Pasticcio* με αυγά: ένα -όχι και τόσο- νέο δράμα


Τόπος: Μια φανταστική δημοκρατία στα πρόθυρα της κατάρρευσης, κάπου στην Ευρώπη

Χρόνος: Σήμερα (και χτες, ίσως και αύριο)

Τα (φανταστικά) πρόσωπα: Ο νεοναζί, ο υπουργός, ο αστυνομικός, ένας χρήστης facebook, ένας μακαρίτης καλόγερος και ο (πάντα σοφός) λαός

Οι βασικές σχέσεις μεταξύ τους:

  • Ο νεοναζί θέλει να τσιμπήσει ψήφους από τον (πάντα σοφό) λαό – και από το κόμμα του υπουργού. Αδιαφορεί τόσο για τον μακαρίτη καλόγερο όσο και για τον χρήστη facebook καθώς δεν τον ψηφίζουν (ο μεν καθότι μακαρίτης, ο δε από επιλογή)
  • Ο υπουργός θέλει να τσιμπήσει ψήφους από τον (πάντα σοφό) λαό -και να μην χάσει προς τον νεοναζίΑδιαφορεί τόσο για τον μακαρίτη καλόγερο όσο και για τον χρήστη facebook καθώς δεν τον ψηφίζουν (όπως παραπάνω)
  • Ο αστυνομικός θέλει να κρατήσει τη θέση του διευθυντή. Κάνει θελήματα σε κάθε υπουργό και χτίζει την εικόνα του στον (πάντα σοφό) λαό. Αδιαφορεί τόσο για τον μακαρίτη καλόγερο όσο και για τον χρήστη facebook καθώς δεν επηρεάζουν την καριέρα του (ο μεν καθότι μακαρίτης, ο δε λόγω facebook το οποίο αγνοούν όσοι επηρεάζουν πραγματικά την καριέρα του αστυνομικού)
  • Ο χρήστης facebook κοροϊδεύει τον μακαρίτη καλόγερο γιατί έχει βαρεθεί τη μαλακία που δέρνει μεγάλο τμήμα του (πάντα σοφού) λαού
  • Ο μακαρίτης καλόγερος είναι μακαρίτης και δεν έχει καμμία σχέση με κανέναν – όσο ζούσε, φέρεται από ορισμένους να έχει πει κάτι ασυναρτησίες, και από άλλους να έχει κάνει βαρυσήμαντες προφητείες για το μέλλον του έθνους και του πλανήτη
  • Ο (πάντα σοφός) λαός έχει χάσει, ως συνήθως, τη μπάλα

Η υπόθεση:

  • Μέρος του (πάντα σοφού) λαού καταγγέλλει στον νεοναζί ότι ο χρήστης facebook κοροϊδεύει τον μακαρίτη καλόγερο. Ο νεοναζί βρίσκει την ευκαιρία να κάνει τζέρτζελο στην αγορά και ζητά από τον υπουργό να πάρει μέτρα. Ο υπουργός βλέπει τον νεοναζί να απλώνει το χέρι στις ψήφους του και ζητάει από τον αστυνομικό να κόψει τον κώλο του, να βρει και να συλλάβει τον χρήστη facebook.
  • Ο αστυνομικός θέλει να τα έχει καλά και με τον υπουργό (παρούσα καριέρα) και με τον νεοναζί (ενδεχόμενη καριέρα) βρίσκει και συλλαμβάνει τον χρήστη facebook. Λέει όμως (κάνοντας αβάντα στον υπουργό) ότι η σύλληψη δεν έχει σχέση με το τι ζήτησε ο νεοναζί αλλά ότι άλλο μέρος του (πάντα σοφού) λαού είχε καταγγείλει τον χρήστη facebook  στην αστυνομία η οποία έσπευσε να κάνει απλώς τη δουλειά της.
  • Ο χρήστης facebook οδηγείται στον εισαγγελέα (κομπάρσος αγνώστων λοιπών στοιχείων). Ο μακαρίτης καλόγερος παραμένει μακαρίτης. Ο (πάντα σοφός) λαός μπερδεύεται ακόμα περισσότερο για το τι συμβαίνει (εκτός από τους μυημένους στα εξωτικά «μέσα κοινωνικής δικτύωσης») και είτε αδιαφορεί πλήρως είτε το ρίχνει στα μπινελίκια. Η συνέχεια επί της σκηνής…

Μικρή κριτική:

Το συγκεκριμένο είδος θεάτρου έχει πλούσια παράδοση. Το ελληνικό αλλά και το διεθνές ρεπερτόριο περιλαμβάνει ξεκαρδιστικές κωμωδίες αλλά και αιματοβαμμένα δράματα, ανάλογα με την εποχή και τον τόπο όπου εκτυλίσσεται η υπόθεση. Το χάπι έντ δεν ήταν ποτέ δεδομένο, τα τελευταία χρόνια πάντως το φινάλε είχε παύσει να είναι εντυπωσιακό με αποτέλεσμα την κόπωση του κοινού. Οι άλλοτε θεαματικές ανθρωποπυρές και τα φαντασμαγορικά λυντσαρίσματα που έκαναν εκατοντάδες χιλιάδες θεατές να παραληρούν εξελίχθηκαν στις μέρες μας σε αργόσυρτα δικαστικά δράματα, με συνηθισμένο τέλος μια βαρετή, άχρωμη, ουδέτερη αθώωση του «βλάσφημου». Μπαναλιτέ.

Αυτά ευτυχώς τελείωσαν εδώ και 1-2 χρόνια. Τελείωσαν μαζί με την «κοινωνική γαλήνη» και «οικονομική ευημερία». Η κρίση θρέφει τις τέχνες και, σήμερα, νέοι φιλόδοξοι δραματουργοί προσπαθούν να ξανακερδίσουν το διψασμένο  κοινό καταφεύγοντας σε δοκιμασμένες συνταγές που υπόσχονται πραγματικές συγκινήσεις. Τα «διανοουμενίστικα» σενάρια με διαλόγους και αντιπαραθέσεις λογικών επιχειρημάτων δεν φέρνουν πια θεατές, δεν κόβουν εισιτήρια. Η «νέα-παλιά» συνταγή θέλει αίμα, φόβο, προκατάληψη, διαπόμπευση, ενστικτώδεις αντιδράσεις, βία. Φτάνει όμως ένα απλό ρετουσάρισμα για να γνωρίσει το παλιό μια νέα επιτυχία; Ίδιο το έργο, ίδιοι οι χαρακτήρες, νέοι μόνο οι ηθοποιοί; Ο καιρός θα δείξει. Και το κοινό.

* Pasticcio: In the 18th century, opera pasticcios were frequently made by composers such as Handel, for example Muzio Scevola (1721) and Giove in Argo (1739), as well as Gluck, and Johann Christian Bach. These composite works would consist mainly of portions of other composers’ work, although they could also include original composition. The portions borrowed from other composers would be more or less freely adapted, especially in the case of arias in pasticcio operas by substituting a new text for the original one.

Advertisements