
Αν ζητάς χλαμύδες, σανδάλια, βλοσυρές φάτσες, στόμφο και αρχαιοελληνική μεγαλοπρέπεια, καταλαβαίνεις από την αρχή ότι είσαι σε λάθος έργο. Οι “Πέρσες” του βούλγαρου σκηνοθέτη Ντίμιτερ Γκότσεφ είναι ντυμένοι με ρούχα σημερινά, κάνουν γκριμάτσες, γελούν, θρηνούν, και βγάζουν όλη την ένταση μιας εποχής σε κρίση και παρακμή. Σε ένα έργο που έτσι κι αλλιώς δεν περιλαμβάνεται στα αγαπημένα του παρόντος (β)λογίου, ο χορός (εφτά γυναίκες και εφτά άνδρες) κλέβει την παράσταση με όσα λέει, τον τρόπο που τα λέει και κυρίως με τον τρόπο που μουρμουρίζει, φοβάται, ανησυχεί, κουτσομπολεύει και διαλέγεται με τους κεντρικούς ρόλους. Ο χορός είναι ο λαός με όλες τις αδυναμίες και τα πάθη του που επιστρέφει στη σκηνή κανονικά, διεκδικώντας τη δική του θέση στην ιστορία. Κι όλα αυτά με φόντο ένα εξαιρετικό σκηνικό στο οποίο δεσπόζει ένα τεράστιο, μπλε, περιστρεφόμενο γύρω από τον άξονά του ορθογώνιο.
Την ίδια ώρα, η Αμαλία Μουτούση στο ρόλο της Άτοσσας και ο Νίκος Καραθάνος στο ρόλο του Ξέρξη δείχνουν όλη τη γύμνια των εξουσιαστών όταν το σύστημά τους καταρρέει, και ο Δαρείος του Μηνά Χατζησάββα είναι σκια του βασιλιά-θεού που σκορπούσε τρόμο στο άκουσμα του ονόματός του. Δεν τρελαθήκαμε με κανέναν από τους τρεις, παρ’ όλο που υπήρχε θετική προδιάθεση ιδίως για τον Χατζησάββα που τα είχε πει πολύ ωραία σε συνέντευξή του αντιδρώντας στις αποδοκιμασίες των ελληναράδων της Επιδαύρου. Καλή και η Λένα Κιτσοπούλου στο ρόλο του “τρελού” αφηγητή αλλά μέχρι εκεί. Ήταν, με λίγα λόγια, μια συμπαθητική παράσταση με κάπως πιο σύγχρονη απόδοση του έργου. Ούτε σόκαρε ούτε ασέβησε ούτε ανέτρεψε κάποια βαριά και ασήκωτη παράδοση. Κι έτσι η υστερία των πληγωμένων πατριδολατρών που καταγράφηκε στις παραστάσεις της Επιδαύρου, μοιάζει μάλλον ακατανόητη. Στην έξοδο βέβαια ακούσαμε ορισμένες βλοσυρές κυρίες να λένε ότι θα ήθελαν να φύγουν στη μέση και στη διάρκεια του έργου είδαμε και 10-20 άτομα να φεύγουν. Το θέατρο της Δώρας Στράτου στο λόφο του Φιλοπάππου ήταν όμως ασφυκτικά γεμάτο, απ έξω υπήρχε κόσμος που διαμαρτυρόταν που δεν είχε άλλα εισιτήρια (10 ευρώ, πολύ δημοκρατική τιμή), και γενικά το Εθνικό Θέατρο πρέπει να έμεινε ευχαριστημένο από την πρώτη του παράσταση στη συγκεκριμένη σκηνή (αλήθεια, πώς και άργησε τόσο;).

Το ίδιο έργο είδαμε και πέρυσι (πού να μας άρεσε κιόλας) στις 21 Ιουλίου στο θέατρο Κήπου, στην πόλη των πόλεων, από το Θεσσαλικό Θέατρο με την Εύα Κοταμανίδου στο ρόλο της Άτοσσας (φωτό επάνω). Εκεί περίσσευε ο στόμφος και η παραδοσιακή ματιά. Και πάλι αυτό που είχε ξεχωρίσει ήταν ο χορός και όχι η κάπως υπερβολικά βλοσυρή καλή ηθοποιός.
Και μια σκέψη που δημιουργήθηκε μόλις τώρα, ακούγοντας παράλληλα τη συνεχή ειδησεογραφική κάλυψη για τις πρόωρες εκλογές: Ο επιβλητικός αλλά μακαρίτης Δαρείος, ο ψιλοσάχλας γυιος του Ξέρξης που νόμισε ότι μπορεί να κυβερνήσει έτσι, μόνο και μόνο λόγω καταγωγής, και κυβέρνησε επειδή και όπως το θέλησε η αυταρχική μητέρα-εξουσιαστής Άτοσσα, όλο και κάτι μου θυμίζουν. Κρίμα που ο Αισχύλος δεν φρόντισε να βάλει στο έργο και κανέναν εξίσου μακαρίτη και μεγαλοπρεπή θείο για να πιάσει το έργο όλες τις περιπτώσεις.




