Our heroes – Νίκος Παναγιωτόπουλος (1941-2016)

Τα πρώτα 10 λεπτά μου κόλλησαν στο μυαλό και δε λένε να ξεκολλήσουν. Μαζί και η μουσικάρα του Σπανουδάκη με την οποία ξεκινούσε η πρώτη ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Κι ας έχουν περάσει πάνω από 30 χρόνια από τότε που είδα «Τα Χρώματα της Ίριδας». «Η φιλοδοξία μου είναι να κάνω ταινίες με το τίποτα, για το τίποτα», είχε πει πριν από δύο χρόνια σε συνέντευξή του στην Καθημερινή. Έκανε πολύ περισσότερα από αυτό. Και μαζί με τον άλλο ήρωά μας, τον Νίκο Νικολαΐδη, σημάδεψε μια γενιά πιτσιρικάδων που εκεί κάπου στα μακρινά 70s και 80s κοιμόντουσαν παιδιά και ξυπνούσαν έφηβοι. Θυμόμαστε τον Νίκο Παναγιωτόπουλο.

http://dai.ly/xtxnuq

Our heroes – David Bowie (1947-2016)

Το αγόρι απ το Bromley έγραψε το μεγαλύτερο μέρος απ το soundtrack της ζωής μου. Ο David Bowie είχε τον ήχο και τον στίχο για να ντύσει τη χαρά, την οργή, τον έρωτα, το κενό, τη μαυρίλα. Πάντα με αποστασιοποιημένη μελαγχολία και μια διακριτική αίσθηση ματαιότητας.

Μπήκε στη σκηνή με ορμητική λάμψη, στην πορεία σκηνοθέτησε δεκάδες διαφορετικές όψεις του εαυτού του, και φρόντισε την εικόνα του ακόμα και στο τέλος εκμεταλλευόμενος το μόνο πλεονέκτημα του προχωρημένου καρκίνου: τη γνώση του χρόνου λήξης. Έκρυψε την αρρώστια του απ τον κόσμο, απέφυγε τις δημόσιες εμφανίσεις, ολοκλήρωσε την ηχογράφηση του τελευταίου του άλμπουμ, γύρισε τα βίντεο, το κυκλοφόρησε στα γενέθλιά του και μετά, ήσυχα, έσβησε το φως.

Θυμόμαστε τον David Bowie.

 

Εκλογή προέδρου: ο ήσυχος δεξιούλης και το βαθύ Κολωνάκι

Οι ψηφοφορίες για την εκλογή προέδρου της δημοκρατίας έχουν τρία σταθερά χαρακτηριστικά: όταν εκλέγεται κάποιος, τότε αυτός ο κάποιος είναι οπωσδήποτε ο υποψήφιος του κυβερνώντος κόμματος, ο νικητής είναι συνήθως ένας ψιλοαδιάφορος τύπος που κατάφερε γενικά να μην έχει πολλές αντιπάθειες και, τέλος, μετά από λίγο καιρό κανείς δεν θυμάται ποιος ήρθε δεύτερος.

Ο καθηγητής πανεπιστημίου Προκόπης Παυλόπουλος είναι γνωστός απ τη θητεία του στα βουλευτικά και τα υπουργικά έδρανα της ΝΔ. Έχοντας καλλιεργήσει το προφίλ ενός συντηρητικού μεν αλλά μετριοπαθούς έως φιλελεύθερου πολιτικού κι έχοντας γίνει γνωστός ως υπουργός Εσωτερικών κυρίως για τη μονιμοποίηση των συμβασιούχων του δημοσίου και τη διαχείριση της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008, ο ήσυχος δεξιούλης Παυλόπουλος δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να είναι υποψήφιος πρόεδρος προτεινόμενος ας πούμε απ τη ΝΔ, το Ποτάμι, ή το ΠΑΣΟΚ. Για κάποιον άγνωστο λόγο -ίσως μετά από κάποια συμφωνία Τσίπρα-Γιούνκερ- ο Προκόπης Παυλόπουλος θα είναι ο υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ (και των ΑΝΕΛ και της ΝΔ). Εντάξει δεν είναι ο πρόεδρος που θα περίμεναν οι οπαδοί του «για πρώτη φορά αριστερά» αλλά δε χάθηκε κι ο κόσμος. Τέτοιες τράμπες είναι μέσα στο παιχνίδι, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τον πρόεδρο της δημοκρατίας ο οποίος ασχολείται κυρίως με τις παρελάσεις και τα κάλαντα – και αυτά ως θεατής. Ο Παυλόπουλος λοιπόν ως υποψήφιος (και) του κυβερνώντος κόμματος θα γίνει ο όγδοος πρόεδρος της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας. Και μετά από μια-δυο θητείες θα πάει σπίτι του να γράψει κανένα βιβλίο με αναμνήσεις απ τα απογεύματα που πέρασε ψυχαγωγώντας τρεις γενιές Καραμανλήδων.

Αντίπαλός του στην ψηφοφορία είναι ο επίσης καθηγητής πανεπιστημίου Νίκος Αλιβιζάτος. Τον πρότεινε το Ποτάμι που είναι γνωστό ότι απεχθάνεται τους συστημικούς υποψήφιους και αγαπά τους νέους, άφθαρτους και αυτοδημιούργητους ανθρώπους. Στα λόγια. Ο Αλιβιζάτος μπορεί να είναι λιγότερο γνωστός απ τον Παυλόπουλο στις αχανείς εκτάσεις της επικράτειας, είναι όμως πολύ γνωστή και οικεία φιγούρα στους λίγους τυχερούς που ζουν και συχνάζουν εκεί που πρέπει – στο Κολωνάκι. Γιος πολιτικού και καθηγητή, εγγονός πολιτικού και καθηγητή, καθηγητής και πολιτικός και ο ίδιος, με πολλές και καλές φιλίες στο ΠΑΣΟΚ, τη ΔΗΜΑΡ, τους 58, και άλλα γκρουπούσκουλα της εξωκοινοβουλευτικής σικ και φιλελεύθερης κεντροαριστεράς, με περγαμηνές στον προσφιλή στους «εκσυγχρονιστες» χώρο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο Αλιβιζάτος επιλέχθηκε απ τον Σημίτη το 2004 ως υπηρεσιακός υπουργός Εσωτερικών, στήριξε το ΠΑΣΟΚ (εκπόνησε μεταξύ άλλων σχέδιο για την αναδιάρθρωση της ΕΡΤ το οποίο παρέδωσε στον Μόσιαλο), έσπρωξε τον Καμίνη στις δημοτικές εκλογές, προτάθηκε απ τη δικομματική ΠΑΣΟΚ-ΝΔ ν αναλάβει τη ΝΕΡΙΤ (αρνήθηκε), κι έκανε τον πρόεδρο επιτροπής που «κέντησε» μια πρόταση ρύθμισης των διαδηλώσεων στο κέντρο της Αθήνας ώστε αυτές να ενοχλούν όσο γίνεται λιγότερο την κυβέρνηση και τον δήμαρχο.

Ο Αλιβιζάτος μπορεί μεν να είναι ήδη αυτός που θα χάσει απ τον Παυλόπουλο, δεν κατεβαίνει υποψήφιος όμως ούτε για να κάνει τον σάκο του μποξ ούτε απλώς για την τιμή των όπλων. Ο καθηγητής-πολιτικός με τη σημερινή υποψηφιότητά του κάνει ακόμα ένα περασματάκι απ την κεντρική πολιτική σκηνή για να υπενθυμίσει ότι μπορεί να είναι και ο ίδιος πόλος συσπείρωσης της κατακερμαστισμένης, παρηκμασμένης αλλά πάντα διψασμένης για εξουσία κεντροαριστεράς. Αρκεί να βοηθήσουν (και να μην αργήσουν) οι συνθήκες, να τον θυμούνται οι φίλοι του αλλά να τον έχει μάθει και κανένας έξω απ το «βαθύ» αλλά μικρό για τις φιλοδοξίες του καθηγητή Κολωνάκι.

13 Φεβρουαρίου 1921: Οι μαυροκόκκινες σημαίες για τελευταία φορά στους δρόμους της Μόσχας

Αντιγράφω από παλιότερη ανάρτηση στο μπλογκ του Ροΐδη: «Η κηδεία ήταν το πιο εντυπωσιακό θέαμα. Ήταν μια μοναδική επίδειξη που ποτέ δεν είδε κανείς σε οποιαδήποτε άλλη χώρα. Μακρές γραμμές μελών των αναρχικών οργανώσεων, εργατικών συνδικάτων, επιστημονικών και λογοτεχνικών ομάδων και φοιτητικών συλλόγων πορεύτηκαν για πάνω από δύο ώρες από το «Ναό των Εργατών» στον τόπο ταφής, επτά βέρστια (σχεδόν πέντε μίλια) απόσταση. Η πομπή είχε επικεφαλής της φοιτητές και παιδιά που μετέφεραν στεφάνια σταλμένα από διάφορες οργανώσεις. Αναρχικές παντιέρες μαύρες και κόκκινες, σοσιαλιστικά εμβλήματα έπλεαν πάνω από το πλήθος. […] Περνώντας το Μουσείο Τολστόι η νεκρική πομπή σταμάτησε, και οι σημαίες χαμήλωσαν τιμώντας άλλο ένα μεγάλο τέκνο της Ρωσίας. Μια ομάδα Τολοστοϊανών στα σκαλιά του Μουσείου έπαιξαν το πένθιμο εμβατήριο του Chopin ως έκφραση της αγάπης και του σεβασμού τους για τον Κροπότκιν.»

Βίντεο απ την κηδεία

 

Μαλάκες υπήρξαμε όλοι, όχι όμως και ακροδεξιοί όπως ο πρωθυπουργός

Και ο φασισμός, γιατρέ μου;

Και ο φασισμός, γιατρέ μου;

Το αν ο πρωθυπουργός είναι ή όχι μαλάκας και αν έχει κανείς δικαίωμα ή όχι να τον αποκαλεί έτσι δημοσίως είναι μια συζήτηση κουραστική. Κυρίως επειδή είναι μια συζήτηση άχρηστη που δεν έχει καμμία πολιτική σημασία. Το αν όμως ο πρωθυπουργός είναι ένας ακροδεξιός, επικίνδυνος ακόμα και γι αυτήν την κολοβή αστική δημοκρατία, και πολιτική σημασία έχει και χρήσιμο είναι να το συζητήσουμε.

Όλοι λίγο ως πολύ έχουμε υπάρξει μαλάκες κι έχουμε κάνει μαλακίες, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ανθρώπινο είναι κι όποιος βγάζει τον εαυτό του απ έξω είναι ψευτράκος και δεν αξίζει κανείς να ασχολείται μαζί του. Είναι λογικό και καθόλου ασυνήθιστο να θεωρεί κανείς ότι και ο (οποιοσδήποτε) πρωθυπουργός έχει υπάρξει μαλάκας και έχει κάνει κατά καιρούς μαλακίες. Τώρα βέβαια αν τον αποκαλείς έτσι δημόσια μπορεί να έχει κάποια ποινική σημασία, αν ας πούμε θεωρηθεί ο όρος προσβλητικός και υβριστικός. Εγώ δεν το βλέπω έτσι αλλά αυτό δε σημαίνει ότι και ο αποδέκτης του χαρακτηρισμού το βλέπει με τον ίδιο τρόπο. Είπαμε, γούστα είναι αυτά.

Το πραγματικό θέμα πάντως δεν είναι αυτό. Το πολιτικό και άρα σημαντικό θέμα είναι ότι ο πρωθυπουργός του κράτους το οποίο μας έλαχε να μας εξουσιάζει είναι ένας κανονικός ακροδεξιός που βλεφαρίζει προς τον ολοκληρωτισμό και παθαίνει αλλεργία με την αστική δημοκρατία την οποία υποτίθεται ότι υπηρετεί.

Κι αυτό επειδή όταν ο πρωθυπουργός μιας χώρας
– κυβερνά με διατάγματα (πράξεις νομοθετικού περιεχομένου) και όχι με νόμους ψηφισμένους απ τη Βουλή,
– δεν πηγαίνει στο Κοινοβούλιο παρά μόνο για τον αγιασμό και τον προϋπολογισμό,
– αρνείται να πάει ακόμα και για να απαντήσει έστω και σε μια ερώτηση των αντιπάλων του,
– επιλέγει για συνεργάτες στο γραφείο του και εκπροσώπους του στη Βουλή γνωστά φασιστάκια με προϋπηρεσία σε κόμματα και οργανώσεις της άκρας δεξιάς,
– χωρίζει τους ανθρώπους σε κανονικούς και «λαθραίους» με κριτήριο το χρώμα, την καταγωγή ή τη θρησκεία,
– θαυμάζει και κολακεύει μόνο όσους δεν εκλέγονται (παπάδες, αξιωματικούς, μεγαλοκαπιταλιστές) και απεχθάνεται τους εκλεγμένους,
– κλείνει παράνομα την κρατική ραδιοτηλεόραση επειδή θεωρεί ότι δεν τον υμνεί αρκετά και την αντικαθιστά μετά από καιρό από μια ίδια και χειρότερη (και πιο ακριβή),
– δίνει συνεντεύξεις μόνο σε «δημοσιογράφους»-γλάστρες, με την προϋπόθεση να ξέρει τις ερωτήσεις και να μην υπάρχει αντίλογος,
– αφαιρεί με το έτσι θέλω το δικαίωμα ψήφου σε 100.000 νέους επειδή ξέρει ότι δε θα τον ψηφίσουν και
– στη συνέχεια τους λέει και μάλιστα σε διαφήμιση δικιά του ότι αυτός θα κυβερνά επειδή αυτός μόνο ξέρει και εκείνοι θα βλέπουν (παίζοντας μπαλίτσα για να μην ενοχλούν),
ε τότε αυτός ο πρωθυπουργός είναι κανονικός φασιστάκος που περιμένει την ευκαιρία να μας δέσει όλους. Αν πότε πότε μαλακίζεται αυτό δεν τον κάνει ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο συμπαθητικό. Παραμένει το ίδιο αντιδημοκρατικός, το ίδιο επικίνδυνος, το ίδιο βλαβερός για όλους μας.

Η δικαιοσύνη του τσιφλικά

Αθώοι όλων των κατηγοριών κρίθηκαν σήμερα, Τετάρτη, από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο της Πάτρας, ο επιχειρηματίας που κατηγορείτο για την υπόθεση της επίθεσης εναντίον των μεταναστών τον Απρίλιο του 2013 στη Νέα Μανωλάδα, καθώς και ο ένας επιστάτης της επιχείρησης. Στα μαλακά οι άλλοι δύο επιστάτες, που αφέθηκαν ελεύθεροι μετά την έφεση. (in.gr 30/7/2014)

Με την αθώωση του τσιφλικά και του επιστάτη του στη Μανωλάδα, η δικαιοσύνη επιβεβαιώνει πανηγυρικά ότι όχι μόνο δεν είναι τυφλή αλλά, αντιθέτως, είναι προκλητικά μονόπλευρη και αυστηρά ταξική.

Ουσιαστικά οι δικαστές (επαγγελματίες και ένορκοι) της Πάτρας μας είπαν σήμερα δύο πράγματα άμεσα και άλλο ένα πολύ πιο σημαντικό, έμμεσα. Πρώτο απ τα άμεσα, ότι ο τσιφλικάς και οι επιστάτες του προσέλαβαν και απασχολούσαν νόμιμα τους μετανάστες εργάτες γης (αθωώθηκαν όλοι από τις κατηγορία για εμπορία ανθρώπων) και δεύτερο ότι, στις 17 Απριλίου του 2013, δύο επιστάτες σκέφτηκαν μόνοι τους και αποφάσισαν μόνοι τους να πάνε να πυροβολήσουν -τραυματίζοντας 28- τους δεκάδες μετανάστες εργάτες γης που διαμαρτύρονταν για τις συνθήκες εργασίας και ζωής στο τσιφλίκι (καταδικάστηκαν σε εξαγοράσιμες ποινές και με αναστολή έκτισης της ποινής μέχρι να δικαστεί η έφεση).

Έμμεσα όμως οι δικαστές (επαγγελματίες και ένορκοι) μας είπαν ότι όποιος θέλει μπορεί να συνεννοηθεί με κάποιον δουλέμπορο, να βάλει να δουλεύουν στο χωράφι ή τη βιοτεχνία του άνθρωποι από άλλη γη, χωρίς χαρτιά, να τους εκμεταλλευτεί άγρια για να ρίξει το κόστος παραγωγής και να αυξήσει το κέρδος του και, στη συνέχεια, να τους πληρώσει με ξύλο και σφαίρες βάζοντας μπροστά τους επιστάτες του και κάνοντας ο ίδιος τον ανίδεο. Και οι επιστάτες θα το κάνουν αυτό επειδή ξέρουν κι αυτοί, όπως ξέρει και ο τσιφλικάς, ότι όχι μόνο έχουν και το καρπούζι και το μαχαίρι, αλλά έχουν επιπλέον και το κράτος (τοπικές αρχές και δικαιοσύνη) στο τσεπάκι τους κι έτσι μπορούν να κάνουν ότι θέλουν με τους σύγχρονους δούλους και να προστατέψουν και τον τσιφλικά τους χωρίς να κινδυνέψει κανείς τους.

Αυτά μας τα είπε η «δικαιοσύνη» σήμερα με τον πλέον σαφή τρόπο. Είχε προηγηθεί η προετοιμασία, στις λίγες εβδομάδες ακροαματικής διαδικασίας, στη διάρκεια της οποίας μπράβοι (οι οποίοι με τη λογική του δικαστηρίου προφανώς δεν είχαν καμμία απολύτως σχέση με τον τσιφλικά) απείλησαν, κυνήγησαν και ξυλοκόπησαν ακόμα και έξω από τη δικαστική αίθουσα, μετανάστες – κρίσιμους μάρτυρες στη δίκη.

Ο Τίπου Τσόουντρι καταγγέλλει πως το βράδυ της περασμένης Παρασκευής δέχτηκε επίθεση από έξι άτομα με τρία μηχανάκια έξω από την παράγκα όπου μένει στη Μανωλάδα:
«Ήταν έξι άτομα με τρεις μηχανές. Μου κράταγαν τον λαιμό και με κλωτσούσαν στο σώμα. Μου έλεγαν πως δεν θέλουν να με δουν ξανά στη Μανωλάδα, φώναζαν γιατί έκανα τις καταγγελίες στο δικαστήριο και αν με ξαναδούν στη Μανωλάδα θα με καθαρίσουν» δήλωσε στο «Έθνος».
Το ίδιο πρωί είχε προηγηθεί -όπως αναφέρει ο ίδιος- επεισόδιο στο δικαστήριο στην Πάτρα, με άτομο από την πλευρά των κατηγορουμένων να τον κλωτσά έξω από τη δικαστική αίθουσα, κάτι που ο ίδιος κατήγγειλε μέσω του δικηγόρου του στο δικαστήριο.
Υπέβαλε μήνυση στο ΑΤ της Βάρδας Ηλείας. «Μία μέρα νωρίτερα, την Πέμπτη, συγγενής κατηγορουμένου είχε απειλήσει άλλον μάρτυρα κατηγορίας, αλλοδαπό εργάτη γης, λέγοντάς του: Μόλις τελειώσει το δικαστήριο θα σε δω πώς θα έρθεις στη Μανωλάδα και τότε θα τα πούμε», δηλώνει ο δικηγόρος της πολιτικής αγωγής, Μωυσής Καραμπείδης, προσθέτοντας:
«Καταθέσαμε αίτηση στο δικαστήριο για προστασία μαρτύρων επειδή φοβόμαστε για τα χειρότερα και δυστυχώς απορρίφθηκε. Οι μάρτυρες χρειάζονται οπωσδήποτε προστασία.» (in.gr, 2/7/2014)

Αυτά σήμερα, το 2014. Πριν από 16 χρόνια, το 1998, η ίδια μονόπλευρη και αυστηρά ταξική «δικαιοσύνη» είχε καταδικάσει σε διετή φυλάκιση με τριετή αναστολή τον 60χρονο αγροφύλακα που, το 1996, πυροβόλησε με το υπηρεσιακό του περίστροφο και σκότωσε Αλβανό μετανάστη ο οποίος είχε κάνει το έγκλημα να κλέψει δύο καρπούζια. Ο αγροφύλακας δεν πέρασε ούτε μια μέρα στη φυλακή.

Όπως γράφει ο «Ιός» (Ελευθεροτυπία 11/4/1998), συνελήφθη χωρίς να προφυλακιστεί (αφέθηκε ελεύθερος με χρηματική εγγύηση) και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που τον καταδίκασε σε 5ετή φυλάκιση, έκρινε ότι η ποινή του δεν ήταν απαραίτητο να εκτελεστεί. Ενώ είχε πυροβολήσει και σκοτώσει άνθρωπο. Οι δύο επιστάτες στη Μανωλάδα έφαγαν σήμερα πιο πολλά χρόνια στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προφανώς επειδή δεν ήταν τόσο αποτελεσματικοί.

Το καλοκαίρι των καμένων

Σ αυτό το καλοκαίρι της παθητικής αναμονής για το επόμενο μεγάλο τίποτα, ταιριάζουν κείμενα καμένων συγγραφέων. Που γρήγορα δοξάστηκαν, γρήγορα στέρεψαν και γρήγορα βαρέθηκαν τη μοναξιά του γραφιά. Τώρα, μέσα στην ζέστη, την υγρασία και την άπνοια, ψάχνουν τον φτηνό εντυπωσιασμό μπας και μαζέψουν καμμια διαφήμιση για τις σελίδες που τους φιλοξενούν και κάποιο σχόλιο (ας είναι και αρνητικό, δεν πειράζει, αρκεί να μην ξεχαστούν) για πάρτη τους. Σ εκείνο το τελευταίο, πάνω πάνω ράφι με τα ξεχασμένα βιβλία που δεν θα τα χρειαστώ άλλο αλλά δε μου πάει και να τα πετάξω, μετέφερα τις προάλλες κάτι βιβλία της Σώτης, του Χρήστου και του Πέτρου. Που κάποτε διάβασα και νόμισα πως μου είπαν κάτι.