«Inside the Mossad»: Εντυπωσιακές ιστορίες με πολλές αναγνώσεις


Προσωπικές αφηγήσεις, σύγχρονη ιστορία, κατασκοπεία και μια καλή δόση εντυπωσιασμού κυριαρχούν στα τέσσερα επεισόδια του απολαυστικού ντοκιμαντέρ στο Netflix

«Μετανιώσατε ποτέ για κάτι που κάνατε;» ρωτάει κάποια στιγμή ο δημοσιογράφος από το σκοτάδι τον εύθραυστο παπούλη (όχι αυτόν στη φωτό) με τα έξυπνα μάτια που βρίσκεται φωτισμένος μπροστά στην κάμερα. Κι αυτός σκάει ένα μικρό χαμόγελο, κοιτάζει ευθεία στην κάμερα και απαντά με άνεση: «Δεν έχω μετανιώσει ποτέ για τίποτα». Ο εύθραυστος παπούλης είναι ο Ράφι Εϊτάν, μέχρι πριν από λίγα χρόνια πρόεδρος του ισραηλινού κόμματος των συνταξιούχων. Και στην κάμερα μιλάει για τη δουλειά που έκανε πριν βγει στη σύνταξη, ως επικεφαλής του τμήματος επιχειρήσεων της ισραηλινής υπηρεσίας πληροφοριών, γνωστής με το όνομα Μοσάντ.

Αρχηγός της ομάδας που εντόπισε και απήγαγε τον Άντολφ Άιχμαν στην Αργεντινή και τον έστειλε «πακέτο» στο Ισραήλ για να δικαστεί, επικεφαλής της επιχείρησης που εξουδετέρωσε το πυραυλικό πρόγραμμα της Αιγύπτου, «εξαφανίζοντας» τους στην πλειοψηφία Γερμανούς τεχνικούς που δούλευαν για αυτό, και (φερόμενος) πρωταγωνιστής της εξαφάνισης ικανής ποσότητας εμπλουτισμένου ουρανίου από αμερικανικά εργαστήρια τα οποία είχε νωρίτερα επισκεφτεί εμφανιζόμενος ως χημικός, ο Ράφι Εϊτάν ήταν ή φέρεται ότι ήταν παρών επί περίπου μισό αιώνα σε όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις των μυστικών υπηρεσιών της πατρίδας του. Ίσως και σε αυτές που επισήμως δεν έγιναν ποτέ. Διότι αυτό που καταλαβαίνεις απ την αρχή του ντοκιμαντέρ «Inside the Mossad» του Netflix είναι ότι ορισμένα από όσα ακούς να διηγούνται κάτι θείες ή παπούδες σαν τον Εϊτάν δεν είναι καν βέβαιο ότι τα έκανε η Μοσάντ. Όπως αφοπλιστικά παραδέχεται στην κάμερα ο πρώην υποδιοικητής της, Ραμ Μπεν Μπαράκ, αυτή η αμφισημία, αυτές ακριβώς οι μισές λέξεις και τα υπονοούμενα για το τι ακριβώς έκαναν ή δεν έκαναν οι ισραηλινοί πράκτορες σε δεκάδες κράτη, συμμαχικά και μη, είναι που χτίζουν τον μύθο της Μοσάντ ως μια υπηρεσία που φτάνει παντού και κάνει τα πάντα, εντός και, ίσως, εκτός των ορίων της νομιμότητας.

Στα τέσσερα επεισόδια του ντοκιμαντέρ, διάρκειας περίπου μιας ώρας το καθένα, περνούν μπροστά απ την κάμερα, αρκετά ηγετικά στελέχη, πολλοί πρώην πράκτορες, άντρες και γυναίκες, με τις ιστορίες τους, τις κόντρες και τους προβληματισμούς τους. Αυτό που κανείς τους δεν φαίνεται να έχει, είναι οποιαδήποτε αμφιβολία ότι καλώς έκανε όσα έκανε. Μια δυο στιγμές μόνο φαίνεται να περνά μια μικρή θλίψη για ανθρώπους που «κάηκαν» σε κάποια επιχείρηση και πάλι όμως ακολουθούν φράσεις όπως, «όλοι ήξεραν τι έκαναν, δε γινόταν διαφορετικά». Οι συνεντεύξεις διανθίζονται με πλάνα αρχείου από τις αντίστοιχες ιστορικές στιγμές και τις ειδήσεις της εποχής ή ακόμα και με πλάνα και φωτογραφίες που τράβηξαν οι ίδιοι οι πρώην πράκτορες όταν, υποδυόμενοι κάποιον ρόλο για τις ανάγκες της επιχείρησης, περνούσαν μεγάλα χρονικά διαστήματα σε αραβικές ή ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Το ντοκιμαντέρ διατρέχει άλλωστε όλη τη σύγχρονη ιστορία της Μέσης Ανατολής.

Οι παραγωγοί δεν χαρίζονται στους πρώην πράκτορες και κάποιες ερωτήσεις είναι δύσκολες. Όχι ότι παίρνουν απαντήσεις σε όλες. Κάποιες φορές ένας μέχρι τότε χαμογελαστός συνταξιούχος σοβαρεύει απότομα και πετάει κοφτά ένα «δεν απαντώ σε αυτήν την ερώτηση». Κάποιοι άλλοι δεν κρύβουν τον εκνευρισμό τους και τους ξεφεύγουν ατάκες του στυλ «δεν καταλαβαίνεις για τι πράγμα μιλάς». Σε κάθε περίπτωση πάντως το ντοκιμαντέρ είναι χορταστικό και εντυπωσιακό. Σε όποιον αρέσουν οι καλές ιστορίες κατασκοπίας, η ιστορία, και οι προσωπικές αφηγήσεις όχι και τόσο διάσημων πρωταγωνιστών, τα τέσσερα απολαυστικά επεισόδια θα φανούν ίσως και λίγα. Στο τέλος πάντως, ακόμα και στους πιο καλόπιστους θα μείνει η απορία: ήταν τελικά ντοκιμαντέρ ή ακόμα μια καλοσχεδιασμένη επιχείρηση;