είδαμε στην αίθουσα 1 του “Αελλώ”, η οποία παρά τις εξαιρετικά ευγενικές υπαλλήλους και την προσεγμένη εμφάνιση, δε δικαιολογεί τα 8 ευρώ του εισιτηρίου. Στο σινεμά η μεγάλη οθόνη δε φτάνει να είναι καλή πρέπει να είναι και πραγματικά μεγάλη. Ιδίως σε μια ταινία γεμάτη χρώμα και πανοραμικά πλάνα. Το θάψιμο της ταινίας έγινε αμέσως μετά στο γειτονικό μπαρ “Au revoir” στην Πατησίων, έναν όμορφο χαμηλών τόνων χώρο που θυμίζει έντονα ελληνικές ταινίες του 60 και 70 όπου οι τιμές είναι καλές (μπύρα 4 ευρώ, ουίσκι 5,50) και το προσωπικό σούπερ φιλικό και εξυπηρετικό.

Αναρτήθηκε στις Αθήνα, ταινίες. Ετικέτες: , . 7 σχόλια »