«Ο καθηγητής και η τσιγγάνα» ή «Γιατί έχω βαρεθεί τη συζήτηση για το ευρωψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ»


Στο τελευταίο επεισόδιο της βαρετής σαπουνόπερας που ονομάζεται ευρωψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ ο συνεργαζόμενος Δημήτρης Χριστόπουλος (ο καθηγητής) ανακαλύπτει ότι θα είναι στην ίδια λίστα με την συνεργαζόμενη Σαμπιχά Σουλεϊμάν (η τσιγγάνα). Κι έχει πρόβλημα. Το πρόβλημά του είναι ότι ο ίδιος διαφωνεί με το πώς η συνυποψήφιά του μιλάει για τον εαυτό της και με το πώς περιγράφει τη σχέση της κοινότητάς της (Ρομά) με μια άλλη κοινότητα που ζει επίσης στη Θράκη. Αυτούς που αυτοπροσδιορίζονται ως Τούρκοι.

Κι επειδή ο ένας συνεργαζόμενος διαφωνεί πολιτικά, επιστημονικά, προσωπικά ή όπως αλλιώς θες, προσπαθεί και πετυχαίνει να ακυρωθεί η υποψηφιότητα της άλλης συνεργαζόμενης. Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν ανακοινώνει ότι η Σαμπιχά Σουλεϊμάν δεν είναι πλέον υποψήφια -παρ ότι την είχε επιλέξει και ψηφίσει κάποιο κεντρικό όργανο του κόμματός τους- και ο Δημήτρης Χριστόπουλος χαίρεται και δίνει συνέντευξη (xanthipress) όπου, αφού μας υπενθυμίσει την δουλειά του στον χώρο των δικαιωμάτων και των μειονοτήτων, μας λέει περήφανα ότι «δούλεψε» ο ίδιος για να ακυρωθεί η υποψηφιότητα.

Σε αυτό το επεισόδιο έχουμε βασικά δύο ιστορίες: η μία είναι επιστημονικά, ιδεολογικά και πολιτικά φορτισμένη και αφορά την ουσία της διαφωνίας του Χριστόπουλου με τη Σαμπιχά. Μπορεί αυτή η διαφωνία να σημαίνει πολλά, σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο, για τους δύο μέχρι χτες συνυποψήφιους, δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι είναι άμεσα εξίσου κατανοητή η πολιτική σημασία της για τους υπόλοιπους (εκτός κι αν μας την εξηγήσουν αναλυτικά παρ ότι αυτό ενδέχεται να μην είναι ακριβώς το βασικό θέμα των ευρωεκλογών). Δεδομένου μάλιστα ότι κάθε κόμμα περιλαμβάνει στη λίστα του 42 διαφορετικούς ανθρώπους από τους οποίους καλούμαστε να «σταυρώσουμε» μέχρι τέσσερις, είναι λογικό και αναμενόμενο ο κάθε προσκεκλημένος-συνεργαζόμενος να διαφωνεί κάπου με τον κάθε άλλον προσκεκλημένο-συνεργαζόμενο. Αλλά είναι εξίσου λογικό και αναμενόμενο, για το καλό του ψηφοδελτίου, να κάνει γαργάρα την διαφωνία του αν είναι μικρή και να αποσύρεται διακριτικά ο ίδιος αν είναι μεγάλη. Με λίγα λόγια αν υποθέσουμε ότι είχαμε εδώ μια κρίση μεταξύ δύο υποψηφίων που προσκλήθηκαν να συνεργαστούν με τον ΣΥΡΙΖΑ, μια αποτελεσματική και αναμενόμενη διαχείριση τη κρίσης αυτής από το κόμμα θα ήταν θα ήταν να τους πει «χαλαρώστε λίγο γιατί έτσι χάνουμε όλοι και αν συνεχίσετε θα σας στείλουμε στο σπίτι σας».

Στο σημείο αυτό περνάμε στην άλλη ιστορία η οποία έχει να κάνει με την διαδικασία με την οποία ένα κόμμα συγκροτεί πολιτικά την εκλογική παρουσία του. Βλέπουμε λοιπόν ότι η πρώην μικρή και νυν μεγάλη πολιτική παράταξη που λέγεται ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται και σε αυτό το επεισόδιο αμήχανη, άβουλη και λίγη. Αφήνει τα μεγάλα πολιτικά ζητήματα για τα οποία ζητεί την ψήφο μας, να επισκιαστούν από τα μαλλιοτραβήγματα ανθρώπων που δεν είναι καν στελέχη της αλλά απλώς προσκεκλημένοι-συνεργαζόμενοι.  Επιτρέπει σε προσκεκλημένους να «δουλεύουν» για την ακύρωση άλλων προσκεκλημένων. Ακυρώνει υποψηφιότητες με διαδικασίες της πλάκας και δεν εξηγεί το γιατί. Ακούει χωρίς να αντιδρά τον ένα προσκεκλημένο να χαίρεται δημόσια και να πανηγυρίζει που πέτυχε τον σκοπό του.

Είναι σα να χεις μια γιορτή, να καλείς τους φίλους σου κι επειδή η περίσταση είναι σπέσιαλ να καλείς και 5-6 που δεν είναι μεν φίλοι σου, κάπου τους έχεις ξανασυναντήσει όμως και είχαν πλάκα, και εκτιμάς ότι με την ομορφιά τους, την προσωπικότητά τους και τις ωραίες ιστορίες που λένε θα δώσουν ξεχωριστή λάμψη στο πάρτυ. Περιμένεις λοιπόν ότι αυτοί που θα δεχτούν να προστεθούν, για εκείνο το βράδυ, στην παρέα θα συμπεριφερθούν χαριτωμένα και ευγενικά. Κι αν κάποιος από αυτούς ξεφύγει κι αρχίζει να φωνάζει, βγάζει κακίες, προσβάλλει τους άλλους,  και κάνει τον κόσμο να ασχολείται με αυτόν και τα θέματά του, ε τότε οι φίλοι σου περιμένουν από σένα είτε να βάλεις στην άκρη τον φωνακλά ώσπου να ηρεμήσει είτε να τον σουτάρεις.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να σουτάρει τη μια προσκεκλημένη και να αφήσει στο πάρτυ τον άλλον παρ όλο που κατά τη δική του δήλωση «δούλεψε» για να σουτάρουν την πρώτη. Για μια απόφαση που είναι αποκλειστική αρμοδιότητα του οικοδεσπότη έρχεται ο περιστασιακός καλεσμένος και παίρνει την όποια δόξα. Κι ο ΣΥΡΙΖΑ κάθεται απαθής και βλέπει τον Χριστόπουλο να δίνει συνέντευξη σε μέσο ενημέρωσης της Θράκης, να κλείνει δηλαδή το μάτι σε όσους διαφωνούν με την Σαμπιχά ψαρεύοντας ψηφαλάκια σαν νεοφώτιστος πολιτικάντης.

Αυτό το επεισόδιο είναι -αν δεν υπάρξει κάποιο άλλο «συντροφικό» μαλλιοτράβηγμα- το τελευταίο σε αυτό το κακό σήριαλ που λέγεται ευρωψηφοδέλτιο ΣΥΡΙΖΑ. Προηγήθηκαν άλλα.

Κάποια ήταν περισσότερο αστεία όπως η πρόσκληση στον εθνικό οικονομολόγο Βαρουφάκη να καθυστερήσει για λίγο τη συγγραφή του 15.688ου άρθρου του με περιεχόμενο «σου λέω τσεκουράτα πώς να την πηδήξεις στην κρίση και να κάνεις και τον έξυπνο στο καφενείο» και η άλλη πρόσκληση στον εθνικό γελωτοποιό Λαζόπουλο να κάνει ένα διάλειμμα από την επικερδή επιχείρηση «κολακεύω μέχρι να με βαρεθεί η ψυχή σας τον αγνό λαό και φίλους επιχειρηματίες και τσαλακώνω κάτι άσχετες καρικατούρες». Κάποια επεισόδια ήταν πιο δραματικά, όπως η απόρριψη της υποψηφιότητας Λαπαβίτσα και η αναζωπύρωση της διαφωνίας περί δραχμής και ευρώ. Άλλα τέλος ήταν απλώς βαρετά όπως η πρόσκληση στον Κούλογλου να εξαϋλώσει με ένα ψαγμένο σήκωμα φρυδιού τους πρώην (;) συναδέλφους του Σπυράκη, και Θεοδωράκη (ευτυχώς Κανέλη και Κουικ παίζουν σε άλλο γήπεδο).

Σε κάθε περίπτωση όμως, σε κάθε επεισόδιο, έμενε η ενοχλητική εκείνη γεύση που αφήνει η ακύρωση της προσπάθειας να μείνεις στα υπόλοιπα ονόματα του ψηφοδελτίου και να σκεφτείς πολιτικά αντί να επιβραβεύσεις τη φωτογένεια, την χαριτωμενιά και την ιδιοτελή  φιλοδοξία. Πράγματα που έχουμε δει ξανά και ξανά σε όλα τα άλλα κόμματα που είτε ήταν στην εξουσία είτε φιλοδοξούσαν να την κατακτήσουν. Καμμία έκπληξη λοιπόν τέτοιες ιστορίες ακύρωσης της πολιτικής χαρακτηρίζουν πλέον και τον μεγαλωμένο ΣΥΡΙΖΑ.

Συμπέρασμα γιατί παραπήγε η ιστορία:

Ο ΣΥΡΙΖΑ μεγάλωσε και χάλασε διότι θέλει να μεγαλώσει κι άλλο πολύ για να τους χωράει όλους. Ε και; Σιγά. Τι είχαμε τι χάσαμε. Αν δεν σ αρέσουν θεοί κι αφέντες, είσαι με την ελευθερία, την αλληλεγγύη και την ισότητα, αν σε νοιάζουν τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα και είσαι κι από αυτούς που ψηφίζουν, με λίγο παραπάνω κόπο θα βρεθεί κάποιο άλλο ψηφοδέλτιο που θα μιλά έστω και με παρόμοιο τρόπο γι αυτά και δε θα σου κουνά το δάχτυλο σαν καθηγητής που του αμφισβητείς την αποκλειστικότητα στην αλήθεια. Κι όταν κι αυτό χαλάσει, θα βρεθεί κάποιο άλλο. Και κάποια στιγμή δε θα χρειάζονται πια μεσολαβητές.

Advertisements

One thought on “«Ο καθηγητής και η τσιγγάνα» ή «Γιατί έχω βαρεθεί τη συζήτηση για το ευρωψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ»

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.