Our heroes – Fats Domino (1928-2017)

Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1970, όταν έπεφτα αναγκαστικά για ύπνο, άκουγα κρυφά στο τρανζιστοράκι ξένους σταθμούς που μετέδιδαν πρόγραμμα και στα ελληνικά. Ένα βράδυ, έπιασα μια εκπομπή που σε μάθαινε αγγλικά μέσα από τραγούδια. Ο εκφωνητής με το πολύ σοβαρό του ύφος, μας καλησπέρισε και είπε: «στο κομμάτι που θα ακούσουμε σήμερα ο καλλιτέχνης εξηγεί πώς βρήκε τον έρωτά του στον λόφο με τα μούρα». Μου φάνηκε περίεργο και ωραίο. Δεν ήξερα ακόμα ούτε από μούρα ούτε και από έρωτα. Δεν ήξερα ούτε τον καλλιτέχνη. Εκείνες τις πρώτες νότες στο πιάνο δεν τις ξέχασα ποτέ. Θυμόμαστε τον Fats Domino.

Advertisements

Our heroes – David Bowie (1947-2016)

Το αγόρι απ το Bromley έγραψε το μεγαλύτερο μέρος απ το soundtrack της ζωής μου. Ο David Bowie είχε τον ήχο και τον στίχο για να ντύσει τη χαρά, την οργή, τον έρωτα, το κενό, τη μαυρίλα. Πάντα με αποστασιοποιημένη μελαγχολία και μια διακριτική αίσθηση ματαιότητας.

Μπήκε στη σκηνή με ορμητική λάμψη, στην πορεία σκηνοθέτησε δεκάδες διαφορετικές όψεις του εαυτού του, και φρόντισε την εικόνα του ακόμα και στο τέλος εκμεταλλευόμενος το μόνο πλεονέκτημα του προχωρημένου καρκίνου: τη γνώση του χρόνου λήξης. Έκρυψε την αρρώστια του απ τον κόσμο, απέφυγε τις δημόσιες εμφανίσεις, ολοκλήρωσε την ηχογράφηση του τελευταίου του άλμπουμ, γύρισε τα βίντεο, το κυκλοφόρησε στα γενέθλιά του και μετά, ήσυχα, έσβησε το φως.

Θυμόμαστε τον David Bowie.

 

«Inside Llewyn Davis»: Ο κυνικός κιθαρίστας, η αναγέννηση της φολκ και μια γάτα

Image

Μοναχικός, απένταρος αλλά γεμάτος αυτοπεποίθηση, έως την υπεροψία, και σίγουρος για το ταλέντο του, ο Λιούιν Ντέιβις (απολαυστικός ο Όσκαρ Άιζακ) τριγυρνά στη Νέα Υόρκη, κοιμάται σε καναπέδες φίλων και παίζει μπαλάντες σε ψαγμένα καφέ του Βίλατζ. Είναι αρχές της δεκαετίας του 1960, η Αμερική ετοιμάζεται να ανακαλύψει ξανά τη φολκ μουσική και προβληματισμένοι νέοι μουσικοί ψάχνονται να βρουν μέρος να παίξουν και εταιρία για να τσιμπήσουν κανένα συμβόλαιο. Ο Λιούιν περιφρονεί τους φτηνούς συμβιβασμούς και είναι βέβαιος ότι θα πετύχει με την αξία του. Ο υπόλοιπος κόσμος μάλλον δεν συμφωνεί μαζί του. Από τους ελάχιστους φίλους με τους οποίους δε μοιάζει να επικοινωνεί, μέχρι τους αγνώστους που τον μπλέκουν σε άσκοπα ταξίδια και τσακωμούς, κανείς δε μοιάζει να νοιάζεται για τον Λιούιν Ντέιβις. Εκτός από μια γάτα – που μπορεί να είναι και δύο γάτες.

Το θέμα της καινούριας ταινίας των αδελφών Κοέν θ’ αρέσει πολύ σε όσους αγαπούν την (αμερικάνικη) μουσική. Αλλά και την ιστορία της ποπ-ροκ μουσικής γενικά. Παραγωγοί, ατζέντηδες,  και ιδιοκτήτες μπαρ-καφέ αναζητούν το επόμενο χιτάκι και τον επόμενο χρυσό καλλιτέχνη για να κονομήσουν. Νεαροί, ψιλοστόκοι (κάπως σαν χιπστεράκια των 60s) αλλά ταλαντούχοι μουσικοί ανταγωνίζονται για να αρπάξουν κανένα κομματάκι της πίτας. Ο Λιούιν νομίζει ότι είναι πιο ξύπνιος από αυτούς αλλά συνεχίζει να κόβει κύκλους γύρω απ’ τα ίδια μέρη και τους ίδιους ανθρώπους. Με συντροφιά μια επίμονη και πολύ αστεία γάτα. Και οι Κοέν δείχνουν ακόμα μια φορά την ταλεντάρα τους.

Το σενάριο βασίζεται στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του μουσικού Ντέιβ Βαν Ρονκ «Ο δήμαρχος της οδού ΜακΝτάγκαλ», που περιγράφει ακριβώς εκείνη την εποχή. Οι Κοέν κάνουν, έστω κι αν αλλάζουν τα ονόματα, συνεχείς αναφορές σε μουσικούς, παραγωγούς και μέρη που σημάδεψαν τις αρχές του 1960, («Πήτερ, Πολ εντ Μαίρη», Ντύλαν, Άλμπερτ Γκρόσμαν, και πολλοί άλλοι) αλλά βασικά παρακολουθούμε την ιστορία μέσα από τα μάτια του Λιούιν – δηλαδή του Ντέιβ Βαν Ρονκ. Κι αυτό είναι καλό. Γλιτώνουμε δηλαδή απ τη χαζοχαρουμενιά, τη γλυκαναλατιά και την αγιογραφία καθώς ο πρωταγωνιστής, μπορεί να μην είναι ο πιο «υπεύθυνος» άνθρωπος του κόσμου, έχει όμως μια πολύ υγιή δόση κυνισμού. Περισσότερα για την αληθινή ιστορία απ την οποία εμπνεύστηκαν οι Κοέν στο άρθρο του Slate.

Είδα την ταινία στο «Άστυ» που ήταν ψιλογεμάτο. Είδες άμα βάζεις το εισιτήριο στα 6 ευρώ τι καλά που είναι; Μπορεί να γίνει και καλύτερα.

Ένα τραγουδάκι για την κεντροαριστερά: «When fine society sits down to dine»

With her friends on a road less travelled
On a journey of do’s and dares
Looking back on a fear of leaving
And forgetting how it felt to be scared
There are those paying fancy prices
To pretend they have fancy lives
But at every charity banquet
The majority stay outside

We play to a packed gallery
We smile for the CCTV
We’re making our own history
When fine society sits down to dine
Remember that someone is pissing in the wine
Pissing in the wine, pissing in the wine
Remember that someone is pissing in the wine

She’d love to be dancing the tango
And she traces the steps in her mind
You can tell by the snap of her fingers
That she moves to a different time
Where all the quiet submission
Is smeared in lipstick red
And every act is a crime of passion
«That’s not all she wrote,» she said
«That’s not all she wrote,» she said
«That’s not all she wrote,» she said
«That’s not all she wrote,» she said

We play to a packed gallery
We smile for the CCTV
We’re making our own history
When fine society sits down to dine
Remember that someone is pissing in the wine
Pissing in the wine, pissing in the wine
Remember that someone is pissing in the wine

When fine society sits down to dine
Remember that someone is pissing in the wine
Pissing in the wine, pissing in the wine
Remember that someone is pissing in the wine

When fine society sits down to dine
Remember that someone is pissing in the wine
Pissing in the wine, pissing in the wine
Remember that someone is pissing in the wine

Album: UN
Chumbawamba: Jude Abbott (vocals, trumpet); Louise Watts (vocals, keyboards); Dunstan Bruce, Danbert Nobacon, Alice Nutter (vocals); Neil Ferguson (bass guitar); Harry Hamer (drums).

«It is music and dancing that make me at peace with the world – and with myself», Nelson Mandela (1918-2013)

Το 1999, στη συναυλία του στη Γαλλία, ο νοτιοαφρικανός τραγουδιστής Johnny Clegg (γνωστός και ως «λευκός Ζουλού») έπαιξε το τραγούδι «Asimbonanga». Ο τίτλος, στη γλώσσα των Ζουλού, σημαίνει «δεν τον έχουμε δει» και ο Clegg το είχε γράψει το 1987 ζητώντας την αποφυλάκιση του ηγέτη του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου (ANC), Νέλσον Μαντέλα. Ο Johnny Clegg και το συγκρότημά του δεν είχε μπορέσει να παίξει το κομμάτι στη χώρα του. Η πολιτική δράση του καλλιτέχνη ενάντια στο ρατσιστικό καθεστώς, οι στίχοι των κομματιών του αλλά και το ότι στο συγκρότημά του έπαιζαν μαζί μαύροι και λευκοί ήταν κόκκινο πανί για την κυβέρνηση που έστελνε την αστυνομία να διαλύει τις συναυλίες του. Το 1999 όμως η Νότια Αφρική είναι πια δημοκρατία, ο Clegg δίνει συναυλίες χωρίς πρόβλημα και ο Μαντέλα έχει διανύει τις τελευταίες εβδομάδες της θητείας του ως πρώτος μαύρος πρόεδρος της χώρας.

Κατά τη διάρκεια της συναυλίας στη Γαλλία, λοιπόν, ο Clegg παίζει το «Asimbonanga» όταν ξαφνικά εμφανίζεται στη σκηνή ο ίδιος ο Μαντέλα που εκείνες τις μέρες βρισκόταν επίσης στη Γαλλία. Σκορπίζοντας γύρω το πλατύ ζεστό χαμόγελό του, ο Μαντέλα προχωρά χορεύοντας στη σκηνή, φτάνει στο μικρόφωνο και λέει στον κόσμο που τον αποθεώνει: «It is music and dancing that makes me at peace with the world – and at peace with myself». Ο Clegg ξαναπιάνει το κομμάτι απ την αρχή, ο κόσμος τραγουδά μαζί του και ο Μαντέλα γελά και χορεύει.

Θυμόμαστε τον Νέλσον Μαντέλα – έτσι.