«Είναι ήδη νεκρός»: Ένας νουάρ μεζές

Βασισμένο σε πραγματική ιστορία, όπως τη διηγήθηκε στο συγγραφέα ένας φυλακισμένος γι αυτή, το νέο νουάρ του Τάσου Θεοφίλου αφήνει τον αναγνώστη μάλλον παραπονεμένο που οι σελίδες ήταν μόνο 64

Τον Τάσο Θεοφίλου, ως συγγραφέα, τον «συνάντησα» για πρώτη φορά στον μαγικό κόσμο των μπλογκ. Η σελίδα του «Παρανουαρικό!», που ανανεωνόταν μέχρι το 2012, είχε μικρά σε έκταση αλλά πολύ ενδιαφέροντα κείμενα. Σε αντίθεση με τις πληκτικές αυτοαναφορικές ξεπέτες πολλών μπλόγκερ, τα νουάρ κείμενα του «Τάσσιου Θήτα», όπως υπέγραφε τότε ο Θεοφίλου, «φώναζαν» ότι ήταν γραμμένα με μεράκι, κόπο και μετά από πολύ διάβασμα των μαστόρων του είδους.

Και μετά ήρθε ο Αύγουστος του 2012 για να γίνει το όνομα του Θεοφίλου ευρύτερα γνωστό για εντελώς λάθος λόγους. Η αστυνομία τον συνέλαβε με βάση κατασκευασμένες κατηγορίες και ανύπαρκτα αποδεικτικά στοιχεία, τα μέσα ενημέρωσης τον καταδίκασαν πολύ πριν γίνει δίκη, και το πρώτο δικαστήριο του επέβαλε κάθειρξη 25 ετών για φόνο που δεν έκανε, σε τόπο που δεν ήταν, με ανθρώπους που δεν συνάντησε. Το δικαστήριο φάνηκε να σφυρίζει αδιάφορα για την ολοφάνερη έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων και να τιμωρεί το μόνο πράγμα που ο κατηγορούμενος Θεοφίλου δεν έκρυψε ποτέ. Την πολιτική ιδεολογία του. Στις πολλές και συνεχώς πιο μαζικές κινήσεις για την ανατροπή της καταδίκης «συνάντησα» για δεύτερη φορά τον Τάσο Θεοφίλου, όχι πια ως συγγραφέα αλλά ως αναρχικό που διώκεται για τις ιδέες του.

Φέτος, μετά την οριστική και αμετάκλητη αθώωση, τον Αύγουστο του 2017 από το Εφετείο (παρά την εισήγηση του εισαγγελέα που ζητούσε και πάλι καταδίκη χωρίς αποδείξεις), ο Τάσος Θεοφίλου, παρουσίασε το νέο του βιβλίο. Έχει τίτλο «Είναι ήδη νεκρός» και κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2018 από τις εκδόσεις Red n’ Noir. Δεν είναι το πρώτο του βιβλίο. Ο συγγραφέας, που παράλληλα είναι εξαιρετικά δραστήριος σε κοινωνικά κινήματα και συλλογικότητες, φαίνεται να προσπαθεί όλον αυτόν τον καιρό να πάρει πίσω τον χρόνο που του έκλεψε το κράτος με τα πέντε χρόνια άδικης φυλάκισης.

Χρησιμοποιεί μάλιστα αυτήν την εμπειρία για να πει με ακόμα πιο ζωντανό τρόπο την ιστορία που τον ενδιαφέρει. Μια ιστορία ανθρώπων της πόλης, μοναχικών, ασήμαντων πιονιών σε ένα παιχνίδι ανελέητο χωρίς κανόνες. Σε έναν κόσμο που δε μοιάζει να ενδιαφέρεται για τίποτε άλλο πέρα από την επιβίωση και την περιχαράκωση ενός μικρού, ζωτικού χώρου άσκησης εξουσίας απέναντι σε άλλους εξίσου μικρούς και ασήμαντους. Τα πρόσωπα του βιβλίου, με ή χωρίς στολή, θύτες και θύματα, ζουν και ανακυκλώνουν τη βία ως φυσιολογική κατάσταση. Με κώδικες τιμής και πρακτικές ατιμίας.

Το «Είναι ήδη νεκρός», που παρουσιάζεται φέτος σε εκδηλώσεις, όποτε και όπου μπορεί ο συγγραφέας και οι φίλοι του, είναι μια ωραία προσπάθεια και, ελπίζω, μια ωραία (νέα) αρχή. Γιατί όσο και αν ευχαριστιέται κανείς τον ρυθμό, τη μαυρίλα και το στακάτο ύφος της αφήγησης, ανάμεσα από πειστικά «δελτία συμβάντων» της αστυνομίας και «ειδήσεις» του Τύπου, το παράπονο που μένει είναι ότι οι σελίδες είναι μικρές και λίγες, λιγότερες από τις επίσημες 64 της έκδοσης. Κλείνεις το βιβλίο και νιώθεις ότι έχεις πάρει έναν νοστιμότατο μεζέ – αλλά μεζέ. Και περιμένεις το κυρίως πιάτο που, δεν μπορεί, θα είναι το ίδιο νόστιμο ίσως και πιο πολύ. Αλλά πού είναι; Ελπίζω ο «μάγειρας» να έχει πιάσει ήδη δουλειά.

ΥΓ. Πρέπει να υπάρχει ένα θεματάκι με τη διανομή. Αρχές Φεβρουαρίου έψαξα πολύ μέχρι να βρω το «Είναι ήδη νεκρός». Πολλά μεγάλα βιβλιοπωλεία στο κέντρο της Αθήνας δεν το είχαν, τα μικρότερα των Εξαρχείων το αγνοούσαν. Κατάφερα να βρω πέντε αντίτυπα στην Πολιτεία. Πήρα ένα για μένα και τρία για δώρο. Ελπίζω να εφοδιάστηκαν με αντίτυπα και αυτοί και οι άλλοι. Το βιβλίο κοστίζει 5,30 ευρώ.

Τι διάβαζε ο κόσμος στο μετρό τη δεκαετία του ‘70;

Για να μετρηθούμε, πόσοι ξέρουμε τους Πέρσες του Αισχύλου από τα Κλασσικά και πόσοι από το θέατρο;

Ο κόσμος διάβαζε ό,τι διαβάζει και σήμερα, είναι η απάντηση. Δηλαδή, τίποτα. Για διαφορετικούς λόγους. Στην Αθήνα, στη δεκαετία του ’70, ο κόσμος δεν διάβαζε τίποτα στο μετρό διότι δεν υπήρχε μετρό (ο ηλεκτρικός δεν μετράει, ας τον έλεγαν μετρό αν ήθελαν) και, σήμερα, που υπάρχει, ο κόσμος δεν διαβάζει τίποτα στο μετρό διότι απλώς δεν διαβάζει.

Ο άγνωστος επιβάτης-αναγνώστης που κάθισε, το απόγευμα, απέναντί μου ήταν μια θαυμάσια εξαίρεση. Μέχρι να κατέβει είχε διαβάσει ολόκληρο το κιτρινισμένο απ τον καιρό τεύχος των «Κλασσικών Εικονογραφημένων». Μιας σειράς που πολλοί πιτσιρικάδες, στα τέλη του ’70, αγαπήσαμε τρελά. Χάρις σ αυτήν γνωρίσαμε, με λίγα χρήματα, χωρίς κόπο και με μεγάλη ευχαρίστηση, πολλά κλασικά έργα. Χάρις σ αυτήν, κάποιοι από εμάς, γνωρίσαμε και τα κόμικς πέρα από τα καρτούν.

Είχε κι άλλη ρετρό έκπληξη το απόγευμα, αλλά δεν ήταν για φωτό. Λίγα λεπτά νωρίτερα, στην Ομόνοια, ένας μεσήλικας που φαινόταν να μην έχει πού να πάει, καθόταν σε ένα πεζούλι και διάβαζε αφοσιωμένος ένα τεύχος του περιοδικού «Περιπέτεια». Ο λοχαγός Μαρκ και οι πιστοί του σύντροφοι χρειάστηκε σήμερα να ταξιδέψουν σε μέρη μακρινά έναν πιο παλιό τους φίλο.

«Big A Little A» ή Τι σε πειράζει ο χασάπης άμα σ’ αρέσουν οι σφαγές;

Ένα σπουδαίο κομμάτι με στίχους κανονικό μανιφέστο – από το μακρινό 1982 αλλά πάντα επίκαιρο

Με αφορμή σημερινά δημοσιεύματα για κάτι φασίστες που νόμιζαν ότι ήταν άλλο, λίγοι στίχοι του 1982 απ τους Crass

But no one ever changed the church by pulling down a steeple
And you’ll never change the system by bombing number ten
Systems just aren’t made of bricks they’re mostly made of people
You may send them into hiding, but they’ll be back again

Μόλις 4 από τους 77 (!) στίχους του «Big A Little A» των Crass, από το άλμπουμ «Christ – the Album» του 1982

… και δυο γραμμές του 2010 από τον Περικλή Κοροβέση.

Αυτό που λέγεται, ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», στην ουσία σημαίνει πως επιδιώκεις έναν αθέμιτο σκοπό με αθέμιτα μέσα. Και για να δικαιολογήσεις τα αθέμιτά σου μέσα, βαφτίζεις το σκοπό σου θεμιτό, του δίνεις ένα ωραίο όνομα και το ονομάζεις «υψηλό ιδανικό». 

«Τι είναι εν τέλει η πολιτική βία;», Περικλής Κοροβέσης, εισαγωγή στο συλλογικό βιβλίο «Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική», Διάπυρον, Αθήνα 2010

Απ την ανεξιθρησκεία στο μεσαίωνα, μια «συναντίληψη» δρόμος

Η κυβέρνηση σήμερα παραδέχτηκε ότι δεν θέλει να ρυθμίσει με τρόπο νόμιμο και σύμφωνο με τα ανθρώπινα δικαιώματα το θέμα της απαλλαγής μαθητών απ το μάθημα των θρησκευτικών. Είναι σαφές ότι αυτοί που εκλέχτηκαν στις 20 Σεπτεμβρίου για να κυβερνήσουν δεν μπορούν να χαράξουν και να ασκήσουν πολιτική όχι μόνο στην οικονομία αλλά πλέον ούτε και στους τομείς που δεν ρυθμίζονται από μνημόνια και δανειακές συμβάσεις. Το ότι η κυβέρνηση έχει ήδη αποδεχτεί απλώς να διαχειρίζεται όσα βρήκε αποτελεί ασφαλώς ήττα για όσους έχουν απομείνει σε αυτή τη χώρα να ονειρεύονται τον διαχωρισμό εκκλησίας κράτους. Πολύ περισσότερο, όμως, αποτελεί ήττα για την ίδια τη δημοκρατία, ακόμα και γι αυτή την κολοβή αστική αντιπροσωπευτική δημοκρατία της περιορισμένης κυριαρχίας. Αυτό δεν αφορά τόσο τα πρόσωπα που διαχειρίζονται το ζήτημα. Στις κυβερνήσεις διαχειριστών τα πρόσωπα έχουν μικρή σημασία. Η σημερινή ήττα έχει να κάνει με την πολιτική την ίδια. Και γι αυτό έχει βαρύτερες και ευρύτερες συνέπειες.

Ποιο όμως είναι ακριβώς το αντικείμενο της διαφωνίας και πού κατέληξε αυτή η πρώτη απόπειρα της κυβέρνησης να κάνει αυτό για το οποίο εκλέχτηκε, δηλαδή να εφαρμόσει το πρόγραμμά της; Η ιστορία ξεκινά στις 23 Ιανουαρίου 2015 όταν ο υπουργός Παιδείας, Ανδρέας Λοβέρδος, υπέγραψε και εξέδωσε ως εξαιρετικά επείγουσα την εγκύκλιο 12773/Δ2. Η εγκύκλιος προβλέπει ότι αν ένας μαθητής θέλει να απαλλαγεί από το μάθημα των θρησευτικών, πρέπει ο ίδιος (αν έχει ενηλικιωθεί) ή οι γονείς του να υπογράψουν μια υπεύθυνη δήλωση όπου θα αναφέρεται πως δεν είναι χριστιανός ορθόδοξος. Αυτό μπορεί να γίνει απ την 1η ως την 20η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, προσθέτει η εγκύκλιος.

Γιατί βιάστηκε ο υπουργός να εισάγει μια υποχρέωση 8-9 μήνες πριν αυτή μπορέσει να εφαρμοστεί; Ποιος ο λόγος να υπογράψει «εξαιρετικά επείγον» έγγραφο; Πολύ απλά, επειδή μόλις δυο μέρες μετά την έκδοση της εγκυκλίου είχαμε εκλογές και ο Λοβέρδος έπρεπε να μαζέψει όσους περισσότερους σταυρούς μπορούσε, στην αχανή Β’ Αθηνών. Η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ κατέρρεε, ο ΣΥΡΙΖΑ πρόβαρε τη στολή του «πρώτη φορά αριστερά» και ο έμπειρος στην ψηφοθηρία σοσιαλιστής πολιτικός έψαχνε τρόπο να ξαναεκλεγεί στη Βουλή. Εδώ για να εκλεγεί τον Μάιο του 2012 δε δίστασε να διαπομπεύσει οροθετικές γυναίκες δίνοντας στη δημοσιότητα το ιατρικό ιστορικό τους, την ταυτότητά τους και τις φωτογραφίες τους, θα κολλούσε τώρα ο (και συνταγματολόγος) Λοβέρδος  στη συνταγματικά κατοχυρωμένη θρησκευτική ελευθερία και στα ανθρώπινα δικαιώματα;

Στις 25 Ιανουαρίου, δυο μέρες μετά την έκδοση της εγκυκλίου, ο Λοβέρδος επέστρεφε στη Βουλή, η χώρα αποκτούσε κυβέρνηση «πρώτη φορά αριστερά» ΣΥΡΙΖΑ-ΑνΕλ, και το θέμα περνούσε στην αρμοδιότητα του νέου υπουργού, Αριστείδη Μπαλτά. Ο οποίος δεν έκανε τίποτα. Η εγκύκλιος έμεινε σε ισχύ περιμένοντας την 1η Σεπτέμβρη να έρθουν οι γονείς να υπογράψουν υπεύθυνη δήλωση για το τι πιστεύει και τι δεν πιστεύει το παιδί τους. Ακόμα και στα τέλη Αυγούστου, όταν το κόμμα του, ο ΣΥΡΙΖΑ, ετοιμαζόταν να παραδώσει τα υπουργεία σε υπηρεσιακή κυβέρνηση εν όψει των πρόωρων εκλογών της 20ης Σεπτεμβρίου, ο αριστερός (και πρόεδρος του ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς) Μπαλτάς δεν έκανε τίποτα. Οι εκλογές ήταν κρίσιμες, κάθε ψήφος ήταν πολύτιμη και δεν ήταν ώρα να πειράζει κανείς «ευαίσθητες» εγκυκλίους. Κι αν αυτό δεν ήταν ούτε πολύ αριστερό ούτε σύμφωνο με το πρόγραμά του, είχε καιρό ο ΣΥΡΙΖΑ να το διορθώσει μετά.

Στη Βουλή επέστρεψαν και ο Λοβέρδος και ο Μπαλτάς και στην κυβέρνηση επέστρεψαν οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑνΕλ. Στο υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (προσοχή στον πληθυντικό), όμως, είχαμε πάλι νέα πρόσωπα. Υπουργός, στις 23 Σεπτεμβρίου, ανέλαβε ο Νίκος Φίλης και αναπληρώτρια η Σία Αναγνωστοπούλου. Δύο μέρες αργότερα, στις 25 Σεπτεμβρίου, η Αναγνωστοπούλου μίλησε στον ραδιοφωνικό σταθμό του ΣΥΡΙΖΑ («Στο Κόκκινο»), ερωτήθηκε από ακροατή για το θέμα της δήλωσης θρησκεύματος ως προϋπόθεση για την απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών και είπε επί λέξη τα εξής: «Δεν μπορεί να δηλώνει κανείς, να πρέπει να υπογράφει κάτι σε δημόσιο έγγραφο, τι είναι ή τι δεν είναι. Κακώς δεν το καταργήσαμε και πρέπει να την καταργήσουμε άμεσα».

Αυτό που είπε η Αναγνωστοπούλου δεν ήταν μόνο συνεπές με την προγραμματική ρητορική της παράταξής της αλλά και την προσωπική της ιστορία, δεν ήταν μόνο πολιτικά δυνατό (από μια κυνέρνηση με φρέσκια λαϊκή εντολή), ήταν και νομικά σωστό. Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση 4/2015 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, δεν υποχρεούται να δηλώνει κανείς ότι δεν είναι χριστιανός ορθόδοξος. Αρκεί μόνο η επίκληση λόγων συνείδησης. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε (εξετάζοντας την εφαρμογή προηγούμενης εγκυκλίου από διευθυντές σχολείων) και ο Συνήγορος του Πολίτη όπως προκύπτει από έγγραφό του, του Δεκεμβρίου του 2014, προς το υπουργείο Παιδείας. Οι δύο ανεξάρτητες αρχές ακολούθησαν το σκεπτικό της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας στην υπόθεση 2283/2001 όπου το δικαστήριο έκλεισε μια και καλή το θέμα αποφασίζοντας ότι είναι παράνομο και αντισυνταγματικό να υποχρεώνεται κάποιος να δηλώνει το θρήσκευμά του είτε άμεσα είτε έμμεσα.

Ακολούθησε η γνωστή υστερία που παρατηρείται σε μεγάλη μερίδα του Τύπου, έντυπου και ηλεκτρονικού, όταν θεωρούν ότι κάποιος τόλμησε να προσβάλει αυτόν τον παραλογισμό δεκαετιών συντηρητισμού και μικρόνοιας που είναι γνωστός ως «ελληνορθόδοξη ταυτότητα». Λίγο ως πολύ, θεωρήθηκε απόπειρα κατάργησης των θρησκευτικών, της θρησκείας της ίδιας με τους παπάδες και τις εκκλησιές της μαζί, η πρόθεση της πολιτικά αρμόδιας υπουργού να αποκατασταθεί η συνταγματική νομιμότητα και οι να γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα όσων δεν επιθυμούν να υφίστανται την κατήχηση ενός δόγματος στο οποίο δεν πιστεύουν.

Στις 27 Σεπτεμβρίου οι αντιδράσεις κορυφώθηκαν με τον δήθεν «χαμηλών τόνων και ήπιο» αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο ο οποίος αναφέρθηκε με ιδιαίτερα απαξιωτικό τρόπο στην αρμόδια αναπληρώτρια υπουργό: «Δεν είναι του υπουργείου αλλά κάποιας κυρίας που έχει ορισμένες ιδέες στο μυαλό της. Αρμόδιο είναι το Σύνταγμα. Πρέπει οι Έλληνες επιτέλους να σοβαρευτούμε και να μην ακούμε τις ανοησίες του ενός και τους άλλου». Ας δεχτούμε ότι ο Ιερώνυμος θέλησε να δοκιμάσει τις αντοχές της νέα κυβέρνησης. Αυτό είναι ας πούμε δικαίωμά του. Τι οφείλει να κάνει όμως μια κυβέρνηση όταν δέχεται πιέσεις από μια μερίδα συμφερόντων (θεολόγοι που φοβούνται ότι θα μειωθούν οι θέσεις εργασίας, παπάδες που ίσως χάσουν μερίδιο εξουσίας) που της ζητούσε να συνεχίσει να παρανομεί και να παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα; Οφείλει να αγνοήσει τα συμφέροντα, να πάρει πολιτικές πρωτοβουλίες και να εφαρμόσει την πολιτική για την οποία εκλέχθηκε.

Στις 28 Σεπτεμβρίου η κυβέρνηση της «δεύτερης ευκαιρίας» έδειξε ότι δεν μπορεί ίσως και ότι τελικά δεν θέλει. Η Αναγνωστοπούλου το προανήγγειλε αυτό δηλώνοντας σε εκπομπή του Μέγκα: «Ό,τι και να πει κανείς σε αυτή τη χώρα, να πει μια κουβέντα, παραποιείται εντελώς. Ό,τι έχω δηλώσει, ήταν απάντηση σ’ έναν ακροατή του ραδιοφώνου “Στο Κόκκινο”, όπου συζητούσαμε για άλλο θέμα, για την παιδεία αλλά για άλλο θέμα, και απάντησα σε αυτό. Δεν θέλω να κάνω κανένα σχόλιο. Αυτή τη στιγμή το υπουργείο έχει προβλήματα, για τα οποία ο υπουργός τρέχει και δεν φτάνει: τα κενά – και αυτό ήταν όλη μας η προσπάθεια και η αγωνία».

Ο αυτοεξευτελισμός της αρμόδιας αναπληρώτριας υπουργού δεν ήταν αρκετός. Η θεαματική κωλοτούμπα της κυβέρνησης (αυτή τη φορά χωρίς τον μπαμπούλα των δανειστών) ολοκληρώθηκε με τον έμπιστο άνθρωπο του πρωθυπουργού και πολιτικό προϊστάμενο της Αναγνωστοπούλου. Ο υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, Νίκος Φίλης, επισκέφτηκε τον Ιερώνυμο σήμερα το πρωί στην Αρχιεπισκοπή, έτσι για να φανεί ποιος κάνει κουμάντο. Βγαίνοντας απ τη συνάντηση και αφού έδωσε τις δέουσες εξηγήσεις, ο «αριστερός» υπουργός της νεοεκλεγμένης «αριστερής» κυβέρνησης αναφέρθηκε στους διακριτούς ρόλους εκκλησίας – πολιτείας. Και διευκρίνισε πώς ακριβώς εννοεί (ο ίδιος; η κυβέρνησή του;) αυτούς τους διακριτούς ρόλους. Υπάρχει είπε «συναντίληψη» στο θέμα των θρησκευτικών και διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση «δεν θα προβεί σε μονομερείς ενέργειες».

Απ’ ό,τι φαίνεται η «συναντίληψη» του Φίλη βάζει ταφόπλακα σε οποιαδήποτε προσπάθεια μεταρρύθμισης με βάση την ανεξιθρησκεία στην παιδεία.  Μένει να δούμε αν αυτό το μοντέλο διακυβέρνησης «λέω, ξελέω, υπακούω» που είδαμε στην οικονομία και σήμερα στην παιδεία θα επεκταθεί και σε άλλους τομείς, σε άλλα υπουργεία. Γιατί δηλαδή, οι εργολάβοι, οι φαρμακοβιομήχανοι, οι εφοπλιστές, οι ξενοδόχοι, οι πολυεθνικές δεν δικαιούνται μια «συναντίληψη» κι αυτοί;

Ένα κούτσουρο με 58 κουκούτσια

Image

Ο παραγωγός, ο σκηνοθέτης και ο ντι τζέι του θιάσου «Το κέντρο» παρακολουθούν με αγωνία την πρεμιέρα της παράστασης «Η Ελιά»
(Η φωτό δανεική από το iefimerida.gr)

Στην πολιτική χωράνε όλοι αρκεί να έχουν κάτι να πουν. Και όλοι δικαιούνται μια θέση στο πολιτικό φάσμα ανάλογα με το πώς απαντούν στα βασικά ερωτήματα για το κράτος, τη γραφειοκρατία, τις εταιρίες, την ιδιοκτησία, τις ελευθερίες και τα δικαιώματα. Βέβαια, στις μέρες μας, μόνο τα μικρά κόμματα αρχών (π.χ. φιλελεύθεροι ή κομμουνιστές διαφόρων αποχρώσεων) δίνουν απαντήσεις και παίρνουν θέση σε τέτοια ερωτήματα. Άλλα κόμματα, συνήθως πιο μεγάλα και πολυσυλλεκτικά τσιμπολογούν από εδώ κι από εκεί αρχές και ιδέες για να προσελκύσουν και να κρατήσουν όσο πιο πολλούς ψηφοφόρους γίνεται. Και κάποια κόμματα, εξίσου πολυσυλλεκτικά, προτιμούν να μην απαντούν καθόλου. Αυτά τα τελευταία είναι γνωστά ως «κέντρο».

Όλα τα κόμματα είναι προϊόντα ζωηρής φαντασίας και, ως τέτοια, επιβιώνουν ερεθίζοντας τη φαντασία των μελών και οπαδών τους. Πλούτος, ανάπτυξη, ελευθερία, ισότητα, σοσιαλισμός είναι μερικές μόνο από τις φανταστικές εικόνες που αυτοί οι πολιτικοί φορείς παράγουν και χρησιμοποιούν -όχι με ιδιαίτερη συνέπεια- όταν επικοινωνούν με τον κόσμο τους. Κάποια κόμματα όμως δεν φαντάζονται απολύτως τίποτα διότι πολύ απλά δεν μπορούν να φανταστούν κάτι διαφορετικό από αυτό που οι οπαδοί τους ήδη έχουν και προσπαθούν να διατηρήσουν. Αυτά τα τελευταία είναι γνωστά ως «κέντρο».

Όσο περνάει ο καιρός και βαθαίνει η κρίση, ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι αναρωτιούνται μήπως το ίδιο το σύστημα, ο τρόπος δηλαδή οργάνωσης της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής, πρέπει να αλλάξει και μάλιστα ριζικά. Άλλοι πείθονται ότι η ισότητα και τα συλλογικά δικαιώματα πρέπει να θυσιαστούν στο όνομα του ανταγωνισμού και της ανάπτυξης και άλλοι, αντίθετα, ότι πρέπει να θυσιαστούν επενδύσεις και περιουσίες στο όνομα δημόσιων αγαθών και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Και κάποιοι ζητούν να γίνουν οι «αναγκαίες μεταρρυθμίσεις», πάντα με σεβασμό στο νόμο και την τάξη, αρκεί να μην αλλάξει τίποτα στον μικρόκοσμό τους και στην προνομιακή θέση που κατέχουν μέσα στην κοινωνία και την οικονομία. Αυτοί οι τελευταίοι είναι γνωστοί ως «κεντρώοι».

Το «κέντρο» πότε μασκαρεύεται σε «κεντροαριστερά» πότε σε «κεντροδεξιά». Οι «κεντρώοι», φιλήσυχοι και ανησυχούντες, γαλήνιοι και μαζί προβληματισμένοι, και πάντως υπεύθυνοι πολίτες, απεχθάνονται τα «άκρα». Και είναι έτοιμοι να καταδικάσουν ως «ακραία» οποιοδήποτε θέση, ο,τιδήποτε ταράζει τη γαλήνη (τους) και αμφισβητεί την προνομιακή τους θέση στο σύστημα. Οι περισσότεροι «κεντρώοι» εκφράζονται μέσα από το εκάστοτε «κεντροκάτι» κόμμα εξουσίας (η έμφαση στο «εξουσίας»). Λίγοι εκκεντρικοί «κεντρώοι», κυρίως για να εντυπωσιάσουν τους φίλους τους,  επιλέγουν κάποιο μικρό κόμμα με «επαναστατικές» θέσεις του τύπου ατομική βελτίωση μέσω της αυτοτιμωρίας. Αυτοί οι «κεντρώοι» είναι γνωστοί ως οι «διανοούμενοι».

Αυτό που «οι κεντρώοι» φοβούνται περισσότερο (ίσως μάλιστα περισσότερο και από τα «άκρα»), είναι να μη μείνουν ξαφνικά χωρίς «κέντρο». Αυτό συνήθως δε γίνεται καθ ότι, σε κανονικές συνθήκες, όσο υπάρχει εξουσία θα υπάρχουν «κεντρώα» κόμματα και «κεντρώοι» που θα την στελεχώνουν και θα την υπηρετούν. Έρχεται όμως η κρίση και φέρνει τα πάνω κάτω. Οι εξελίξεις αυτή τη φορά μοιάζουν ανεξέλεγκτες.

Οι «κεντρώοι» νιώθουν ότι χάνουν εξουσία, κύρος και ακροατήριο. Κι επειδή δεν έχουν μάθει να διαχειρίζονται συλλογικά τέτοιες καταστάσεις αντιδρούν σπασμωδικά. Κάποιοι αναζητούν ασφάλεια σε διαδρόμους εξουσίας όπου με θέρμη νεοφώτιστου υπερασπίζονται την ακροδεξιά κυβερνητική πολιτική. Άλλοι δημιουργούν κάτι απίθανους, συνήθως μονοπρόσωπους, πολιτικούς σχηματισμούς των οποίων τα ονόματα δε θυμούνται ούτε οι ιδρυτές τους. Το δράμα των «κεντρώων» φαίνεται να διασκεδάζει τον πολύ τον κόσμο, τον αχάριστο που περιμένει το αιματοβαμμένο φινάλε.

Τη λύση στην αγωνία καλούνται να δώσουν και πάλι οι παλιές καραβάνες: βετεράνοι του «εκσυγχρονισμού», κομματικοί γυρολόγοι και μαραμένοι διανοούμενοι. Πιο έμπειροι βλέπουν ότι ο κατακερματισμός του πολιτικού συστήματος, τους δίνει μια σπάνια ευκαιρία να παραμείνουν στα πράγματα. Να νεκραναστήσουν το «κέντρο» ως έναν ενιαίο, ευρύχωρο σχηματισμό που θα έχει αποκλειστικά έναν στόχο: να παραμείνουν στην εξουσία ως προνομιακοί, μόνιμοι κυβερνητικοί εταίροι. Αφού οι άλλοι δεν ενδιαφέρονται για τις ιδέες και την εμπειρία τους, οι «κεντρώοι» θα τους αναγκάσουν να ενδιαφερθούν για τα «κουκιά» και τα κονέ τους.

Το σχέδιο είναι απλό. Ας κυβερνήσει όποιος θέλει αρκεί οι «κεντρώοι» να κρατήσουν το κομμάτι της πίτας που θεωρούν ότι τους ανήκει. Κι αφού ο κόσμος στρέφεται αυτήν την περίοδο προς τα αριστερά, οι «κεντρώοι» θα λέγονται φέτος κεντροαριστεροί. Του χρόνου βλέπουμε. Κάπως έτσι πέφτει στην αγορά δοκιμαστικά η «Ελιά». Πέφτουν για αρχή 58 υπογραφές και η σκυτάλη περνά στα μέσα ενημέρωσης. Ο καλολαδωμένος μηχανισμός των φίλων είναι εδώ για να βοηθήσει. Αυτούς ξέρουν, με αυτούς δούλεψαν, αυτούς εμπιστεύονται. «Η χώρα χρειάζεται την κεντροαριστερά» διαβεβαιώνουν τον κόσμο οι φυλλάδες και τα κανάλια των εργολάβων. Βολικές πένες πιάνουν δουλειά προετοιμάζοντας την κοινή γνώμη για τη μεγάλη στιγμή. Δημοσκόποι φέρνουν αστρονομικά ποσοστά σε ένα κόμμα που δεν έχει ακόμα ούτε όνομα ούτε πρόσωπα ούτε πολιτική. Χρόνος για πρόβες δεν υπάρχει. Λίγες μέρες μετά ο νεοσύστατος θίασος κάνει πρεμιέρα στο θέατρο Ακροπόλ.

Ο κόσμος ήταν κάτι παραπάνω από πολύς, εκτιμάται ότι την παρακολούθησαν μέσα και έξω από το θέατρο πάνω από 2.000 άτομα, οι πιο συγκρατημένοι μιλούσαν για 2.000 συγκεντρωμένους και οι πιο παρατηρητικοί για 3.000με περισσότερους από 2.500 πολίτες να γεμίζουν ασφυκτικά το θέατρο «Ακροπόλ». – Μα που στο καλό χώρεσαν οι 2.000 ή κατά άλλους 3.000 θεατές της εκδήλωσης, σε ένα θέατρο που έχει 750 θέσεις.

Τα γεμάτα ενθουσιασμό άρθρα (από όπου και τα παραπάνω αποσπάσματα) και οι ουρές των πληγωμένων «κεντροαριστερών» έξω από το Ακροπόλ έχουν ετοιμάσει πλέον το έδαφος. Μια δυο μικρολεπτομέρειες απομένουν ώστε το φανταστικό δέντρο να βγάλει ρίζες και καρπούς: Ένας προσωρινός αρχηγός για να μαζέψει γύρω του όλα τα ορφανά κουρασμένα «εγώ» και μερικές χιλιάδες ψήφοι για να ποτίσουν αυτό το γκρίζο κούτσουρο το στολισμένο με κουκούτσια που καμαρώνει για «Ελιά». Οι παραστάσεις συνεχίζονται.

Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι…

Αντιφασιστική – Αντικρατική μοτοπορεία 15/11/2012