Κείμενα

Αυτήν την περίοδο (Απρίλιος 2007)

Διαβάζω: «Οι δεξιώσεις» της Σωτηρίας Σταυρακοπούλου, εκδόσεις Εστία 2001. Στη Θεσσαλονίκη, την εποχή της πολιτιστικής πρωτεύουσας ένας άνεργος, άστεγος και πολύ παρατηρητικός σαραντάρης εξασφαλίζει το φαγητό του γυρνώντας από δεξίωση σε δεξίωση. Σιγά σιγά αρχίζει και βλέπει γύρω του κι άλλους «συναδέλφους», κάποιοι μάλιστα δεν έχουν ανάγκη, είναι όμως είτε τρακαδόροι είτε πολύ τσιγκούνηδες. Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, υπήρξαν κάποιοι που αναγνώρισαν τον εαυτό τους στις δεξιώσεις που περιγράφει η συγγραφέας. Ένας, μάλιστα, κατέφυγε στη δικαιοσύνη κατηγορώντας τη Σταυρακοπούλου ότι του έκλεψε τη ζωή και την έκανε βιβλίο. Είμαι ακόμα στην αρχή, αλλά φαίνεται πολύ καλό. Ιδίως η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο ήρωας είναι πολύ πειστική και σε βάζει στο κλίμα, μια αφήγηση σε στυλ Σουρούνη. Άντε να δούμε…

——————————————-

Διάβασα: «Ο θάνατος ενός κριτικού» του Γερμανού συγγραφέα Μάρτιν Βάλζερ, εκδόσεις Εστία 2004. Ένας κριτικός λογοτεχνίας που διατηρεί δημοφιλές τηλεοπτικό σόου βιβλιοκριτικής δολοφονείται στο πάρτυ του εκδότη του. Η αστυνομία συλλαμβάνει τον συγγραφέα βιβλίο του οποίου είχε κατακρεουργήσει στο τελευταίο σόου του ο βιβλιοκριτικός. Άλλος συγγραφέας πεπεισμένος για την αθωότητα του συναδέλφου του, προσπαθεί να βρει τι έγινε. Η ιστορία ακούγεται καλή, ιδίως όταν διαβάζεις στο οπισθόφυλλο ότι θεωρείται και ευθεία βολή κατά του «πάπα» της γερμανόφωνης βιβλιοκριτικής, Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι. Όμως, ή εγώ είμαι εντελώς ανίκανος να συλλάβω τα νοήματα της υψηλής λογοτεχνίας ή το βιβλίο πραγματικά δε διαβάζεται. Δεν αφήνω ποτέ βιβλίο στη μέση, όπως φάνηκε και από το προηγούμενο. Πόσο μάλλον όταν είναι μόνο 240 σελίδες. Αυτό όμως δεν το άντεξα κι έκανα μια εξαίρεση. Έψαξα να βρω τι σημαίνουν τα υπονοούμενα για ένα σωρό γερμανόφωνους συγγραφείς το έργο των οποίων αγνοώ, έδωσα τόπο στην οργή στις εξυπνάδες και τα λογοπαίγνια του συγγραφέα. Στον τρίτο όμως παραληρηματικό ασυνάρτητο μονόλογο κάποιου από τους χαρακτήρες του ήθελα να το πετάξω με δύναμη στον τοίχο. Δεν είναι δικό μου οπότε απλώς το έκλεισα. Θέλει υπομονή το διάβασμα, θέλει και καλά βιβλία. Από την άλλη πλευρά καλά λόγια για τον Βάλζερ και το βιβλίο του διαβάστε εδώ στη σχετική ανταπόκριση του Θύμιου Μπαμπανάτσα για την μακαριστή πλέον ελληνική υπηρεσία του BBC. Επίσης διαβάστε εδώ εγκωμιαστική παρουσίαση από τον Σπύρο Μοσκόβου της ελληνικής υπηρεσίας της Ντόιτσε Βέλε, που δημοσιεύτηκε στο Βήμα. (2/07)

«Η τελευταία παρτίδα» του Λυκούργου Κομίνη, που κυκλοφόρησε το 2005 λίγους μήνες μετά το θάνατο του συγγραφέα του. Η ιστορία παρακολουθεί έναν δημοσιογράφο από τα σχολικά του χρόνια σε σχολείο της μεταπολεμικής Αθήνας μέχρι σήμερα. Εφηβικά πάρτυ και έρωτες, απορίες, κουβέντες, βασανιστικά ερωτήματα της ηλικίας και παρέες συνθέτουν την εικόνα των πρώτων 200 σελίδων. Η είσοδος στην παραγωγή και οι πρώτες σφαλιάρες στην ιδιωτική και επαγγελματική ζωή κινούν την πλοκή σε ένα ενδιαφέρον μέχρι στιγμής βιβλίο που φαίνεται να θέλει να πει πολλά μέσα από μία δραματικά φορτισμένη γλώσσα. Αλλά δραματικά φορτισμένη ήταν και η ζωή του δημοσιογράφου Κομίνη μέχρι το τέλος του. Τέλος πάντων, το άντεξα και το βιβλίο και τις φοβερές και τρομερές ερωτικές επιδόσεις του ήρωά του μέχρι το τέλος. Ο Κομίνης φαίνεται καθαρά ότι ήθελε να πει δυο τρία πράγματα για το συνάφι του το οποίο ούτως ή άλλως δεν είχε σε μεγάλη εκτίμηση. Με λίγη προσοχή βλέπει και ο αναγνώστης τι παίχτηκε (πάντα σύμφωνα με τον Κομίνη) στον Τύπο την περίοδο της χούντας, πώς δημιουργήθηκε η Ελευθεροτυπία, πώς έβλεπε τον Τεγόπουλο, τον Φιλιππόπουλο, τον Φυντανίδη και άλλους, την κόντρα με τον Λαμπράκη κ.ο.κ. Αυτά μπερδεύονται όμως με χίλιες δυό διαφορετικές ιστορίες και αναφορές, από το κλασικό zeitgeist μυθιστόρημα μέχρι κοινωνιολογία, πολιτική επιστήμη και χρυσό άρλεκιν και φτάνει έτσι να μοιάζει το βιβλίο του με μια ανυπόφορα μελοδραματική σαπουνόπερα. Κρίμα τις 650 σελίδες του, κρίμα και το ότι πολλά από τα γεγονότα και τα πρόσωπα είναι πραγματικά. (2/07)

«Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος» του Δημήτρη Φύσσα, παρουσίαση από Το Βήμα, εδώ. Στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία Ελλάδας που προέκυψε στο τέλος του πολέμου όλα είναι κρατικά και «σοσιαλιστικά». Η γεωγραφία είναι κάπως διαφορετική, πολλές ονομασίες έχουν αλλάξει (όπως αυτή του τίτλου) και η ιστορία παίζει περίεργα παιχνίδια (π.χ. εξέγερση Πολυτεχνείου). Το «1984» του Όργουελ συναντά το «Φάδερλαντ» του Χάρις, με φόντο την Αθήνα της δεκαετίας του 1970. Το βιβλίο διαβάζεται χωρίς ανάσα παρ’ όλο που ο συγγραφέας σε εμβόλιμα κεφάλαια μας έχει πει πάνω κάτω και πώς θα τελειώσει το παραμύθι. Εντάξει κάνει καμμιά δυο κοιλίτσες ιδίως όταν προσπαθεί να γίνει ρομαντικό, εξηγεί πολλά περισσότερα από όσα χρειάζεται αλλά είναι ωραίο και κολλητικό. Στο τέλος, σου μένει αφενός η ιστορία του πρώην διευθυντή του «Ριζοσπάστη» Κώστα Καραγιώργη που εξοντώθηκε από το κόμμα ως χαφιές και εχθρός του λαού κλπ κλπ αφετέρου το έξυπνο «ανιστορικό» εύρημα που κινεί την ιστορία. Το θέλω και σε ταινία αλλά όχι στη μελό εκδοχή του. (1/07)

«Τράνζιτο» της Anna Seghers (Άννα Ζέγκερς, 1900-1983), που κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο, δώρο από τον aero peru. Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Μασσαλία το 1940, όπου παλιοί μαχητές του ισπανικού εμφυλίου, λιποτάκτες, Εβραίοι, Γάλλοι και Γερμανοί αριστεροί, συγγραφείς, καλλιτέχνες, και διανοούμενοι ψάχνουν να βρουν πλοίο να φύγουν πριν μπουν στην πόλη οι Γερμανοί. Η Ζέγκερς ξέρει από πρώτο χέρι την ιστορία καθώς ήταν και η ίδια στη Μασσαλία το 1940 ψάχνοντας τρόπο να ξεφύγει από τους διώκτες της. Μέλος του γερμανικού κομμουνιστικού κόμματος από το 1928 και συγγραφέας το 1932 ενός βιβλίου που κατήγγειλλε την επερχόμενη επικράτηση του ναζισμού, η Ζέγκερς κατάφερε να επιβιβαστεί τελικά σε ένα φορτηγό πλοίο για τη Μαρτινίκα με συνεπιβάτες, μεταξύ άλλων, τους Κλοντ Λεβί Στρος, Βικτόρ Σερζ (βλ. βιβλίο του 9/06) και Αντρέ Μπρετόν. Αργότερα μπάρκαρε για τη Νέα Υόρκη όπου όμως το FBI εμπόδισε την αποβίβασή της και κατέληξε στο Μεξικό όπου ίδρυσε αντιναζιστική οργάνωση. Μετά τον πόλεμο επέστρεψε στο Βερολίνο και έζησε μέχρι το θάνατό της το 1983 στην Ανατολική Γερμανία. Πολύ πολύ καλό βιβλίο με βασικό πρωταγωνιστή τη Μασσαλία του 1940. Οι περιγραφές από τα καφέ στο παλιό λιμάνι κάτι σαν την ταινία Καζαμπλάνκα χωρίς τη Χολιγουντιανή γκλαμουριά. Το βιβλίο δείχνει ότι γράφτηκε πριν τελειώσει ο πόλεμος, πριν την ψυχροπολεμική πόλωση, όταν όλα έμοιαζαν αβέβαια και ρευστά κι αυτό το κάνει ακόμα καλύτερο(1/07).

«The Mission Song» του John Le Carré. Στο 20ό βιβλίο του ο μεγάλος μάστορας μιλά με καυστικό χιούμορ για το Κονγκό, τους σύγχρονους αποικιοκράτες, τις πολυεθνικές, την υποκριτική αγωνία της Δύσης για την ελευθερία και τη δημοκρατία, και, σε ατομικό επίπεδο, για την εξουσία και την προδοσία. Φρέσκο, φρέσκο από το τυπογραφείο και γεμάτο υποσχέσεις. Κριτική παρουσίαση από Guardian εδώ (12/06).

«Το έκτο νησί» του Ντανιέλ Τσαβαρία. Ένα περίεργο πράγμα: δε βρίσκω ούτε ένα σάιτ για τον Ουρουγουανό λογοτέχνη που ζει εδώ και χρόνια στην Κούβα. Τέλος πάντων το βιβλίο έχει εκδοθεί στα ελληνικά από την «Όπερα». Είμαι πολύ στην αρχή και μέχρι στιγμής υπάρχουν δυο-τρεις παράλληλες ιστορίες που φαίνεται ότι αργότερα θα συναντηθούν. Από την μία πλευρά, ένας διευθυντής της ΙΤΤ που ανεβαίνει συνεχώς στην ιεραρχία της πολυεθνικής, παίζει σκάκι και αντιμετωπίζει προβλήματα με τη σεξουαλική ζωή του. Ζει στις ΗΠΑ και όπου τον φέρνουν τα ταξίδια του. Από την άλλη ένας ιησουίτης μοναχός ο οποίος είναι πολύ γερός στα μαθηματικά και τη λογική και έτσι αρχίζει να απομακρύνεται σιγά σιγά από τη θρησκεία. Ζει στην Ουρουγουάη. Ενδιάμεσα πετάγονται κάτι αποσπάσματα από θεολογικού περιεχομένου βιβλία και ημερολόγια περασμένων αιώνων. Μπέρδεμα αλλά καλογραμμένο μπέρδεμα. Για να δούμε… (10/2006)

«Ο χάλκινος οφθαλμός» του Παναγιώτη Αγαπητού. Βυζαντινή ιστορία μυστηρίου, κάτι σαν τις μεσαιωνικές ιστορίες της Έλις Πίτερς μόνο που εδώ το έγκλημα και η εξιχνίασή του έχουν φόντο τη βυζαντινή Θεσσαλονίκη τον Ιανουάριο του 833 μ.Χ. Μου κάνει εντύπωση από την αρχή το πόσα λίγα ξέρω τελικά για την πόλη μου αλλά και γενικά για την ιστορία της εποχής εκείνης. Γι αυτό και είναι πολύ χρήσιμα και ο χάρτης της πόλης τον ένατο αιώνα και το γλωσσάρι με τις λέξεις και τα ονόματα της εποχής, στο τέλος του βιβλίου. Οι περιγραφές είναι πολύ ζωντανές χωρίς να γίνονται κουραστικές, οι ιστορικές αναφορές στην εικονομαχία και την κατάσταση του βυζαντίου πολύ ενδιαφέρουσες, οι χαρακτήρες διακριτοί και πειστικοί, και ο τρόπος που εξελίσσεται το «αστυνομικό» μυστήριο δε σε αφήνει να αφήσεις κάτω το βιβλίο. Ο συγγραφέας διδάσκει, από το 1992, βυζαντινή φιλολογία στο πανεπιστήμιο της Κύπρου. Εγκωμιαστική κριτική στη «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας. Τελικά ήταν όντως ωραίο και η ιστορία έδενε καλά χωρίς να αφήνει κενά. Θα ψάξω να βρω και το προηγούμενό του με τον ίδιο ήρωα αλλά (δυστυχώς) με φόντο άλλη πόλη (10/2006).

«The man who killed Durruti» του Pedro de Paz. Αστυνομικό μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή έναν επιστρατευμένο αστυνομικό στην Ισπανία του εμφυλίου πολέμου, ο οποίος καλείται να εξιχνιάσει τον περίεργο θάνατο του ισπανού επαναστάτη Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι. Εξετάζει μάρτυρες οι οποίοι του λένε παραλλαγές της ίδιας επίσημης ιστορίας, ότι δηλαδή ο Ντουρούτι σκοτώθηκε στην πρώτη γραμμή του μετώπου από κάποιον ελεύθερο σκοπευτή των φρανκιστών. Τις υποψίες του αστυνομικού κινούν ορισμένες λεπτομέρειες που μοιάζουν να συνθέτουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα πολιτικών συμφερόντων και τυχαίων γεγονότων. Χρησιμοποιώντας αναγνωρίσιμες τεχνικές αστυνομικού μυθιστορήματος -ο αστυνομικός ως άλλος Σέρλοκ Χολμς λέει σε μια φάση στο βοηθό του «στοιχειώδες αγαπητέ μου»- ο Pedro de Paz ζωντανεύει το κλίμα των τελευταίων μηνών του ισπανικού εμφυλίου. To 2003 o συγγραφέας τιμήθηκε με το διεθνές βραβείο José Saramango. Το βιβλίο ήταν πολύ ωραίο αν και η πλοκή κάπως απλή. Αυτό που μένει όμως και εντυπωσιάζει είναι η επιβλητική μορφή του Ντουρούτι όπως προβάλλει από το βιβλίο και από το πολύ ωραίο επίμετρο του εκδότη της αγγλικής έκδοσης. (9/2006)

«The case of comrade Tulayev» του Victor Serge, μυθιστόρημα με θέμα τις σταλινικές εκκαθαρίσεις κομμουνιστών (αλλά όχι απαραιτήτως σταλινικών) στη δεκαετία του ’30. Σύμφωνα με την Ελευθεροτυπία αναμένεται σύντομα και η ελληνική μετάφραση. Για το συγγραφέα αξίζει να διαβάσει κανείς εδώ κείμενο της Σούζαν Σόνταγκ όπως το μετέφερε στα ελληνικά η Κατερίνα Σχοινά στο ένθετο «Βιβλιοθήκη». Το βιβλίο ήταν απολαυστικό αλλά πολύ, πάρα πολύ μαύρο. Ο Σερζ δίνει την εικόνα μιας Σοβιετικής Ένωσης προδομένης από την ηγεσία της με το κόμμα και τους γραφειοκράτες να ελέγχουν κάθε πτυχή της ζωής και τους λίγους που έχουν μείνει πιστοί στα ιδανικά της επανάστασης, να εξοντώνονται χωρίς να καταλαβαίνουν καν το γιατί. Λίγο πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μια γενιά ορμητικών ονειροπόλων απομακρύνεται βίαια από το προσκήνιο της ιστορίας και τη θέση της παίρνει μια γενιά άβουλων υποταγμένων στο απρόσωπο, γραφειοκρατικό καθεστώς. (9/2006)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s