
Η ιστορία θα συμπεριλάβει στις μεγάλες στιγμές αυτής της προεπαναστατικής άνοιξης την “κεντρική” παρουσίαση του βιβλίου του Μίμη Ανδρουλάκη στις 11 Μαΐου σε καφετέρια στο Μπουρνάζι. Τα βιβλία του Μίμη δεν είναι αυτό που λέμε συμβατικά αναγνώσματα. Αποτελούν μάλλον δοχεία στα οποία ο συγγραφέας συγκεντρώνει όλα εκείνα (και είναι πολλά) που δεν πρόλαβε να πει στις συνεχείς εμφανίσεις του κατά κύριο λόγο στο ραδιόφωνο και μετά στην τηλεόραση. Είναι γνωστό πως όταν ο Μίμης αρχίσει να μιλά, είναι αδύνατον να τον σταματήσει κανείς. Έχει μερικές ελπίδες μόνον εάν του υποσχεθεί πως θα τον ξανακαλέσει για να ολοκληρώσει τη γλαφυρή, παθιασμένη αλλά ατελείωτη αφήγησή του για το πώς με τρεις απλές κινήσεις ο ίδιος ο Μίμης θα θέσει σε σωστές βάσεις την παγκόσμια οικονομία, θα πρωτοστατήσει σε ριζοσπαστικές κοινωνικές αλλαγές σε Ανατολή και Δύση, θα βγάλει τον πλανήτη ολόκληρο από την κρίση και, ταυτόχρονα, θα αποκαταστήσει τη χαμένη τιμή του ανδρικού φύλου και θα τραγουδήσει την πιο έξυπνη μαντινάδα. Ένας άλλος τρόπος να κάνεις τον Μίμη να αυτοπεριοριστεί κάπως, είναι να του βάλεις απέναντί του αυτόν.

Ο Θόδωρος ανήκει κι αυτός σε εκείνο το χαρισματικό είδος πολιτικού που μπορεί να μιλά επί ώρες χωρίς να κουράζεται και χωρίς κατ’ ανάγκη να λέει κάτι αδιάφορο, ώσπου ξαφνικά πετάει μια κουβέντα και τα κάνει όλα λίμπα. Τη Δευτέρα είπε κάμποσα ανέκδοτα, μερικά μάλιστα ήταν και καλά, αλλά γενικά συγκρατήθηκε κι αυτός, στην πολυτελή, όπως ταιριάζει στο εξωτικό Μπουρνάζι, μεγα-καφετέρια, όπου μαζί με τον Μίμη και τον κυρ Δημήτρη (Σιούφα, γκρίζο πρόεδρο της γκρίζας Βουλής στην οποία έβαλε λουκέτο ο Κωστάκης) παρουσίασαν το τελευταίο πόνημα του Μίμη. Την παρουσίαση και την (ας πούμε) “συζήτηση” συντόνισε η καλή δημοσιογράφος Πόπη Τσαπανίδου. Μεταξύ των δεκάδων ανθρώπων -και των ισάριθμων ασφαλιτών και σεκιουριτάδων- που παρακολούθησαν με ενδιαφέρον την εκδήλωση ήταν ο τοπικός δεσπότης, πολιτικοί όπως ο Λεωνίδας “Κρίμα” Κύρκος, άλλες αρχές, ο εκδότης του βαρυσήμαντου έργου, αλλά και γνωστοί σοσιαλιστές ποιητές όπως ο Κώστας στη φωτό, παρακάτω.

Το βιβλίο φέρει τον παιγνιώδη τίτλο “Λευκό κοτσύφι, blue tree, μαύρο καράβι” με τον οποίο ο συγγραφέας κάνει υπαινικτικές αναφορές ταυτόχρονα στη “χιπ-χοπ καμπύλη του καπιταλισμού”, τον επαναστατικό “σοσιαλισμό της superclass”, τον “πράσινο cowboy”, την πειρατεία της μουσικής, τη μουσική των πειρατών, την διαλεκτική, αλλά και τα προσόντα που πρέπει να έχει ένα τοπ μόντελ. Οι 480 σελίδες που ακολουθούν χωρίζονται σε ενότητες με ακατάληπτους τίτλους τους οποίους ο μάστορας της πρόζας, Μίμης, παραθέτει και στο οπισθόφυλλο για να αποτρέψει απρόσεκτους εν δυνάμει αναγνώστες.Το βιβλίο μπήκε από τώρα στον σάκο του καλοκαιριού για την παραλία, είναι βέβαιο ότι θα φορεθεί πολύ, έχει ατάκες για κάθε τραπέζι.

“Τι δουλειά είχε το παρόν (β)λόγιο στην εκδήλωση αυτή;” θα μπορούσε να αναρωτηθεί ο καλόπιστος αναγνώστης. Η απάντηση είναι σύνθετη στην απλότητά της και απλή στην πολυπλοκότητά της, όπως θα έλεγε και ο συγγραφέας μας. Κατ’ αρχάς τον Μίμη τον αγαπάμε και τον παρακολουθούμε. Μια εκδήλωση με Μίμη και Θόδωρο χαλαρούς και live, στο εξωτικό Μπουρνάζι το οποίο φημίζεται για τους ναούς καλαισθησίας που πλαισιώνουν την πλατεία και τους γύρω πεζοδρόμους (δείγμα επάνω), στο οποίο μάλιστα δεν είχε ξαναβρεθεί το παρόν (β)λόγιο ήταν πραγματικός και μεγάλος πειρασμός. Υπήρξε βέβαια και η υπόσχεση, από ραδιοφώνου, του συγγραφέα για ρακιά και κρασιά την οποία στην αρχή αμφισβητήσαμε. Κακώς. Ο Μίμης μπορεί να μιλά πολύ και ακατάληπτα, τις υποσχέσεις του όμως τις τηρεί.
Ήπιαμε λοιπόν τις ρακιές μας, ανταποδώσαμε τη φιλοξενία αγοράζοντας το εν λόγω βιβλίο (18 ευρώ, χωρίς αυτόγραφο του Μίμη – δε θέλαμε να ρισκάρουμε τόσο στενή επαφή με τον καλλιτέχνη) και στη συνέχεια απολαύσαμε ένα δροσιστικό κοκτέιλ (10 ευρώ – είδες το λαϊκό Μπουρνάζι!) σε άλλη μεγα-καφετέρια κάτω από τη σκια του γύψινου Ταζ Μαχάλ που κοσμεί τον πεζόδρομο. Ήταν μια πρώτης τάξεως πρεμιέρα της προεκλογικής περιόδου.