Debate των δύο: Λίγοι και επικίνδυνοι


Αυτό το παραμύθι ότι ο τόπος δηλαδή έχει ανάγκη από ικανούς, ειλικρινείς και αποτελεσματικούς τεχνοκράτες και διαχειριστές πρέπει κάποτε να τελειώσει. Για την ακρίβεια, πρέπει να τελειώσει τώρα, πριν κάνει περισσότερη ζημιά. Εδώ και αρκετά χρόνια, περισσότερες από μία κυβερνήσεις εκλέγονται υποσχόμενες ότι «θα βάλουν τάξη» και «θα νοικοκυρέψουν τον τόπο». Ισχυρίζονται δε ότι θα το καταφέρουν μόνο και μόνο διότι είναι απαλλαγμένες από περιττά ιδεολογικά βάρη και απαρτίζονται από ικανούς τεχνοκράτες. Πρόκειται περί απάτης.

Ασφαλώς και είναι χρήσιμοι οι τεχνοκράτες. Αρκεί βέβαια να παίρνουν σαφείς οδηγίες για το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να κινηθούν. Οδηγίες που να καθορίζουν την κατεύθυνση, και τον επιδιωκόμενο σκοπό. Να τους λένε, με απλά λόγια, «κάνε τα τεχνοκρατικά σου κύριε διότι θέλω η οικονομία να παράγει πλούτο σε εκείνον τον τομέα και να αποδίδει τόσα σε αυτές τις συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Θέλω επίσης να δίνεις έμφαση στον άλφα παράγοντα και όχι στον βήτα». Τέτοιες κατευθύνσεις που θα καθορίσουν πώς παράγεται και πώς θα διανέμεται ο πλούτος μπορεί να τις δώσει μόνο ο πολιτικός – όχι ο τεχνοκράτης.

Και για να δώσει οδηγίες ο πολιτικός πρέπει να έχει ένα όραμα και μια θεωρία. Πες τη σοσιαλισμό, σοσιαλδημοκρατία, κομμουνισμό, φιλελευθερισμό, φασισμό, πες το όπως θέλεις. Πες το κάπως όμως. Και περιέγραψέ το. Δώσε μια προοπτική που να παντρεύει τα τεχνικά στοιχεία με το όνειρο. Αυτά, το όραμα και η θεωρία δηλαδή, αποτελούν βασικά στοιχεία της ιδεολογίας ενός πολιτικού για την οποία πρέπει να πείσει ώστε να εκλεγεί μεταξύ άλλων πολιτικών που ενδεχομένως θα είναι φορείς άλλων ιδεών. Χωρίς αυτά τα στοιχεία δεν μπορεί να υπάρξει καθοδήγηση των τεχνοκρατών, χωρίς αυτά δεν μπορεί να πείσει ένας πολιτικός ότι είναι διαφορετικός αν όχι καλύτερος από τον άλλον. Χωρις αυτά, από την πλευρά του πολίτη, δεν αντέχονται οι αποτυχίες και δεν έχουν νόημα ούτε οι θυσίες ούτε οι επιτυχίες.

Αυτά ακριβώς τα στοιχεία έλλειπαν από την προχτεσινή τηλεοπτική αντιπαράθεση ανάμεσα στον Παπανδρέου και τον Καραμανλή. Δεν αξίζει να σταθείς στην εικόνα. Ατέλειες στον σωματότυπο του ομιλητή ή στην ποιότητα της έκφρασης και της γλώσσας δεν μπορεί να δίνουν πόντους σε μια πρόταση εξουσίας. Η τελευταία πρέπει να κρίνεται με βάση τα τεχνικά χαρακτηριστικά της αλλά και την ιδεολογία της. Με βάση δηλαδή τους βραχυπρόθεσμους ρεαλιστικούς στόχους, τους μεσοπρόθεσμους στόχους της αλλά και το όραμα – το ιδεολογικό πλαίσιο και τον τελικό στόχο.

Η αλήθεια είναι ότι όσο και να προσπαθούν να πείσουν ότι διαφέρουν, Παπανδρέου και Καραμανλής μοιάζουν. Μπορεί να προτείνουν για τα τρέχοντα άλλες συνταγές – πιο πολλές δημόσιες δαπάνες ο ένας, πιο σφιχτή πολιτική ο άλλος με έμφαση στην είσπραξη. Και οι δύο βέβαια ισχυρίζονται πως έχουν τεχνοκρατική γνώση και άριστους συνεργάτες. Και οι δύο διαλαλούν πως είναι τίμιοι και ότι δε θα συμβιβαστούν με την διαπλοκή. Δεν είναι όμως αυτές οι βασικές ομοιότητές τους.

Καραμανλής και Παπανδρέου μοιάζουν μεταξύ τους διότι δεν διαθέτουν ιδεολογία. Δεν δίνουν πολιτική προοπτική και δε βάζουν την πρότασή τους σε κανένα πολιτικό πλαίσιο διότι η πολιτική τους τρομάζει. Η φιλοδοξία τους φτάνει μέχρι τη διαχείριση των σημερινών. Δεν μπορούν να περιγράψουν τα αυριανά ούτε βέβαια πολύ περισσότερο να φανταστούν τα μεθαυριανά – δε φτάνουν μέχρι εκεί. Δεν διαθέτουν κανένα όραμα, δεν προσφέρουν όνειρα, η ιστορία που αφηγούνται είναι λειψή, στεγνή και βαρετή. Είναι μια κακή ιστορία.

Στην τηλεοπτική αναμέτρηση της Τρίτης φάνηκε ακριβώς αυτή η γύμνια ιδεών. Και είναι μια γύμνια επικίνδυνη. Η οικειοθελής απεμπόληση κάθε ιδεολογικής αναφοράς και η παράδοση της πολιτικής σε τεχνοκράτες αποτελεί οπισθοδρόμηση για την πολιτεία και την κοινωνία. Ο πολίτης δε φτάνει μόνο να διαλέγει πώς θα γίνει κάτι, πρέπει να ξέρει γιατί θα γίνει έτσι και όχι αλλιώς και, το κυριότερο, με ποιον απώτερο στόχο. Στόχο πολιτικό. Γενικόλογες σαχλαμάρες όπως «το καλό του τόπου», «η σωτηρία του έθνους», «όλοι θα βγουν κερδισμένοι» ταιριάζουν σε αφελείς ή σε χουντικούς, όχι σε πολίτες και πολιτικούς. Η χούντα στη Χιλή από στρατιωτικούς και τεχνοκράτες κυβερνήθηκε στηριζόμενη σε αφελείς και σε καθάρματα. Και φυσικά στη βία.

Σήμερα, η υποχώρηση της πολιτικής συζήτησης και του ονείρου προς όφελος ενός δήθεν ουδέτερου τεχνοκρατικού προτύπου γεννά απογοήτευση, αδιαφορία, ανισότητες και ολοένα και περισσότερη βία. Αυτή η βία προέρχεται, συντηρείται και τροφοδοτείται από το κράτος και τους μηχανισμούς του. Που επειδή δεν διαθέτει πολιτική ηγεσία, δεν μπορεί πλέον να παράγει όνειρα ούτε και να εμπνεύσει. Και δεν του μένει παρά να επιβληθεί με τον φόβο και την καταστολή. Παπανδρέου και Καραμανλής, έχοντας παραιτηθεί από οποιαδήποτε ιδεολογική αναφορά, προσπαθούν να πουλήσουν στην αγορά διαφορετικές παραλλαγές αυτού του ίδιου καταστροφικού μοντέλου. Είναι και οι δύο εξίσου λίγοι, είναι και οι δύο εξίσου επικίνδυνοι.

Advertisements

8 thoughts on “Debate των δύο: Λίγοι και επικίνδυνοι

  1. Το ζήτημα είναι ότι τελικά αυτοί οι δυο κονταροχτυπιούνται για την πρωθυπουργία και ότι τα κόμματά τους θα συγκεντρώσουν σχεδόν τα 4/5 των όσων πάνε να ψηφίσουν. Και θα τους ψηφίσουν είτε γιατί ευελπιστούν ότι θα τους βολέψουν σε μόνιμη θέση στο δημόσιο είτε γιατί πίστεψαν το παραμύθι της ακυβερνησίας!
    Ειδικά το δεύτερο, τους φοβίζει τόσο πολύ ώστε ανέχονται με δημοκρατικές παρεμβάσεις στον έτσι κι αλλιώς μη δημοκρατικό νόμο, ώστε η μειοψηφία να κυβερνά την πλειονότητα. Αρκεί κάποιος να κυβερνά, να διαχειρίζεται…
    Θεωρώ ότι ήρθε ο καιρός για το πείραμα των συνεργασιών, όσο ασαφές κι αν ακούγεται…

  2. Ο λόγος των κομμάτων ακολουθεί την γενικότερη αποϊδεολογικοποίηση του δημόσιου λόγου και της κοινωνίας. Η ΝΔ φοβάται να μιλήσει τόσο για φιλελευθερισμό όσο και για συντηρητισμό οποιασδήποτε εκδοχής. Το ΠΑΣΟΚ που και που πετάει κάτι περί σολιαδημοκρατίας, αλλά και πάλι πολύ διστακτικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει εξοβελίσει τον όρο «σοσιαλισμός» από το λεξιλόγιό του και περιορίζεται σε άδεια κλισέ περί «κοινωνικής αμφισβήτησης», «κινημάτων», κλπ. Οι Οικολόγοι-Πράσινοι δεν έχουν αναφέρει ποτέ την «κοινωνική οικολογία», πόσο μάλλον τον «διαλεκτικό νατουραλισμο»(!), ως ιδεολογικό τους πλαίσιο. Οι αναφορές αυτές απωθούν ή φοβίζουν την ελληνική κοινωνία, όπου η πλειοψηφία των ιδεολογικών ρευμάτων έχουν στηλιτευθεί με τρόπο ιεροεξεταστικό. Μάλιστα μερικά από αυτά («συντηρητικός», «(νεο)-φιλελεύθερος») χρησιμοποιούνται ως εξ’ ορισμού αρνητικοί όροι, τους δεν διαννοείται κανείς να χρησιμοποιήσει ως βάσεις επιχειρημάτων σε μία δημόσια συζήτηση.

  3. @ Konstantinos
    Φοβάμαι ότι κάπου εκεί στο 78% θα κινηθεί ο δικομματισμός. Αν μοιραστούν ένα 18-19% οι ΚΚΕ, ΛΑΟΣ, ΣΥΡΙΖΑ, πάρουν 2-3% οι Οικολόγοι και πάει συνολικά και ένα 2% σε όλα τα υπόλοιπα κόμματα, τότε ο νικητής της Κυριακής πάει για 40-42% και ο ηττημένος για 36-38%. Βέβαια, σε αυτό το σημείο πρέπει να σημειώσω πως σε όλες τις εκλογές έχω πέσει πολύ έξω στα προγνωστικά μου.

    @ Γιάννης
    Αν όμως μου στείλεις πριν τις εκλογές ένα κείμενό σου για τον διαλεκτικό νατουραλισμό, υπόσχομαι να το ανεβάσω και μάλιστα χωρίς σαρκαστικά σχόλια!

  4. Ασχέτως ιδεολογικού νατουραλισμού, δεν έχει άδικο ο Γιάννης.
    Οι μόνοι χώροι που διατρέχονται από μια Χ, Ψ ιδεολογία με σαφή και διακριτά χαρακτηριστικά σήμερα, και που δεν φοβούνται να τη δηλώσουν ως τέτοια, είναι δυστυχώς το ΚΚΕ και ο Καρατζαφ. Οι υπόλοιποι είτε δεν έχουν, είτε δεν τολμούν να την ονομάσουν.

    Τα προγνωστικά σου πάντως ρεαλιστικά μου φαίνονται, αλλά τα τελικά ποσοστά δεν εξαρτώνται και από την συμμετοχή;

  5. Η αποχή δεν μετρά στα ποσοστά, όπως δε μετρά και το λευκό ή άκυρο. Τα ποσοστά βγαίνουν με βάση όσους ψήφισαν έγκυρα και επέλεξαν κάποιο από τα 23 κόμματα που συμμετέχουν. Με λίγα λόγια αν ένα 3% ψηφίσει λευκό ή άκυρο, αυτό δε σημαίνει ότι θα μείνουν κενά 9 έδρανα στη Βουλή. Απλώς θα είναι πιο εύκολο στο πρώτο κόμμα να πάρει αυτοδυναμία.

  6. Έχεις δίκιο μ’αυτή καραμέλα πια περί «τεχνοκρατών». Έχει μια πολύ ωραία φράση ο Marc Bloch (ο μεγάλος Γάλλος ιστορικός) στο βιβλίο του L’Étrange Défaite: «Αλλά ακριβώς, τίποτα δεν προδίδει πιο ωμά τη μαλθακότητα μιας κυβέρνησης, από την υποταγή της στους τεχνοκράτες.»

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.