Ταξιδεύοντας με την εθνική – Λουξεμβούργο


Την εθνική ποδοσφαίρου την έχω δει μόνο εκτός έδρας, ποτέ στο σπίτι της. Από τη μια ποτέ δε μου άρεσε ιδιαίτερα ως ομάδα από την άλλη η έδρα της είναι συνήθως στην Αθήνα. Την πρώτη φορά που την είδα να παίζει ήταν στην Πορτογαλία το 2004. Είχαμε πάει από τη μικρή μας κωμόπολη με το αυτοκίνητο, περισσότερο για την εκδρομή στην όμορφη χώρα και λιγότερο για το ποδόσφαιρο. Τελικά μας έκατσε και η μπαλίτσα. Για την ακρίβεια μας έκατσε η κούπα γιατί μπαλίτσα μάλλον δεν είδαμε και πολύ.

Έκτοτε είδα την εθνική στη Φρανκφούρτη το καλοκαίρι του 2005 (άθλιο ποδόσφαιρο και δύο ήττες, φωτό επάνω), και δυο μήνες αργότερα και πάλι στη μικρή μας κωμόπολη σε φιλικό με το Βέλγιο (τρισάθλιο ποδόσφαιρο, ήττα, φωτό κάτω).

Μεσολάβησαν τρία χρόνια και την ξαναείδα φέτος το καλοκαίρι στο Σάλτσμπουργκ (να μη τα ξαναλέμε, μαύρα χάλια και ήττα, φωτό κάτω)

και σήμερα στο Λουξεβούργο σε ένα σούπερ βαρετό παιχνίδι (φωτό κάτω). Το ότι κερδίσαμε εύκολα με 3-0 λέει πολλά για τον οικοδεσπότη και σχεδόν τίποτα για εμάς.

Το Λουξεμβούργο δεν μπορούσε ούτε μια σοβαρή μπαλιά να αλλάξει, η εθνική μας πέρναγε την ώρα της με εύκολες μικρές πασούλες πίσω από το κέντρο. Καμμια φορά κάποιος παίκτης αποφάσιζε πως είχε βαρεθεί πλέον πάρα πολύ έκανε μακρινή μπαλιά δοκιμάζοντας την υπομονή των συμπαικτών του και των 4.500 θεατών, εκ των οποίων τα δύο τρίτα ήταν Έλληνες.

Η γκρίνια που είχα δει στις κερκίδες και τις καφετέριες στις προηγούμενες διοργανώσεις άρχισε νωρίς και στις εξέδρες του σταδίου Γιόσι (ή μήπως Ζοσί;) Μπαρτέλ. Και συνεχίστηκε μέχρι το τέλος παρά τα τρία γκολ. Το παιχνίδι ήταν από αυτά που τα ξεχνάς πολύ γρήγορα. Αυτό που άξιζε όμως ήταν η πλάκα στην κερκίδα που είχε γεμίσει με Έλληνες του Λουξεμβούργου και των γειτονικών κρατών. «Αλέ, αλέ, Μπασινάς, ζουέ», φώναζε ένας περνώντας με άνεση από τα γαλλικά στα σπαστά ελληνικά όταν κάποιοι παίκτες τον απογοήτευαν: «τι παπάγας»!

Στην απέναντι κερκίδα λίγοι ντόπιοι ενίσχυαν με τραγούδια την ομάδα τους. Ήταν οι αυτοαποκαλούμενοι «φανατικοί». Πρέπει να έχουν μεγάλη τρέλα με τη μπάλα για να πηγαίνουν οργανωμένοι και να βλέπουν την ομάδα τους που μόνο πολύ σπάνια καταφέρνει να μη χάσει. Οι δικοί μας τους σεβάστηκαν, όπως σεβάστηκαν και τον εθνικό τους ύμνο κατά τη διάρκεια του οποίου δεν σφύριξαν.

Οι φίλαθλοι της εθνικής έχουν κι αυτοί αλλάξει με τον καιρό. Εντάξει, έχει Λεωνίδες, Περικλήδες και εν γένει αρχαίους με δάφνινα στεφάνια και σανδάλια, έχει όμως και πολλά παιδάκια που χαίρονται όταν βλέπουν την ομάδα της μακρινής πατρίδας τους. «Με άκουσε, με άκουσε!» έλεγε γεμάτη χαρά μια κοπελίτσα στη φίλη της που είχε κολλήσει κι αυτή στο κάγκελο. Φώναζαν τον Χαριστέα και σε μια φάση αυτός γύρισε για μια μόνο στιγμή προς το μέρος τους.

Στο τέλος, οι παίκτες της εθνικής στενοχώρησαν ακόμα μια φορά τον κόσμο που είχε πάει να τους καμαρώσει. Με το σφύριγμα της λήξης χειροκρότησαν από μακριά και τυπικά τους Έλληνες φιλάθλους και μόνο ο Καραγκούνης πλησίασε λίγο περισσότερο και στάθηκε να ευχαριστήσει τον κόσμο. Οι υπόλοιποι ακριβώς το ίδιο ψυχροί και ντίβες το έπαιζαν και στη Γερμανία το 2005 προκαλώντας αγανάκτηση στους Έλληνες μετανάστες που βρέθηκαν τότε στην κερκίδα. Αντιθέτως οι Λούξοι πήγαν όλοι μαζί στην κερκίδα των «φανατικών» για να τους ευχαριστήσουν για τη συμπαράσταση παρά το εις βάρος τους 3-0. Άλλο το δέσιμο που φέρνουν οι ήττες κι άλλο αυτό μετά τους θριάμβους.

Advertisements

2 thoughts on “Ταξιδεύοντας με την εθνική – Λουξεμβούργο

  1. Καλή η αρχή. Σου εύχομαι να ολοκληρώσεις στους επόμενους 22 μήνες το επικό χρονικό «Από το Λούξεμπουργκ στο Γιοχάνεσμπουργκ»..

  2. Μερσί. Την εξωτική Ρίγα βέβαια θα τη δούμε μάλλον από την τηλεόραση. Είπαμε να βλέπουμε την εθνική εκτός αλλά όχι και τόσο εκτός…

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.