Μετανάστες στη Νομική: «Μα τι χρωστάμε;»


Τα αιτήματα των μεταναστών που βρίσκονται από χτες στη Νομική Αθηνών και στο Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης είναι δίκαια και έχουμε υποχρέωση να τα ικανοποιήσουμε ακόμα και αν δυσκολευόμαστε. Αυτή είναι η θέση μου για το ζήτημα που από χτες προκαλεί έντονες συζητήσεις στο δρόμο και στα δίκτυα. Με αυτήν την έννοια θεωρώ αφελές, αν όχι υποκριτικό, το ερώτημα «μα τι χρωστάμε εμείς;» που ακούει κανείς ακόμα και από καλοπροαίρετους συμπολίτες μας.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ποιοί είναι αυτοί οι άνθρωποι που «ήρθαν» ξαφνικά στις οθόνες της τηλεόρασής μας; Είναι «ξένοι», μετανάστες, κυρίως από χώρες της βόρειας Αφρικής. Οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονται ως σκέτο μετανάστες. Βρέθηκαν στην Ελλάδα από ανάγκη: για να γλιτώσουν από «εκεί», να επιβιώσουν εδώ ή αλλού έως ότου μπορέσουν κάποτε να επιστρέψουν και πάλι «εκεί». Έτσι κι αλλιώς μόνο αν έχει κανείς μεγάλη ανάγκη, ανάγκη ζωής, θα αφήσει τον τόπο του, θα πηδήξει κάγκελα, θα διασχίσει ναρκοπέδια ή κρύες θάλασσες, θα πληρώσει δουλέμπορους, για να πάει κάπου που δεν ξέρει τη γλώσσα, δεν ξέρει κανέναν, όπου τελικά μπορεί και να μην τον θέλουν.

Λένε οι ίδιοι στο κείμενό τους: «Ήρθαμε εδώ διωγμένοι από τη φτώχεια, την ανεργία, τους πολέμους, τις δικτατορίες».

Για να δούμε, φτώχεια, ανεργία, πόλεμοι, δικτατορίες. Ξέρουμε τίποτα για όλα αυτά; Έχουμε σχέση; Μα τέλος πάντων, τι χρωστάμε;

Επί αιώνες, η ανάπτυξη και ευημερία μας, «εδώ» στη Δύση βασίστηκε (ανάμεσα σε άλλα) σε τρία απλά πράγματα: Φτηνές πρώτες ύλες από «εκεί», φτηνό εργατικό δυναμικό από «εκεί» και πριμοδότηση των προϊόντων και υπηρεσιών από «εδώ» (απαγορεύσεις ή ποσοστώσεις για εισαγωγές από «εκεί», επιδοτήσεις στα δικά μας για εξαγωγές «εκεί», κλπ). Για να πετύχει αυτό, οι χώρες του «εκεί» έπρεπε να είναι υπό έλεγχο, στρατιωτικό, πολιτικό ή και τα δύο. Πρώτα ωμά ως αποικίες, περιουσιακά στοιχεία των «εδώ». Ή περιουσιακά στοιχεία ανθρώπων από «εδώ». Για παράδειγμα, η πάμπλουτη σε κρίσιμα ορυκτά (δεν θα είχαμε ας πούμε όλοι κινητά τηλέφωνα και playstation) Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό ήταν προσωπικό χωράφι του Βέλγου βασιλιά Λεοπόλδου.

Μετά, το να κρατάς αποικίες με στρατούς έγινε κάπως ακριβό σπορ. Τη θέση της αποικιακής διοίκησης, σε κάτι κατ’ όνομα ανεξάρτητα κράτη, πήραν σχεδόν αμέσως δικτάτορες (δεξιοί και αριστεροί) υποστηριζόμενοι από τους «εδώ». Μα καλά όλοι δικτάτορες είναι; Δεν ξέρουμε. Το «ανακαλύπτουμε» μόνον όταν φεύγουν. Χαρακτηριστική ήταν η γενική «έκπληξη» για την πτώση του Μπεν Αλί στην κατά τ’ άλλα «δημοκρατκή», «ανοιχτή» Τυνησία. Θα πει κανείς «εντάξει αλλά φταίνε και αυτοί που το ανέχτηκαν». Για να δούμε. Στη Λ.Δ. του Κογκό ο ηγέτης του αγώνα για την ανεξαρτησία Πατρίς Λουμούμπα κέρδισε τις εκλογές και έγινε πρώτος πρόεδρος. Μόλις δέκα εβδομάδες μετά, ανατράπηκε από στρατιωτικό πραξικόπημα, συνελήφθη και δολοφονήθηκε. Το πραξικόπημα έγινε με ενεργητική βοήθεια από «εδώ». Η Δύση εξόπλισε, εκπαίδευσε, έδωσε το πράσινο φως, και στη συνέχεια στήριξε. Και η Λ.Δ. του Κογκό ζει ακόμα τις συνέπειές του.

Όπου δεν αρκεί ο δικτάτορας, επεμβαίνει ο στρατός. Από τον πόλεμο του οπίου με την επέμβαση της Δύσης στην Κίνα, μέχρι τους πολέμους για το πετρέλαιο στην αραβική χερσόνησο και τους πολέμους για τα ορυκτά και τις πρώτες ύλες στη Λ.Δ. του Κογκό, η πολιτική των «εδώ» ήταν σαφής: ήρθαμε να πάρουμε, τα χρειαζόμαστε για εμάς, αν μας εμποδίσετε θα πεθάνετε. Στον «εκεί» κόσμο δεν έμεναν πολλές επιλογές: να πεθάνουν από σφαίρα ή από πείνα, ή να φύγουν, να πάνε αλλού, να δουλέψουν, να σωθούν, πού όμως; Εκεί που τους χρειάστηκαν κάποτε ως φτωχό εργατικό δυναμικό (πώς ας πούμε χτίστηκαν τα ολυμπιακά έργα στην πτωχή πλην όμως τίμια χώρα μας;) εκεί που ευημερούν, εκεί που τους χρωστάνε.

Τέτοιες ιστορίες έχουν πολλές να μας πουν οι μετανάστες που αντί να κρύβονται βρίσκονται από χτες στο προσκήνιο: «Οι πολυεθνικές της Δύσης και οι πολιτικοί υπηρέτες τους στις πατρίδες μας, δεν μας άφησαν άλλη επιλογή από το να ρισκάρουμε τις ζωές μας 10 φορές για να έρθουμε μέχρι την πόρτα της Ευρώπης. Η Δύση που καταληστεύει τον τόπο μας, με το απείρως καλύτερο βιοτικό επίπεδο από εκεί, είναι για μας η μοναδική ελπίδα να ζήσουμε σαν άνθρωποι», λένε στο κείμενό τους.

Μέχρι σήμερα, οι μετανάστες και οι άνθρωποι που τους στηρίζουν, φόρουμ, δίκτυο, συλλογικότητες, όπως και αν ονομάζονται και συντονίζονται, έκαναν τη σωστή επιλογή. Μέχρι τώρα ήταν εν πολλοίς στην άμυνα. Έκαναν δωρεάν μαθήματα Ελληνικών σε μετανάστες, διοργάνωναν συσσίτια, πρόσφεραν νομική βοήθεια και απαντούσαν στις κατηγορίες και τις προκλήσεις των μισαλλόδοξων και των στενοκέφαλων. Οι μεταναστες από την πλευρά τους προσπαθούσαν να είναι «διακριτικοί», να μην ενοχλούν. Διότι όταν οι μετανάστες είναι κρυμμένοι σε τρώγλες και υπόγεια, δεν προσβάλλουν την αισθητική μας, δεν μας βγάζουν από τη βολή μας, δεν προκαλούν ανησυχία στον νοικοκύρη και την κουτσοβγάζουν. Αρκεί να μπορείς να τους βρεις εύκολα για κανένα μαύρο μεροκάματο και να εξαφανιστούν μετά στις τρύπες τους. Αν πάλι «αποθρασυνθούν» και θέλουν να κυκλοφορήσουν θα τους αναλάβουν ενεργητικά οι ξυρισμένοι, κουμπουροφόροι «ανήσυχοι Έλληνες» και παθητικά όλοι εμείς που προσπερνάμε σφυρίζοντας αδιάφορα. Και θα τους βάλουν «στη θέση τους». Μέχρι να μην τους χρειάζονται πια οπότε θα φροντίσουν να πιέσουν το κράτος να παρέμβει για πρώτη φορά και να τους διώξει.

Οι μετανάστες και οι φίλοι τους είπαν τώρα να πάρουν την πρωτοβουλία. Να βγουν στην επιφάνεια και να διεκδικήσουν από εμάς «εδώ» αυτά που τους οφείλουμε. Τι διεκδικούν λοιπόν; Ας μιλήσουν πάλι οι ίδιοι.

«Μπαίνουμε μπροστά με τη ζωή μας για να σταματήσουμε τώρα την αδικία σε βάρος μας. Ζητάμε την νομιμοποίηση όλων των μεταναστών/τριών, ζητάμε ίσα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα και υποχρεώσεις με τους έλληνες εργαζομένους και εργαζόμενες. Ζητάμε από τους έλληνες συναδέλφους μας εργαζομένους, από κάθε άνθρωπο που τώρα υποφέρει κι αυτός από την εκμετάλλευση του ιδρώτα του, να σταθεί δίπλα μας. Να στηρίξει τον αγώνα μας, για να μην αφήσει να επικρατήσει και στο δικό του τόπο το ψέμα και η αδικία, ο φασισμός και η απολυταρχία των πολιτικών και οικονομικών ελίτ. Αυτό δηλαδή που έχει επικρατήσει και στις δικές μας πατρίδες και μας ανάγκασε να ξενιτευτούμε για να μπορέσουμε να ζήσουμε με αξιοπρέπεια, εμείς και τα παιδιά μας», λένε στην ανακοίνωσή τους.

«Ώπα μεγάλε, ξέφυγες», θα φωνάξει ο πάντα καλόπιστος ρεαλιστής. Νομιμοποίηση όλων των μεταναστών; Με αυτές τις συνθήκες; Μέσα στην κρίση; Η απάντηση και πάλι είναι ένα ξεκάθαρο ναι. Όποιος ανέχεται να ζει συνάνθρωπός του στην ανάγκη και την παρανομία είναι ξεκάθαρα με την πλευρά των εκμεταλλευτών. Αυτοί οι άνθρωποι βρέθηκαν «εδώ». Όχι κατά τύχη. Το είδαμε αυτό. Και η πολιτεία, το κράτος μας το χρυσοπληρωμένο, απέτυχε μέχρι σήμερα να τους καταγράψει, να τους εφοδιάσει με έγγραφα παραμονής και εργασίας, να τους δώσει τα απαραίτητα εφόδια για να εργαστούν και να προσφέρουν όπως το ζητούν, όπως το δικαιούνται. Οφείλει να το κάνει τώρα. Τους φιλοξενεί, θέλοντας και μη.

Λεφτά υπάρχουν, άλλωστε. Δεν πρόκειται για σχήμα λόγου. Υπάρχουν λεφτά που σήμερα πάνε σε όπλα, σε μισθούς και παροχές ρασοφόρων, σε απαλλαγές για εταιρίες και τράπεζες, σε μίζες προμηθευτών και εργολάβων, ακόμα και σε χαριστικές επιδοτήσεις, μισθούς, ταξίδια και τραπεζώματα «επαγγελματιών» των κατ’ όνομα μη κυβερνητικών οργανώσεων που χτίζουν την καριέρα τους πάνω στη δυστυχία. Λεφτά που οφείλει να δώσει και η μεγάλη μας πρώην αποικιοκρατική οικογένεια, η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το θέμα δεν είναι οικονομικό, είναι ζήτημα καθαρά πολιτικό. Και σε αυτή τη βάση θα δοθεί ο αγώνας. Για παράδειγμα, πολιτική είναι απόφαση της διοίκησης της Νομικής να κλείσει τη σχολή απειλώντας τους φοιτητές με απώλεια του εξαμήνου. Η σχολή βέβαια λειτουργεί σε άλλο κτίριο και δεν εμποδίζεται από την κατάληψη σε κτίριο που θα λειτουργήσει από τον Σεπτέμβρη.

Οι 300 μετανάστες κάνουν από σήμερα απεργία πείνας. Ελπίζω να μην είναι συνεπείς στην υπόσχεσή τους να πάνε μέχρι το τέλος. Η πολιτεία οφείλει να κινητοποιηθεί έστω και την ύστατη ώρα. Και να τους δώσει όχι αυτό που δεν της περισσεύει αλλά αυτό που τους χρωστάει. Και εμείς οι «εδώ» οφείλουμε να πάρουμε θέση. Γνωρίζοντας πως η εικόνα του εξαθλιωμένου μετανάστη δεν είναι ξένη αλλά αντίθετα εξαιρετικά οικεία – αναπόσπαστο κομμάτι, στην ίδια τη βάση της δικής μας επίπλαστης και ανέμελης ευημερίας.

Advertisements