«Είναι ήδη νεκρός»: Ένας νουάρ μεζές

Βασισμένο σε πραγματική ιστορία, όπως τη διηγήθηκε στο συγγραφέα ένας φυλακισμένος γι αυτή, το νέο νουάρ του Τάσου Θεοφίλου αφήνει τον αναγνώστη μάλλον παραπονεμένο που οι σελίδες ήταν μόνο 64

Τον Τάσο Θεοφίλου, ως συγγραφέα, τον «συνάντησα» για πρώτη φορά στον μαγικό κόσμο των μπλογκ. Η σελίδα του «Παρανουαρικό!», που ανανεωνόταν μέχρι το 2012, είχε μικρά σε έκταση αλλά πολύ ενδιαφέροντα κείμενα. Σε αντίθεση με τις πληκτικές αυτοαναφορικές ξεπέτες πολλών μπλόγκερ, τα νουάρ κείμενα του «Τάσσιου Θήτα», όπως υπέγραφε τότε ο Θεοφίλου, «φώναζαν» ότι ήταν γραμμένα με μεράκι, κόπο και μετά από πολύ διάβασμα των μαστόρων του είδους.

Και μετά ήρθε ο Αύγουστος του 2012 για να γίνει το όνομα του Θεοφίλου ευρύτερα γνωστό για εντελώς λάθος λόγους. Η αστυνομία τον συνέλαβε με βάση κατασκευασμένες κατηγορίες και ανύπαρκτα αποδεικτικά στοιχεία, τα μέσα ενημέρωσης τον καταδίκασαν πολύ πριν γίνει δίκη, και το πρώτο δικαστήριο του επέβαλε κάθειρξη 25 ετών για φόνο που δεν έκανε, σε τόπο που δεν ήταν, με ανθρώπους που δεν συνάντησε. Το δικαστήριο φάνηκε να σφυρίζει αδιάφορα για την ολοφάνερη έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων και να τιμωρεί το μόνο πράγμα που ο κατηγορούμενος Θεοφίλου δεν έκρυψε ποτέ. Την πολιτική ιδεολογία του. Στις πολλές και συνεχώς πιο μαζικές κινήσεις για την ανατροπή της καταδίκης «συνάντησα» για δεύτερη φορά τον Τάσο Θεοφίλου, όχι πια ως συγγραφέα αλλά ως αναρχικό που διώκεται για τις ιδέες του.

Φέτος, μετά την οριστική και αμετάκλητη αθώωση, τον Αύγουστο του 2017 από το Εφετείο (παρά την εισήγηση του εισαγγελέα που ζητούσε και πάλι καταδίκη χωρίς αποδείξεις), ο Τάσος Θεοφίλου, παρουσίασε το νέο του βιβλίο. Έχει τίτλο «Είναι ήδη νεκρός» και κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2018 από τις εκδόσεις Red n’ Noir. Δεν είναι το πρώτο του βιβλίο. Ο συγγραφέας, που παράλληλα είναι εξαιρετικά δραστήριος σε κοινωνικά κινήματα και συλλογικότητες, φαίνεται να προσπαθεί όλον αυτόν τον καιρό να πάρει πίσω τον χρόνο που του έκλεψε το κράτος με τα πέντε χρόνια άδικης φυλάκισης.

Χρησιμοποιεί μάλιστα αυτήν την εμπειρία για να πει με ακόμα πιο ζωντανό τρόπο την ιστορία που τον ενδιαφέρει. Μια ιστορία ανθρώπων της πόλης, μοναχικών, ασήμαντων πιονιών σε ένα παιχνίδι ανελέητο χωρίς κανόνες. Σε έναν κόσμο που δε μοιάζει να ενδιαφέρεται για τίποτε άλλο πέρα από την επιβίωση και την περιχαράκωση ενός μικρού, ζωτικού χώρου άσκησης εξουσίας απέναντι σε άλλους εξίσου μικρούς και ασήμαντους. Τα πρόσωπα του βιβλίου, με ή χωρίς στολή, θύτες και θύματα, ζουν και ανακυκλώνουν τη βία ως φυσιολογική κατάσταση. Με κώδικες τιμής και πρακτικές ατιμίας.

Το «Είναι ήδη νεκρός», που παρουσιάζεται φέτος σε εκδηλώσεις, όποτε και όπου μπορεί ο συγγραφέας και οι φίλοι του, είναι μια ωραία προσπάθεια και, ελπίζω, μια ωραία (νέα) αρχή. Γιατί όσο και αν ευχαριστιέται κανείς τον ρυθμό, τη μαυρίλα και το στακάτο ύφος της αφήγησης, ανάμεσα από πειστικά «δελτία συμβάντων» της αστυνομίας και «ειδήσεις» του Τύπου, το παράπονο που μένει είναι ότι οι σελίδες είναι μικρές και λίγες, λιγότερες από τις επίσημες 64 της έκδοσης. Κλείνεις το βιβλίο και νιώθεις ότι έχεις πάρει έναν νοστιμότατο μεζέ – αλλά μεζέ. Και περιμένεις το κυρίως πιάτο που, δεν μπορεί, θα είναι το ίδιο νόστιμο ίσως και πιο πολύ. Αλλά πού είναι; Ελπίζω ο «μάγειρας» να έχει πιάσει ήδη δουλειά.

ΥΓ. Πρέπει να υπάρχει ένα θεματάκι με τη διανομή. Αρχές Φεβρουαρίου έψαξα πολύ μέχρι να βρω το «Είναι ήδη νεκρός». Πολλά μεγάλα βιβλιοπωλεία στο κέντρο της Αθήνας δεν το είχαν, τα μικρότερα των Εξαρχείων το αγνοούσαν. Κατάφερα να βρω πέντε αντίτυπα στην Πολιτεία. Πήρα ένα για μένα και τρία για δώρο. Ελπίζω να εφοδιάστηκαν με αντίτυπα και αυτοί και οι άλλοι. Το βιβλίο κοστίζει 5,30 ευρώ.

«Πώς πεθαίνουν οι δημοκρατίες»: εύκολα, στα χέρια μισαλλόδοξων δημοκρατικά εκλεγμένων δημαγωγών

Πόλωση, αδιαλλαξία, απαξίωση του αντιπάλου, προσπάθεια εξουδετέρωσης μηχανισμών ελέγχου κι ένας φιλόδοξος δημαγωγός, κάπως έτσι πεθαίνουν οι δημοκρατίες, απαντούν οι συγγραφείς

Το «How democracies die», όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου των Steven Levitsky και Daniel Ziblatt, δεν είναι ακόμα ένα κείμενο πολιτικής κριτικής με στόχο τον Ντόναλντ Τραμπ. Ο μισαλλόδοξος δημαγωγός που εδώ και δυο χρόνια έχει εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ αποτελεί μεν την αφορμή και το σημείο αναφοράς των δυο καθηγητών-συγγραφέων. Σε εννέα κεφάλαια με συνολικά 410 σελίδες και πλήθος σημειώσεων και βιβλιογραφικών παραπομπών οι Levitsky και Ziblatt αναλύουν το ερώτημα που θέτουν στον τίτλο του βιβλίου τους και στο τέλος δίνουν μια εξαιρετικά σαφή και τεκμηριωμένη απάντηση.

Αφού πρώτα περιγράψουν τα βασικά κοινά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τους αυταρχικούς ηγέτες και δείχνουν τις προθέσεις τους (όπως πχ αδιαφορία για τους κανόνες, απαξίωση των αντιπάλων τους, επίθεση για την εξουδετέρωση θεσμικών αντίβαρων κλπ) οι συγγραφείς χτίζουν την κεντρική θέση που διαπερνά το βιβλίο τους: Το κύριο συστατικό της δημοκρατίας βρίσκεται πέρα απο την αρχή του κράτους δικαίου και τη διάκριση των εξουσιών. Είναι η ανεκτικότητα προς τον αντίπαλο και η συνειδητή παραίτηση από τη χρήση μέσων και δυνατοτήτων που παρέχει η κάθε μια από τις εξουσίες. Είναι επίσης η διαμόρφωση άτυπων κανόνων συμπεριφοράς για την εφαρμογή των οποίων φροντίζουν κομβικοί θεσμοί της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, με κυριότερο από αυτούς, τα κόμματα.

Οι δημοκρατίες, οι σημερινές αστικές αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες, κινδυνεύουν άμεσα, λένε οι συγγραφείς, από μισαλλόδοξους δημαγωγούς όπως ο Τραμπ στις ΗΠΑ, ο Ερντογάν στην Τουρκία, ο Όρμπαν στην Ουγγαρία και ο Μαδούρο στη Βενεζουέλα. Αυτοί και άλλοι σαν αυτούς πετυχαίνουν σημαντικές εκλογικές νίκες εκμεταλλευόμενοι τη δυσαρέσκεια προς το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο εκείνων που είτε έχουν τεθεί στο περιθώριο της παραγωγής είτε νιώθουν ότι απειλείται η θέση τους απο τις ραγδαίες εθνολογικές, φυλετικές, δημογραφικές ή οικονομικές ανακατατάξεις που συνταράσσουν περιφέρειες, κράτη, κοινωνίες. Οι ηγέτες αυτοί χτίζουν το προφίλ τους μέσα σε ένα, ευνοϊκό για τους ίδιους αλλά καταστροφικό για τη δημοκρατία, περιβάλλον εντεινόμενης πόλωσης, υποσχόμενοι την καταστροφή του υφιστάμενου συστήματος και είτε την επιστροφή σε έναν παρελθόντα παράδεισο που όμως δεν υπήρξε ποτέ είτε το χτίσιμο ενός εφιαλτικού για όλους τους άλλους μέλλοντος.

Για τη διάσωση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας οι συγγραφείς προτείνουν ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο: Κατ αρχάς απορρίπτουν ως ολέθριο λάθος την έστω και εν μέρει ή σε ηπιότερη μορφή υιοθέτηση της ατζέντας ή των μεθόδων των μισαλλόδοξων δημαγωγών. Κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν προσφέρει λύσεις αλλά ουσιαστικά αποτελεί παράδοση της δημοκρατίας στον αυταρχισμό. Και παραθέτουν παραδείγματα από την πρόσφατη ευρωπαϊκή ιστορία. Οι Levitsky και Ziblatt, αντιθέτως, προτείνουν την οργάνωση πολιτών και φορέων σε πολιτικά και κοινωνικά δίκτυα πέρα από διαχωριστικές γραμμές, στη βάση κοινών σημείων σύγκλισης. Με τελικό στόχο τη δημιουργία ενός μετώπου πολιτικού πολιτισμού απέναντι στον αυταρχισμό της εξουσίας.

«Make the economy scream», η Βενεζουέλα από κοντά και όχι από τα κανάλια

«Make the economy scream» ήταν η εντολή του Ρίτσαρντ Νίξον για την υπονόμευση και, τελικά, την ανατροπή του Σαλβαδόρ Αγιέντε, στη Χιλή. Το νέο φιλμ του Άρη Χατζηστεφάνου και της ομάδας του δείχνει πώς η ίδια πολιτική εφαρμόζεται σήμερα στη Βενεζουέλα.

Στην τελική ευθεία έχει μπει, πλέον, η παραγωγή του ντομικαντέρ «Make the economy scream» της ομάδας του Άρη Χατζηστεφάνου, με στόχο όλα να είναι έτοιμα για την πρώτη προβολή του, μέσα στον Μάρτιο. Το φιλμ παίρνει αφορμή από τις αναφορές στη Βενεζουέλα που κάνουν συχνά ορισμένοι συντηρητικοί πολιτικοί στην Ελλάδα και ερευνά ποια είναι η πραγματική κατάσταση της οικονομίας της λατινοαμερικανικής χώρας. Ο τίτλος προέρχεται από την εντολή του προέδρου των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Νίξον, προς τη CIA, το 1970, να κάνει ό,τι χρειάζεται για να υπονομεύσει την οικονομία της Χιλής ώστε να ανατραπεί ο πρόεδρος λατινοαμερικανικής χώρας, Σαλβαδόρ Αγιέντε. Η ανατροπή του δημοκρατικά εκλεγμένου σοσιαλιστή ηγέτη της Χιλής έγινε τελικά τρία χρόνια αργότερα από τον στρατηγό Πινοτσέτ, με τις ευλογίες των ΗΠΑ.

Η Βενεζουέλα, σήμερα, φαίνεται να αντέχει κάπως περισσότερο τις πιέσεις, παρ ότι η πολιτική ηγεσία της δεν αποφεύγει τα λάθη. Το ντοκιμαντέρ δείχνει ότι η οικονομική κατάσταση στη χώρα δεν είναι βέβαια όπως την παρουσιάζουν τα κανάλια, στις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Ελλάδα, έχει όμως προβλήματα. Αυτά οφείλονται, πρώτα, στις αμερικανικές κυρώσεις, μετά, στο οργανωμένο σαμποτάζ της οικονομίας από τους ολιγάρχες της χώρας που ελέγχουν τα δίκτυα παραγωγής και, τέλος, σε κακές επιλογές της κυβέρνησης Μαδούρο.

Σε αντίθεση με την συντριπτική πλειοψηφία όσων αναφέρονται στη Βενεζουέλα που απλώς κάτι τους είπαν ή κάτι διάβασαν για τη χώρα, ο Άρης Χατζηστεφάνου πήγε αρκετές φορές στο Καράκας και στο Σαν Κριστομπάλ, μίλησε με πολιτικούς, οικονομολόγους, μουσικούς, κόσμο στο δρόμο, είδε από κοντά την κατάσταση, τσέκαρε όσα του είπαν με άλλους οικονομολόγους στην Ελβετία, την Ολλανδία και αλλού, και κατέληξε σε συμπεράσματα. Σε αυτό το ντοκιμαντέρ κεντρική θέση έχουν τα στοιχεία, οι απόψεις και η κριτική. Η ταινία πέρα από χρήσιμη, όμως, είναι και απολαυστική. Πρωταγωνιστούν οι εντυπωσιακές εικόνες απ την καθημερινή ζωή στη Βενεζουέλα, ο ήχος απ τη μουσική της, και οι άνθρωποί της, γεμάτοι ζωντάνια, πολιτικά πάθη και διάθεση για ζωή.

Η ομάδα της παραγωγής χρηματοδοτείται μόνο από όσους θέλουν να την υποστηρίξουν οικονομικά. Κάντε το καλό ακολουθώντας τις οδηγίες στο σάιτ τους.

«Vice»: Μια μεγάλη πολιτική ταινία που κάπως ξένισε τους κριτικούς

Μετά το «Μεγάλο σορτάρισμα», ο Άνταμ ΜακΚέι γύρισε μια ακόμα αιχμηρή, γρήγορη, ταινία με πλούσια τεκμηρίωση και θέμα τον Ντικ Τσένεϊ

Το «Vice» δεν πρέπει να άρεσε καθόλου στον Ντικ Τσένεϊ. Ο πρώην αντιπρόεδρος των ΗΠΑ (τον οποίο η εταιρία διανομής στην Ελλάδα αλλά και σάιτ όπως το Αθηνόραμα τον χαρακτηρίζουν απλώς «αμφιλεγόμενο»!), γνωστός για τον αδίστακτο τρόπο με τον οποίο προώθησε τα συμφέροντα του ίδιου και της εταιρίας Halliburton, σκορπίζοντας θάνατο, πόνο και καταστροφή στη Μέση Ανατολή και αλλού, έχει κάθε λόγο να αντιπαθεί τον Άνταμ ΜακΚέι που σκηνοθέτησε αυτό το σαρκαστικό, αρκετές φορές αστείο, γρήγορο, αιχμηρό, δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ. Η ταινία είναι ένα ανελέητο αλλά σοβαρά τεκμηριωμένο, πολιτικό σφυροκόπημα κυρίως του Τσένεϊ και σε δεύτερο λόγο των γερακιών φίλων του, Ντόναλντ Ράμσφελντ, Ντέιβιντ Άντινγκτον και Πολ Γούλφοβιτς.

Στους κριτικούς κινηματογράφου όμως γιατί δεν άρεσε; Πολλά σάιτ, και στην Ελλάδα, υμνούν βέβαια τον Κρίστιαν Μπέιλ για την πραγματικά απίστευτα καλή ερμηνεία του, βάζουν όμως από 2,5 έως 3,5 αστέρια στα 5. Και το δικαιολογούν με επιχειρήματα του στυλ «είναι πολύ πολιτικοποιημένο, παρουσιάζει τη μια άποψη, στοχοποιεί, κάνει κήρυγμα κλπ». Ο Σίμουρ Χερς έχει περιγράψει το φαινόμενο αναλυτικά στο πρόσφατο αυτοβιογραφικό βιβλίο του με τίτλο «Ρεπόρτερ». Ο κίνδυνος για την κριτική τα τελευταία χρόνια, λέει ο Χερς, είναι η σχετικοποίηση γεγονότων και στοιχείων και η έλλειψη παιδείας τεκμηρίωσης.

Πρόκειται για ένα είδος διαστρεβλωμένης δεοντολογίας όπου ο πιο αδίστακτος ψεύτης, ιδιοτελής, σφετεριστής της εξουσίας, της πρόσφατης αμερικανικής ιστορίας, πρέπει να χαρακτηρίζεται αποστασιοποιημένα «αμφιλεγόμενος». Όπου τα στοιχεία παρουσιάζονται ως απόψεις. Ένας απολίτικος παραλογισμός που θεωρεί σωστό μόνον ό,τι παρουσιάζει δύο απόψεις τις οποίες αντιμετωπίζει ως εξίσου σοβαρές: για παράδειγμα, οι ναζί κατά μία άποψη δεν σέβονταν πολύ τα ανθρώπινα δικαιώματα, κατά μία άλλη άποψη όμως τα είχαν κορώνα στο κεφάλι τους. Και όπου από πίσω κρύβεται ουσιαστικά η πεποίθηση ότι οι πολίτες είναι μια άμορφη μάζα ανώριμων παιδιών που δεν πρέπει ούτε να τα επηρεάζει κανείς ούτε να τα ταράζει.

Το Vice δικαίως ταράζει. Κυρίως επειδή έχει σαφή άποψη, πλούσια τεκμηρίωση και πολλή δουλειά από πίσω, που μοιάζει να απειλεί να επισκιάσει την εξαιρετική ερμηνεία του Μπέιλ. Μια πραγματικά μεγάλη ταινία που ξαναπιάνει το νήμα της παράδοσης του αμερικανικού πολιτικού σινεμά.

«Πεθαίνοντας στο γέλιο»: Ιστορίες που μιλούν από μόνες τους

Συνέντευξη από τον διευθυντή του Charlie Hebdo λίγο πριν δολοφονηθεί και τρεις ιστορίες πολιτικού ακτιβισμού με μπόλικο χιούμορ περιλαμβάνει το ντοκιμαντέρ του Σ.Κούλογλου

Μια συνέντευξη με τον διευθυντή του Charlie Hebdo, Stéphane Charbonnier (Charb), λίγον καιρό πριν δολοφονηθεί από ισλαμιστές, άλλη μια με τη χήρα του Wolinski που κι αυτός έπεσε θύμα της ίδιας δολοφονικής επίθεσης, και τρεις ιστορίες αιχμηρής πολιτκής σάτιρας/ακτιβισμού, αφηγείται το ντοκιμαντέρ «Πεθαίνοντας στο γέλιο» του δημοσιογράφου και ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Στέλιου Κούλογλου, που έδειξε χτες αργά το βράδυ η ΕΡΤ2.

Στην ταινία, που προβλήθηκε στο περυσινό φεστιβάλ ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης, οι τέσσερις ιστορίες κυλάνε παράλληλα με διαδοχικά αποσπάσματα χωρίς ενδιάμεσες γέφυρες ή πάσες. Ο Κούλογλου μένει, περισσότερο από άλλες φορές, στο περιθώριο ως αφηγητής. Κάνει βέβαια την εμφάνισή του συχνά στην οθόνη είτε ως συνομιλητής είτε ως συμμέτοχος στη φάρσα που σκαρώνουν οι αμερικανοί «Yesmen» στο Ευρωκοινοβούλιο.

Χωρίς να έχει ευρηματική σκηνοθεσία ή σενάριο (μάλλον δεν το χρειαζόταν με τέτοιους πρωταγωνιστές) η ταινία κυλάει με συνεχείς εναλλαγές ανάμεσα στο τραγικό (Charlie Hebdo) και το κωμικό, και απογειώνεται με τα πλάνα από τη δράση των ​​F​lashmob κατά των εμπορικών συμφωνιών ΤΤΙΡ και CETA. Οι τελευταίοι προσφέρουν μια απολαυστική πρόταση ακτιβισμού, με την πρακτική τους να πατρεισφρύουν κατά δεκάδες σε συνέδρια και συζητήσεις υπέρ των παραπάνω εμπορικών συμφωνιών και να τραγουδούν, στην αρχή ένας ένας και σιγά σιγά όλο και περισσότεροι, το σούπερ κολλητικό τραγούδι «Do you hear the people sing?», από το μιούζικαλ οι «Άθλιοι». Δείτε το ντοκιμαντέρ όπου το βρείτε. Εν τω μεταξύ, δείτε παρακάτω τους Flashmob απ τους οποίους δεν μπορώ να ξεκολλήσω.

Προσοχή στα ξινισμένα μούτρα των γραφειοκρατών 🙂

«Big A Little A» ή Τι σε πειράζει ο χασάπης άμα σ’ αρέσουν οι σφαγές;

Ένα σπουδαίο κομμάτι με στίχους κανονικό μανιφέστο – από το μακρινό 1982 αλλά πάντα επίκαιρο

Με αφορμή σημερινά δημοσιεύματα για κάτι φασίστες που νόμιζαν ότι ήταν άλλο, λίγοι στίχοι του 1982 απ τους Crass

But no one ever changed the church by pulling down a steeple
And you’ll never change the system by bombing number ten
Systems just aren’t made of bricks they’re mostly made of people
You may send them into hiding, but they’ll be back again

Μόλις 4 από τους 77 (!) στίχους του «Big A Little A» των Crass, από το άλμπουμ «Christ – the Album» του 1982

… και δυο γραμμές του 2010 από τον Περικλή Κοροβέση.

Αυτό που λέγεται, ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», στην ουσία σημαίνει πως επιδιώκεις έναν αθέμιτο σκοπό με αθέμιτα μέσα. Και για να δικαιολογήσεις τα αθέμιτά σου μέσα, βαφτίζεις το σκοπό σου θεμιτό, του δίνεις ένα ωραίο όνομα και το ονομάζεις «υψηλό ιδανικό». 

«Τι είναι εν τέλει η πολιτική βία;», Περικλής Κοροβέσης, εισαγωγή στο συλλογικό βιβλίο «Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική», Διάπυρον, Αθήνα 2010

Απ την ανεξιθρησκεία στο μεσαίωνα, μια «συναντίληψη» δρόμος

Η κυβέρνηση σήμερα παραδέχτηκε ότι δεν θέλει να ρυθμίσει με τρόπο νόμιμο και σύμφωνο με τα ανθρώπινα δικαιώματα το θέμα της απαλλαγής μαθητών απ το μάθημα των θρησκευτικών. Είναι σαφές ότι αυτοί που εκλέχτηκαν στις 20 Σεπτεμβρίου για να κυβερνήσουν δεν μπορούν να χαράξουν και να ασκήσουν πολιτική όχι μόνο στην οικονομία αλλά πλέον ούτε και στους τομείς που δεν ρυθμίζονται από μνημόνια και δανειακές συμβάσεις. Το ότι η κυβέρνηση έχει ήδη αποδεχτεί απλώς να διαχειρίζεται όσα βρήκε αποτελεί ασφαλώς ήττα για όσους έχουν απομείνει σε αυτή τη χώρα να ονειρεύονται τον διαχωρισμό εκκλησίας κράτους. Πολύ περισσότερο, όμως, αποτελεί ήττα για την ίδια τη δημοκρατία, ακόμα και γι αυτή την κολοβή αστική αντιπροσωπευτική δημοκρατία της περιορισμένης κυριαρχίας. Αυτό δεν αφορά τόσο τα πρόσωπα που διαχειρίζονται το ζήτημα. Στις κυβερνήσεις διαχειριστών τα πρόσωπα έχουν μικρή σημασία. Η σημερινή ήττα έχει να κάνει με την πολιτική την ίδια. Και γι αυτό έχει βαρύτερες και ευρύτερες συνέπειες.

Ποιο όμως είναι ακριβώς το αντικείμενο της διαφωνίας και πού κατέληξε αυτή η πρώτη απόπειρα της κυβέρνησης να κάνει αυτό για το οποίο εκλέχτηκε, δηλαδή να εφαρμόσει το πρόγραμμά της; Η ιστορία ξεκινά στις 23 Ιανουαρίου 2015 όταν ο υπουργός Παιδείας, Ανδρέας Λοβέρδος, υπέγραψε και εξέδωσε ως εξαιρετικά επείγουσα την εγκύκλιο 12773/Δ2. Η εγκύκλιος προβλέπει ότι αν ένας μαθητής θέλει να απαλλαγεί από το μάθημα των θρησευτικών, πρέπει ο ίδιος (αν έχει ενηλικιωθεί) ή οι γονείς του να υπογράψουν μια υπεύθυνη δήλωση όπου θα αναφέρεται πως δεν είναι χριστιανός ορθόδοξος. Αυτό μπορεί να γίνει απ την 1η ως την 20η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, προσθέτει η εγκύκλιος.

Γιατί βιάστηκε ο υπουργός να εισάγει μια υποχρέωση 8-9 μήνες πριν αυτή μπορέσει να εφαρμοστεί; Ποιος ο λόγος να υπογράψει «εξαιρετικά επείγον» έγγραφο; Πολύ απλά, επειδή μόλις δυο μέρες μετά την έκδοση της εγκυκλίου είχαμε εκλογές και ο Λοβέρδος έπρεπε να μαζέψει όσους περισσότερους σταυρούς μπορούσε, στην αχανή Β’ Αθηνών. Η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ κατέρρεε, ο ΣΥΡΙΖΑ πρόβαρε τη στολή του «πρώτη φορά αριστερά» και ο έμπειρος στην ψηφοθηρία σοσιαλιστής πολιτικός έψαχνε τρόπο να ξαναεκλεγεί στη Βουλή. Εδώ για να εκλεγεί τον Μάιο του 2012 δε δίστασε να διαπομπεύσει οροθετικές γυναίκες δίνοντας στη δημοσιότητα το ιατρικό ιστορικό τους, την ταυτότητά τους και τις φωτογραφίες τους, θα κολλούσε τώρα ο (και συνταγματολόγος) Λοβέρδος  στη συνταγματικά κατοχυρωμένη θρησκευτική ελευθερία και στα ανθρώπινα δικαιώματα;

Στις 25 Ιανουαρίου, δυο μέρες μετά την έκδοση της εγκυκλίου, ο Λοβέρδος επέστρεφε στη Βουλή, η χώρα αποκτούσε κυβέρνηση «πρώτη φορά αριστερά» ΣΥΡΙΖΑ-ΑνΕλ, και το θέμα περνούσε στην αρμοδιότητα του νέου υπουργού, Αριστείδη Μπαλτά. Ο οποίος δεν έκανε τίποτα. Η εγκύκλιος έμεινε σε ισχύ περιμένοντας την 1η Σεπτέμβρη να έρθουν οι γονείς να υπογράψουν υπεύθυνη δήλωση για το τι πιστεύει και τι δεν πιστεύει το παιδί τους. Ακόμα και στα τέλη Αυγούστου, όταν το κόμμα του, ο ΣΥΡΙΖΑ, ετοιμαζόταν να παραδώσει τα υπουργεία σε υπηρεσιακή κυβέρνηση εν όψει των πρόωρων εκλογών της 20ης Σεπτεμβρίου, ο αριστερός (και πρόεδρος του ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς) Μπαλτάς δεν έκανε τίποτα. Οι εκλογές ήταν κρίσιμες, κάθε ψήφος ήταν πολύτιμη και δεν ήταν ώρα να πειράζει κανείς «ευαίσθητες» εγκυκλίους. Κι αν αυτό δεν ήταν ούτε πολύ αριστερό ούτε σύμφωνο με το πρόγραμά του, είχε καιρό ο ΣΥΡΙΖΑ να το διορθώσει μετά.

Στη Βουλή επέστρεψαν και ο Λοβέρδος και ο Μπαλτάς και στην κυβέρνηση επέστρεψαν οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑνΕλ. Στο υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (προσοχή στον πληθυντικό), όμως, είχαμε πάλι νέα πρόσωπα. Υπουργός, στις 23 Σεπτεμβρίου, ανέλαβε ο Νίκος Φίλης και αναπληρώτρια η Σία Αναγνωστοπούλου. Δύο μέρες αργότερα, στις 25 Σεπτεμβρίου, η Αναγνωστοπούλου μίλησε στον ραδιοφωνικό σταθμό του ΣΥΡΙΖΑ («Στο Κόκκινο»), ερωτήθηκε από ακροατή για το θέμα της δήλωσης θρησκεύματος ως προϋπόθεση για την απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών και είπε επί λέξη τα εξής: «Δεν μπορεί να δηλώνει κανείς, να πρέπει να υπογράφει κάτι σε δημόσιο έγγραφο, τι είναι ή τι δεν είναι. Κακώς δεν το καταργήσαμε και πρέπει να την καταργήσουμε άμεσα».

Αυτό που είπε η Αναγνωστοπούλου δεν ήταν μόνο συνεπές με την προγραμματική ρητορική της παράταξής της αλλά και την προσωπική της ιστορία, δεν ήταν μόνο πολιτικά δυνατό (από μια κυνέρνηση με φρέσκια λαϊκή εντολή), ήταν και νομικά σωστό. Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση 4/2015 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, δεν υποχρεούται να δηλώνει κανείς ότι δεν είναι χριστιανός ορθόδοξος. Αρκεί μόνο η επίκληση λόγων συνείδησης. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε (εξετάζοντας την εφαρμογή προηγούμενης εγκυκλίου από διευθυντές σχολείων) και ο Συνήγορος του Πολίτη όπως προκύπτει από έγγραφό του, του Δεκεμβρίου του 2014, προς το υπουργείο Παιδείας. Οι δύο ανεξάρτητες αρχές ακολούθησαν το σκεπτικό της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας στην υπόθεση 2283/2001 όπου το δικαστήριο έκλεισε μια και καλή το θέμα αποφασίζοντας ότι είναι παράνομο και αντισυνταγματικό να υποχρεώνεται κάποιος να δηλώνει το θρήσκευμά του είτε άμεσα είτε έμμεσα.

Ακολούθησε η γνωστή υστερία που παρατηρείται σε μεγάλη μερίδα του Τύπου, έντυπου και ηλεκτρονικού, όταν θεωρούν ότι κάποιος τόλμησε να προσβάλει αυτόν τον παραλογισμό δεκαετιών συντηρητισμού και μικρόνοιας που είναι γνωστός ως «ελληνορθόδοξη ταυτότητα». Λίγο ως πολύ, θεωρήθηκε απόπειρα κατάργησης των θρησκευτικών, της θρησκείας της ίδιας με τους παπάδες και τις εκκλησιές της μαζί, η πρόθεση της πολιτικά αρμόδιας υπουργού να αποκατασταθεί η συνταγματική νομιμότητα και οι να γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα όσων δεν επιθυμούν να υφίστανται την κατήχηση ενός δόγματος στο οποίο δεν πιστεύουν.

Στις 27 Σεπτεμβρίου οι αντιδράσεις κορυφώθηκαν με τον δήθεν «χαμηλών τόνων και ήπιο» αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο ο οποίος αναφέρθηκε με ιδιαίτερα απαξιωτικό τρόπο στην αρμόδια αναπληρώτρια υπουργό: «Δεν είναι του υπουργείου αλλά κάποιας κυρίας που έχει ορισμένες ιδέες στο μυαλό της. Αρμόδιο είναι το Σύνταγμα. Πρέπει οι Έλληνες επιτέλους να σοβαρευτούμε και να μην ακούμε τις ανοησίες του ενός και τους άλλου». Ας δεχτούμε ότι ο Ιερώνυμος θέλησε να δοκιμάσει τις αντοχές της νέα κυβέρνησης. Αυτό είναι ας πούμε δικαίωμά του. Τι οφείλει να κάνει όμως μια κυβέρνηση όταν δέχεται πιέσεις από μια μερίδα συμφερόντων (θεολόγοι που φοβούνται ότι θα μειωθούν οι θέσεις εργασίας, παπάδες που ίσως χάσουν μερίδιο εξουσίας) που της ζητούσε να συνεχίσει να παρανομεί και να παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα; Οφείλει να αγνοήσει τα συμφέροντα, να πάρει πολιτικές πρωτοβουλίες και να εφαρμόσει την πολιτική για την οποία εκλέχθηκε.

Στις 28 Σεπτεμβρίου η κυβέρνηση της «δεύτερης ευκαιρίας» έδειξε ότι δεν μπορεί ίσως και ότι τελικά δεν θέλει. Η Αναγνωστοπούλου το προανήγγειλε αυτό δηλώνοντας σε εκπομπή του Μέγκα: «Ό,τι και να πει κανείς σε αυτή τη χώρα, να πει μια κουβέντα, παραποιείται εντελώς. Ό,τι έχω δηλώσει, ήταν απάντηση σ’ έναν ακροατή του ραδιοφώνου “Στο Κόκκινο”, όπου συζητούσαμε για άλλο θέμα, για την παιδεία αλλά για άλλο θέμα, και απάντησα σε αυτό. Δεν θέλω να κάνω κανένα σχόλιο. Αυτή τη στιγμή το υπουργείο έχει προβλήματα, για τα οποία ο υπουργός τρέχει και δεν φτάνει: τα κενά – και αυτό ήταν όλη μας η προσπάθεια και η αγωνία».

Ο αυτοεξευτελισμός της αρμόδιας αναπληρώτριας υπουργού δεν ήταν αρκετός. Η θεαματική κωλοτούμπα της κυβέρνησης (αυτή τη φορά χωρίς τον μπαμπούλα των δανειστών) ολοκληρώθηκε με τον έμπιστο άνθρωπο του πρωθυπουργού και πολιτικό προϊστάμενο της Αναγνωστοπούλου. Ο υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, Νίκος Φίλης, επισκέφτηκε τον Ιερώνυμο σήμερα το πρωί στην Αρχιεπισκοπή, έτσι για να φανεί ποιος κάνει κουμάντο. Βγαίνοντας απ τη συνάντηση και αφού έδωσε τις δέουσες εξηγήσεις, ο «αριστερός» υπουργός της νεοεκλεγμένης «αριστερής» κυβέρνησης αναφέρθηκε στους διακριτούς ρόλους εκκλησίας – πολιτείας. Και διευκρίνισε πώς ακριβώς εννοεί (ο ίδιος; η κυβέρνησή του;) αυτούς τους διακριτούς ρόλους. Υπάρχει είπε «συναντίληψη» στο θέμα των θρησκευτικών και διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση «δεν θα προβεί σε μονομερείς ενέργειες».

Απ’ ό,τι φαίνεται η «συναντίληψη» του Φίλη βάζει ταφόπλακα σε οποιαδήποτε προσπάθεια μεταρρύθμισης με βάση την ανεξιθρησκεία στην παιδεία.  Μένει να δούμε αν αυτό το μοντέλο διακυβέρνησης «λέω, ξελέω, υπακούω» που είδαμε στην οικονομία και σήμερα στην παιδεία θα επεκταθεί και σε άλλους τομείς, σε άλλα υπουργεία. Γιατί δηλαδή, οι εργολάβοι, οι φαρμακοβιομήχανοι, οι εφοπλιστές, οι ξενοδόχοι, οι πολυεθνικές δεν δικαιούνται μια «συναντίληψη» κι αυτοί;