Δευτέρα στο Φεστιβάλ: η Hλιόπολη κλέβει την παράσταση


Η «Ανεξαρτησία» του φιλιππινέζου σκηνοθέτη Ράγια Μαρτίν (αριστερά) ήταν κάτι ανάμεσα σε Γκόλφω και Ταρζάν που παράλληλα ήθελε να πείσει ότι είναι και «ψαγμένη». Αρχές του 20ου αιώνα, και μια μητέρα και ο γιος της εγκαταλείπουν το χωριό τους, λίγο πριν μπουν οι αμερικανοί στρατιώτες, και καταφεύγουν στη ζούγκλα. Εκεί, ο γιος θα βρει μια νεαρή, θα κάνουν ένα παιδί και θα προσπαθήσουν να το μεγαλώσουν μακριά από τον πολιτισμό. Η ταινία, ασπρόμαυρη στο μεγαλύτερο μέρος της, είναι γυρισμένη εξ ολοκλήρου σε στούντιο καθώς ο σκηνοθέτης ήθελε να δείχνει σα να γυρίστηκε την εποχή στην οποία αναφέρεται. Ο ίδιος εξήγησε πως το κινηματογραφικό αρχείο της χώρας του έχει καταστραφεί με αποτέλεσμα οι νέοι σκηνοθέτες να μην έχουν δει παλαιότερη ταινία και να έχουν ακούσει μόνο γι αυτές. Ευγενείς οι προθέσεις αλλά δεν μπόρεσαν να καλύψουν τους σαχλούς συμβολισμούς και τις σχεδόν αστείες ατάκες των διαλόγων. Το τέλος βρήκε μεγάλο μέρος του κοινού να βγάζει βαθύ στεναγμό ανακούφισης.

Η «Ηλιόπολη» που ακολούθησε ήταν ένα κανονικό αριστούργημα. Η πρώτη ταινία του αιγύπτιου σκηνοθέτη Άχμαντ Αμπντάλα (φωτό κάτω αριστερά) μιλά για την πάλαι ποτέ αριστοκρατική γειτονιά του Καΐρου που σήμερα έχει ξεπέσει. Φταίει που έχασε τον διεθνή πολυπολιτισμικό πληθυσμό της επί Νάσερ, φταίει το αυταρχικό καθεστώς που δε σε αφήνει να αναπνεύσεις, φταίει και ο συντηρητισμός της κοινωνίας.

Στην ταινία παρακολουθούμε τις διαδρομές οχτώ ανθρώπων που κινούνται στην Ηλιόπολη: ένας φοιτητής (τον υποδύεται ο Χαλέντ Αμπόλ Νάγκα) που παίρνει πλάνα με την κάμερά του και μιλά με τους ντόπιους, ένας αστυνομικός που φρουρεί ένα κτίριο, ένα ζευγάρι μεσοαστών που πάει για ψώνια, ένας έμπορος ναρκωτικών, δύο απελευθερωμένες κοπέλες-εργαζόμενες που θέλουν να ξεφύγουν από τη μιζέρια και ενας γιατρός που θέλει να ταξιδέψει. Στην ταινία δε συμβαίνουν και πολλά πράγματα. Για την ακρίβεια δε συμβαίνει σχεδόν τίποτα. Οι άνθρωποι κινούνται μάταια, και ακόμα και όταν οι διαδρομές τους διασταυρώνονται οι ιστορίες τους ελάχιστα συναντιώνται. Η μαγεία της ταινίας είναι, όπως εξήγησε και ο σκηνοθέτης της, ότι ακριβώς δε συμβαίνουν και πολλά πράγματα. Κι αυτό γιατί δεν μπορούν να συμβούν και πολλά σε ένα τέτοιο ασφυκτικό περιβάλλον που μοιάζει με τέλμα. Ο Αμπντάλα έκανε μια θαρραλέα ταινία την οποία μάλιστα «αμέλησε» να περάει από το δεύτερο στάδιο της λογοκρισίας στη χώρα του. Πιστεύει πως αν πάει καλά στα διεθνή φεστιβάλ τότε δε θα τον ενοχλήσει το καθεστώς. Την ίδια γνώμη έχει και ο πρωταγωνιστής του και βασικός χρηματοδότης της ταινίας Χαλέντ Αμπόλ Νάγκα. Και οι δυο τους ήταν χαμογελαστοί, σεμνοί και μίλησαν για τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν στο γύρισμα.

Η μέρα τελείωσε με μια ελληνική ταινία που είχε ένα μεγάλο ατού, τον πρωταγωνιστή της, Ρένο Χαραλαμπίδη, και ένα μεγάλο σφάλμα, ότι πέραν του Χαραλαμπίδη δεν είχε τίποτε αλλο. Το «Άμα δε σε θέλει» του Βασίλη Νεμέα (δεξιά) έχει ένα σενάριο της (τηλεοπτικής) πλάκας, αστειάκια προσχολικής ηλικίας και διαλόγους και ερμηνείες που εκνεύριζαν. Ένας μουσικός (απογοητευτικός ο Κλέων Γρηγοριάδης) χάνει την ίδια βραδυά τη δουλειά του, το αυτοκίνητό του και τη γυναίκα του. Σα να μην έφταναν όλα αυτά του κολλάει ένας ημίτρελος «ταξιτζής» (Ρένος Χαραλαμπίδης) που τον ακολουθεί όλο το βράδυ προσπαθώντας να τον βοηθήσει. Στην εισαγωγή του ο Νεμέας είπε ότι μετά από 21 χρόνια τηλεόρασης θέλησε να κάνει και μια κινηματογραφική ταινία. Εκείνη ακριβώς ήταν η ώρα που έπρεπε να φύγουμε. Δεν το κάναμε κι έτσι φάγαμε στη μάπα μια ταινία που θα βλεπόταν μόνο στην τηλεόραση, κάποια βαρετή Κυριακή μεσημέρι, χωνεύοντας το κατσικάκι.

Advertisements