Ομίχλη και κόσμος στην παραλία

Τόσο κόσμο στην παραλία είχα να δω από εκείνα τα καλοκαιρινά βράδυα που όσοι έχουν μείνει στην πόλη βγαίνουν να συναντήσουν τους υπόλοιπους επιζώντες του καύσωνα. Σήμερα το μεσημέρι, με το θερμόμετρο να δείχνει 13 βαθμούς και την πόλη των πόλεων να έχει κρυφτεί μέσα στην ομίχλη δεν περίμενα να δω στην παραλία παρά μόνο φιλόζωοους που βγάζουν βόλτα τα σκυλάκια τους, αθλητικούς τύπους που κάνουν τζόγκινγκ ο κόσμος να χαλάσει και πλανόδιους πωλητές. Ήταν όλοι αυτοί και δέκα φορές άλλοι τόσοι. Δεν του έβλεπες. Πρώτα τους άκουγες, να συζητάνε κάπου κοντά σου, αόρατοι από την ομίχλη. Και μετά ξαφνικά να εμφανίζονται στα 10 μέτρα. Οι περισσότεροι πρέπει ήταν συνάδελφοι αγωνιστές του χριστουγεννιάτικου τραπεζιού που βγήκαν να πνίξουν τις τύψεις τους σε έναν χαλαρό περίπατο. Κοιταχτήκαμε με νόημα και προχώρησε ο καθένας στο δρόμο του. Στο τέρμα του δικού μας, μας περίμενε, κρυμμένος κι αυτός, ο Πύργος (ένας είναι ο Πύργος).

Αναρτήθηκε στις Θεσσαλονίκη. Ετικέτες: . 1 σχόλιο »

Με την μπάντα στην Αριστοτέλους

Από τη μεγάλη πλατεία περνούν όλοι. Πέρασε και η μπάντα ψάχνοντας για κοινό. Δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Ο κόσμος σταμάτησε και άκουγε τα παιδιά που έδιναν έναν κάπως πιο τζαζ χρώμα στις χριστουγεννιάτικες μελωδίες. Οι αφίσες του Δεκέμβρη στο φόντο πρόσθεταν κι αυτές στη ζωντάνια της εικόνας.

Παραμονή στην αγορά: Όποιος πρόλαβε πήρε

Είναι μια τρύπα το μαγαζί στην Ερμού. Μια τρύπα κανονικο θησαυροφυλάκιο, όμως. Παστουρμάς και σουτζούκι “Μιράν”, κασέρι Ξάνθης, καβουρμάς θρακιώτικος βουβαλίσιος, και δεκάδες άλλα λαχταριστά τυριά, αλλαντικά, και μεζεδάκια σε περιμένουν λίγα μέτρα πιο πέρα από την πάνω είσοδο της στοάς Μοδιάνο, σε ένα μακρόστενο μαγαζάκι όπου ίσα-ίσα χωράνε 10 άτομα στη σειρά και όπου 6-7 πωλητές περιμένουν να σε εξυπηρετήσουν και να σου δείξουν τι να πάρεις για να κολλάει με το φαγητό σου. Πολλοί πωλητές για να μην περιμένεις και να μην δυσανασχετείς. Κι αν πάλι χρειαστείς κάνα δυο λεπτά για να αποφασίσεις τι θα πάρεις, δε χάθηκε ο κόσμος.

Οι πωλητές όχι μόνο θα περιμένουν αλλά θα σε φιλέψουν και μπουκίτσες τυρί, παστουρμά και ό,τι άλλο φανταστείς για να πάρεις ιδέες όσο είσαι αναποφάσιστος. Πέρασα από τον Βλάχο (ή όπως αλλιώς λέγεται) το μεσημεράκι και δεν μπορούσα να ξεκολλήσω. Αν δεν είχα πιει κάτι τσίπουρα πιο πριν, μέσα στα τσιπουράδικα της στοάς, δε θα μπορούσα να φύγω. Πήγα μόνο για παστουρμά (πήρα μισό μισό Μιράν και Αραπιάν) κι έφυγα επιπλέον με κασεράκι και λουκανικάκια – και με τύψεις που δεν δοκίμασα κι άλλα.

Σε κέρδισα μεγάλε, αλλά πού να το καταλάβεις

Έχω δει συνθήματα και συνθήματα στους στοίχους αλλά τέτοια παιχνιδίσματα ποτέ. Ο “Χ” πάντως πρέπει να είναι μεγάλο βλήτο διότι μόνο από χαζομάρα χάνεις εδώ.

Τρίτη στο Φεστιβάλ: ξεχασμένα διαμάντια από τη Γιουγκοσλαβία

Ήταν η τελευταία μέρα για φέτος. Το ίδιο μεσημέρι έπρεπε να αφήσω την πόλη των πόλεων και να οδηγήσω προς το νότο, προς τη μικρή μας πόλη. Για τελευταία προβολή σε αυτό το 50ο φεστιβάλ κινηματογράφου διάλεξα όχι μία αλλά έξι ταινίες (μικρού μήκους). Ήταν 11 το πρωί και στη μικρή αίθουσα του 5ου ορόφου στο Ολύμπιο αρκετοί από τους θεατές κρατούσαν πλαστικές κούπες με καφέ. Το ίδιο και ο τύπος που μας είπε ότι θα βλέπαμε τις τελευταίες κόπιες έξι ταινιών που γυρίστηκαν πριν από 35-40 χρόνια στην ενιαία ακόμα Γιουγκοσλαβία.

Στην ταινία “Απερισκεψίες της εργατικής τάξης”, η Bojana Marijan μπαίνει με την κάμερά της στα εργοστάσια αλλά και στις ταβέρνες των εργατών. Είναι 1968 και τα αυτοσχέδια τραγούδια είναι αθυρόστομα, βουτηγμένα στο αλκοόλ, αγαπούν τη ζωή αλλά πότε πότε πετάνε και κανένα πολιτικό υπονοούμενο. Η “Λιτανεία ευτυχισμένων ανθρώπων” (1969-1971) του Σλοβένου Karpo Godina που ήταν παρών και στην προβολή (φωτό) έχει σα βάση ένα τραγούδι ύμνο στην πολυεθνική Βοϊβοντίνα και τους κατοίκους της. Ανατρεπτικό χιούμορ, τρομερές φάτσες και ύμνος και πάλι στη ζωή και τον άνθρωπο. Σύμφωνα με το πρόγραμμα η τότε λογοκρισία είχε απαγορεύσει την προβολή της “λόγω υποψίας ύπαρξης κρυφών μηνυμάτων”.

Εντελώς διαφορετικό ήταν το κλίμα στο “Φτωχοί” (1963) του Vlado Kristl. Μια ομάδα καμμια πενηνταριά ανθρώπων ντυμένοι ομοιόμορφα με μαύρα παντελόνια και άσπρα πουκάμισα, κάποιοι ξυπόλυτοι κάποιοι με παπούτσια, περπατούν, τρέχουν, πέφτουν κάτω σα να είναι νεκροί σε μια πόλη που φαίνεται να απειλείται διαρκώς με βομβαρδισμό ή εισβολή κάποιου αόρατου εχθρού. Ο σκηνοθέτης θέλει να δώσει όλη την παράνοια του ψυχρού πολέμου και για να το κάνει έπρεπε πρώτα να φύγει από τη χώρα του. Ήταν η πρώτη ταινία που γύρισε μόλις έφτασε στη Γερμανία.

Στο “Μια μέρα στη ζωή του Ράικο Μάκσιμ” ο Zlatko Lavanic παρακολουθεί όπως το λέει ο τίτλος μια μέρα στη ζωή του τελευταίου χηνοβοσκού στη Βοϊβοντίνα. Ο σκηνοθέτης, που πέθανε στο Σαράγεβο το 1996 τον καιρό που έληγε η πολιορκία της πόλης από τους Σέρβους, δίνει μια σειρά από πανέμορφες εικόνες χωρίς περιττά στολίδια ή ρομαντισμούς. Ο Ράικο Μάκσιμ είναι ένας απλός χηνοβοσκός που αφού περπατήσει τις (εκατοντάδες) χήνες των συγχωριανών του στο ποτάμι και τις φέρει πίσω κλείνει τη μέρα του πίνοντας μια μπύρα καθισμένος σε ένα κουτί έξω από ένα μπακάλικο. Έτσι απλά.

Εκεί όμως που λες τι τυχερός που είμαι και βρέθηκα εδώ ήταν στις δύο τελευταίες ταινίες, “Μου λείπει η Σόνια Χένι” και “Πώς γυρίστηκε το «Μου λείπει η Σόνια Χένι»” του Karpo Godina. Η ιστορία είναι ως εξής. Ο Γκοντίνα βρίσκεται το 1972 στο φεστιβάλ κινηματογράφου του Βελιγραδίου και έχει μια ιδέα. Καλεί διάσημους σκηνοθέτες που συμμετέχουν στο φεστιβάλ να γυρίσουν ένα τρίλεπτο φιλμάκι με κοινούς κανόνες. Το φιλμάκι θα γυριστεί στο ίδιο δωμάτιο, με τους ίδιους δύο ηθοποιούς, η κάμερα θα μείνει σταθερή και δε θα ζουμάρει, και σε κάποια φάση ένας από τους ηθοποιούς θα πρέπει να πει “μου λείπει η Σόνια Χέινι” (γερμανίδα αθλήτρια του καλλιτεχνικού πατινάζ επί Χίτλερ). Δέχονται οι Ντούσαν Μακαβέγεφ, Μίλος Φόρμαν, Τόντο Μπρας και άλλοι. Ο Γκοντίνα στη συνέχεια μοντάρει τις διαφορετικές ταινιούλες σε ένα ξεκαρδιστικό 15λεπτο και γυρίζει και το “Πώς γυρίστηκε…” Απλά τέλειο.

Η φρεσκάδα αυτών των σκηνοθετών 35-40 χρόνια πίσω είναι απίστευτη. Οι ταινίες προβλήθηκαν στο πλαίσιο του ειδικού αφιερώματος στις κινηματογραφικές λέσχες της Γιουγκοσλαβίας, με τίτλο Ex Yu. Μόνο και μόνο επειδή μπορούν και προβάλλουν τέτοια διαμάντια, είναι τεράστια ιστορία τα φεστιβάλ.

Με αυτές τις προβολές αφήσαμε την πόλη των πόλεων όπου σήμερα τελειώνει το 50ο φεστιβάλ. Του χρόνου και πάλι εκεί για ακόμα καλύτερες ταινίες (και ακόμα πιο ξεκαρδιστικά φέσια).