«Shirkers»: Μια περίεργη, κάπως εξωτική και λίγο χίπστερ ιστορία ενηλικίωσης

Ήταν «η καλύτερη ταινία του Σιγκαπουριανού σινεμά που δεν έγινε ποτέ»; Δεν θα το μάθουμε ποτέ, δε μας νοιάζει κιόλας. Το ντοκιμαντέρ πάντως είναι ενδιαφέρον.

Στο ντοκιμαντέρ «Shirkers» που προβάλεται από το Netflix, η κριτικός κινηματογράφου, συγγραφέας και σκηνοθέτης, Σάντι Ταν από την Σιγκαπούρη, αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο μια ιστορία από τότε που ήταν 20 χρονών. Τότε, το 1992 δηλαδή, που μαζί με δυο συνομήλικες φίλες της κι έναν μεγαλύτερης ηλικίας Ευρωπαίο προσπάθησαν να γυρίσουν μια ταινία. Και μάλιστα όχι απλώς μια ταινία, αλλά την καλύτερη ταινία που θα μπορούσε να γυριστεί ποτέ.

Τα τρία κορίτσια, κυρίως η Σάντι Ταν, θαύμαζαν τον Τζορτζ Καρντόνα. Δεν ήξεραν τίποτε γι αυτόν, βέβαια. Μόνο ότι ήταν ο δάσκαλός τους στα μαθήματα κινηματογράφου που παρακολουθούσαν και ότι τους έδειχνε κλασικές ταινίες του ευρωπαϊκού και αμερικανικού σινεμά που, λόγω λογοκρισίας, δεν μπορούσαν να δουν πουθενά στη χώρα τους. Με την καθοδήγηση του Τζορτζ γύρισαν χιλιόμετρα φιλμ, με πρωταγωνίστρια την Σάντι Ταν και την υποστήριξη και των τριών, με προσωπική εργασία και χρήματα από τις οικονομίες τους. Λίγο πριν ξεκινήσουν όμως το μοντάζ, ο Τζορτζ εξαφανίστηκε παίρνοντας μαζί του και όλα τα καρούλια με τα αμοντάριστα πλάνα της ταινίας.

Ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, η Σάντι Ταν ψάχνει να βρει τι έγινε. Συναντιέται ξανά με τις φίλες της που έχουν ακολουθήσει το δρόμο τους, στον χώρο του σινεμά και της τέχνης, και αναζητούν την ταινία που γύρισαν αλλά δεν έφτιαξαν. Στα 96 λεπτά της ταινίας, και με αφορμή αυτή την ιστορία, περνούν μπροστά απ΄την κάμερα, ψιλοαδιάφορα πλάνα μιας Σιγκαπούρης που δεν υπάρχει πια, με σιδηρόδρομο και χωράφια, χαριτωμένα αποσπάσματα από την ταινία τους (το πώς και το γιατί ας μείνει για όσους τη δουν) αλλά και μια ωραία ιστορία νεανικής φιλίας και ενηλικίωσης, περίεργα γυρισμένη που σου κρατάει το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος. Παρά την υπερβολή της διαφήμισης («η καλύτερη ταινία του κινηματογράφου της Σιγκαπούρης που δεν έγινε ποτέ»), παρά την αυτοαναφορικότητα και παρά το ότι φλερτάρει έντονα με την χιπστεριά, το προσωπικό ντοκιμαντέρ «Shirkers» είναι μια όμορφη ταινία που σου μένει, κυρίως γι αυτήν την αρκετά ειλικρινή ματιά του σημερινού μεσήλικα που κοιτάζει πίσω στα νιάτα του και προσπαθεί να καταλάβει τι έγινε, πώς ήταν, και πώς έφτασε ως εδώ.

«Inside the Mossad»: Εντυπωσιακές ιστορίες με πολλές αναγνώσεις

Προσωπικές αφηγήσεις, σύγχρονη ιστορία, κατασκοπεία και μια καλή δόση εντυπωσιασμού κυριαρχούν στα τέσσερα επεισόδια του απολαυστικού ντοκιμαντέρ στο Netflix

«Μετανιώσατε ποτέ για κάτι που κάνατε;» ρωτάει κάποια στιγμή ο δημοσιογράφος από το σκοτάδι τον εύθραυστο παπούλη (όχι αυτόν στη φωτό) με τα έξυπνα μάτια που βρίσκεται φωτισμένος μπροστά στην κάμερα. Κι αυτός σκάει ένα μικρό χαμόγελο, κοιτάζει ευθεία στην κάμερα και απαντά με άνεση: «Δεν έχω μετανιώσει ποτέ για τίποτα». Ο εύθραυστος παπούλης είναι ο Ράφι Εϊτάν, μέχρι πριν από λίγα χρόνια πρόεδρος του ισραηλινού κόμματος των συνταξιούχων. Και στην κάμερα μιλάει για τη δουλειά που έκανε πριν βγει στη σύνταξη, ως επικεφαλής του τμήματος επιχειρήσεων της ισραηλινής υπηρεσίας πληροφοριών, γνωστής με το όνομα Μοσάντ.

Αρχηγός της ομάδας που εντόπισε και απήγαγε τον Άντολφ Άιχμαν στην Αργεντινή και τον έστειλε «πακέτο» στο Ισραήλ για να δικαστεί, επικεφαλής της επιχείρησης που εξουδετέρωσε το πυραυλικό πρόγραμμα της Αιγύπτου, «εξαφανίζοντας» τους στην πλειοψηφία Γερμανούς τεχνικούς που δούλευαν για αυτό, και (φερόμενος) πρωταγωνιστής της εξαφάνισης ικανής ποσότητας εμπλουτισμένου ουρανίου από αμερικανικά εργαστήρια τα οποία είχε νωρίτερα επισκεφτεί εμφανιζόμενος ως χημικός, ο Ράφι Εϊτάν ήταν ή φέρεται ότι ήταν παρών επί περίπου μισό αιώνα σε όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις των μυστικών υπηρεσιών της πατρίδας του. Ίσως και σε αυτές που επισήμως δεν έγιναν ποτέ. Διότι αυτό που καταλαβαίνεις απ την αρχή του ντοκιμαντέρ «Inside the Mossad» του Netflix είναι ότι ορισμένα από όσα ακούς να διηγούνται κάτι θείες ή παπούδες σαν τον Εϊτάν δεν είναι καν βέβαιο ότι τα έκανε η Μοσάντ. Όπως αφοπλιστικά παραδέχεται στην κάμερα ο πρώην υποδιοικητής της, Ραμ Μπεν Μπαράκ, αυτή η αμφισημία, αυτές ακριβώς οι μισές λέξεις και τα υπονοούμενα για το τι ακριβώς έκαναν ή δεν έκαναν οι ισραηλινοί πράκτορες σε δεκάδες κράτη, συμμαχικά και μη, είναι που χτίζουν τον μύθο της Μοσάντ ως μια υπηρεσία που φτάνει παντού και κάνει τα πάντα, εντός και, ίσως, εκτός των ορίων της νομιμότητας.

Στα τέσσερα επεισόδια του ντοκιμαντέρ, διάρκειας περίπου μιας ώρας το καθένα, περνούν μπροστά απ την κάμερα, αρκετά ηγετικά στελέχη, πολλοί πρώην πράκτορες, άντρες και γυναίκες, με τις ιστορίες τους, τις κόντρες και τους προβληματισμούς τους. Αυτό που κανείς τους δεν φαίνεται να έχει, είναι οποιαδήποτε αμφιβολία ότι καλώς έκανε όσα έκανε. Μια δυο στιγμές μόνο φαίνεται να περνά μια μικρή θλίψη για ανθρώπους που «κάηκαν» σε κάποια επιχείρηση και πάλι όμως ακολουθούν φράσεις όπως, «όλοι ήξεραν τι έκαναν, δε γινόταν διαφορετικά». Οι συνεντεύξεις διανθίζονται με πλάνα αρχείου από τις αντίστοιχες ιστορικές στιγμές και τις ειδήσεις της εποχής ή ακόμα και με πλάνα και φωτογραφίες που τράβηξαν οι ίδιοι οι πρώην πράκτορες όταν, υποδυόμενοι κάποιον ρόλο για τις ανάγκες της επιχείρησης, περνούσαν μεγάλα χρονικά διαστήματα σε αραβικές ή ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Το ντοκιμαντέρ διατρέχει άλλωστε όλη τη σύγχρονη ιστορία της Μέσης Ανατολής.

Οι παραγωγοί δεν χαρίζονται στους πρώην πράκτορες και κάποιες ερωτήσεις είναι δύσκολες. Όχι ότι παίρνουν απαντήσεις σε όλες. Κάποιες φορές ένας μέχρι τότε χαμογελαστός συνταξιούχος σοβαρεύει απότομα και πετάει κοφτά ένα «δεν απαντώ σε αυτήν την ερώτηση». Κάποιοι άλλοι δεν κρύβουν τον εκνευρισμό τους και τους ξεφεύγουν ατάκες του στυλ «δεν καταλαβαίνεις για τι πράγμα μιλάς». Σε κάθε περίπτωση πάντως το ντοκιμαντέρ είναι χορταστικό και εντυπωσιακό. Σε όποιον αρέσουν οι καλές ιστορίες κατασκοπίας, η ιστορία, και οι προσωπικές αφηγήσεις όχι και τόσο διάσημων πρωταγωνιστών, τα τέσσερα απολαυστικά επεισόδια θα φανούν ίσως και λίγα. Στο τέλος πάντως, ακόμα και στους πιο καλόπιστους θα μείνει η απορία: ήταν τελικά ντοκιμαντέρ ή ακόμα μια καλοσχεδιασμένη επιχείρηση;

Woman at war: Καθαρός, φρέσκος αέρας από την Ισλανδία

Η καλύτερη απόδειξη ότι οι μεγάλες ταινίες για τα σοβαρά θέματα δεν είναι καθόλου απαραίτητο να είναι βαρετές

Η ισλανδική ταινία «Woman at war» έχει βαρύ κυρίως θέμα και ακόμα πιο βαρειά δεύτερα θέματα, μια πρωταγωνίστρια που μάχεται ενάντια σε θηρία και αγέλαστο φόντο, την μακρινή, δύσκολη Ισλανδία. Αν είσαι όμως ταλαντούχος σκηνοθέτης κι έχεις στη διάθεσή σου μια σχετικά άγνωστη στον υπόλοιπο κόσμο αλλά πραγματικά μεγάλη ηθοποιό τότε φτιάχνεις μια ταινία σαν αυτή. Αστεία και κάποιες φορές δραματική χωρίς να γίνεται φτηνή, έξυπνη χωρίς να υποτιμά τον θεατή, στρατευμένη χωρίς να κουνάει δασκαλίστικα το δάχτυλο, και σε κάθε περίπτωση εξαιρετικά ευχάριστη και ανθρώπινη.

Ο Μπένεντικτ Έρλινγκσον αγαπάει τη χώρα του πολύ. Παρουσιάζει μια Ισλανδία κανονικό παράδεισο, με μεγαλόπρεπα απλωμένα, ήσυχα τοπία στην εξοχή και ηλιόλουστα, άνετα πλάνα στην πόλη. Στις περισσότερες σκηνές δεν κάνει καν κρύο, ο κόσμος φοράει ελαφρά ρούχα και το μόνο πρόβλημα φαίνεται να είναι οι ξαφνικές παγωμένες μπόρες. Οι μπόρες και η βιομηχανία αλουμινίου ενάντια στην οποία η Χάλα (Χαλντόρα Γκεϊρχαροσντότιρ) έχει κηρύξει πόλεμο κανονικό.

Στην κανονική της ζωή η Χάλα είναι μια δυναμική μόνη 50άρα, ιδιαίτερα δραστήρια στην κοινότητά της όπου διευθύνει την τοπική χορωδία. Στην άλλη της ζωή είναι μια μοναχική πολεμίστρια για το περιβάλλον που κάνει τακτικά σαμποτάζ στο εργοστάσιο αλουμινίου, κυρίως γκρεμίζοντας πυλώνες ρεύματος και προκαλώντας πολύωρα βραχυκλώματα στο δίκτυο τροφοδοσίας με ενέργεια του εργοστασίου. Η κυβέρνηση προσπαθεί να την εντοπίσει και να σταματήσει τα σαμποτάζ καθώς θέλει το εργοστάσιο να λειτουργεί χωρίς προβλήματα ώστε να μπορέσει να το πουλήσει σε ξένους επενδυτές.

Στις επιμέρους ιστορίες που κυλούν παράλληλα, η Χάλα περιμένει να υιοθετήσει παιδί, έχει μια δίδυμη αδελφή τρελαμένη με τη γιόγκα και τις φιλοσοφίες της Ανατολής κι έναν φίλο στη γραφειοκρατία που την ενημερώνει για τις κινήσεις της εξουσίας. Κι ένα τελευταίο: δεν πρέπει να υπάρχει στο σινεμά πιο αστείος τρόπος από αυτόν που διαλέγει ο σκηνοθέτης για να ντύσει μουσικά την ταινία του. Τα υπόλοιπα στην αίθουσα. Η ταινία δεν παίζεται, δεν χάνεται.

«Make the economy scream», η Βενεζουέλα από κοντά και όχι από τα κανάλια

«Make the economy scream» ήταν η εντολή του Ρίτσαρντ Νίξον για την υπονόμευση και, τελικά, την ανατροπή του Σαλβαδόρ Αγιέντε, στη Χιλή. Το νέο φιλμ του Άρη Χατζηστεφάνου και της ομάδας του δείχνει πώς η ίδια πολιτική εφαρμόζεται σήμερα στη Βενεζουέλα.

Στην τελική ευθεία έχει μπει, πλέον, η παραγωγή του ντομικαντέρ «Make the economy scream» της ομάδας του Άρη Χατζηστεφάνου, με στόχο όλα να είναι έτοιμα για την πρώτη προβολή του, μέσα στον Μάρτιο. Το φιλμ παίρνει αφορμή από τις αναφορές στη Βενεζουέλα που κάνουν συχνά ορισμένοι συντηρητικοί πολιτικοί στην Ελλάδα και ερευνά ποια είναι η πραγματική κατάσταση της οικονομίας της λατινοαμερικανικής χώρας. Ο τίτλος προέρχεται από την εντολή του προέδρου των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Νίξον, προς τη CIA, το 1970, να κάνει ό,τι χρειάζεται για να υπονομεύσει την οικονομία της Χιλής ώστε να ανατραπεί ο πρόεδρος λατινοαμερικανικής χώρας, Σαλβαδόρ Αγιέντε. Η ανατροπή του δημοκρατικά εκλεγμένου σοσιαλιστή ηγέτη της Χιλής έγινε τελικά τρία χρόνια αργότερα από τον στρατηγό Πινοτσέτ, με τις ευλογίες των ΗΠΑ.

Η Βενεζουέλα, σήμερα, φαίνεται να αντέχει κάπως περισσότερο τις πιέσεις, παρ ότι η πολιτική ηγεσία της δεν αποφεύγει τα λάθη. Το ντοκιμαντέρ δείχνει ότι η οικονομική κατάσταση στη χώρα δεν είναι βέβαια όπως την παρουσιάζουν τα κανάλια, στις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Ελλάδα, έχει όμως προβλήματα. Αυτά οφείλονται, πρώτα, στις αμερικανικές κυρώσεις, μετά, στο οργανωμένο σαμποτάζ της οικονομίας από τους ολιγάρχες της χώρας που ελέγχουν τα δίκτυα παραγωγής και, τέλος, σε κακές επιλογές της κυβέρνησης Μαδούρο.

Σε αντίθεση με την συντριπτική πλειοψηφία όσων αναφέρονται στη Βενεζουέλα που απλώς κάτι τους είπαν ή κάτι διάβασαν για τη χώρα, ο Άρης Χατζηστεφάνου πήγε αρκετές φορές στο Καράκας και στο Σαν Κριστομπάλ, μίλησε με πολιτικούς, οικονομολόγους, μουσικούς, κόσμο στο δρόμο, είδε από κοντά την κατάσταση, τσέκαρε όσα του είπαν με άλλους οικονομολόγους στην Ελβετία, την Ολλανδία και αλλού, και κατέληξε σε συμπεράσματα. Σε αυτό το ντοκιμαντέρ κεντρική θέση έχουν τα στοιχεία, οι απόψεις και η κριτική. Η ταινία πέρα από χρήσιμη, όμως, είναι και απολαυστική. Πρωταγωνιστούν οι εντυπωσιακές εικόνες απ την καθημερινή ζωή στη Βενεζουέλα, ο ήχος απ τη μουσική της, και οι άνθρωποί της, γεμάτοι ζωντάνια, πολιτικά πάθη και διάθεση για ζωή.

Η ομάδα της παραγωγής χρηματοδοτείται μόνο από όσους θέλουν να την υποστηρίξουν οικονομικά. Κάντε το καλό ακολουθώντας τις οδηγίες στο σάιτ τους.

«Vice»: Μια μεγάλη πολιτική ταινία που κάπως ξένισε τους κριτικούς

Μετά το «Μεγάλο σορτάρισμα», ο Άνταμ ΜακΚέι γύρισε μια ακόμα αιχμηρή, γρήγορη, ταινία με πλούσια τεκμηρίωση και θέμα τον Ντικ Τσένεϊ

Το «Vice» δεν πρέπει να άρεσε καθόλου στον Ντικ Τσένεϊ. Ο πρώην αντιπρόεδρος των ΗΠΑ (τον οποίο η εταιρία διανομής στην Ελλάδα αλλά και σάιτ όπως το Αθηνόραμα τον χαρακτηρίζουν απλώς «αμφιλεγόμενο»!), γνωστός για τον αδίστακτο τρόπο με τον οποίο προώθησε τα συμφέροντα του ίδιου και της εταιρίας Halliburton, σκορπίζοντας θάνατο, πόνο και καταστροφή στη Μέση Ανατολή και αλλού, έχει κάθε λόγο να αντιπαθεί τον Άνταμ ΜακΚέι που σκηνοθέτησε αυτό το σαρκαστικό, αρκετές φορές αστείο, γρήγορο, αιχμηρό, δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ. Η ταινία είναι ένα ανελέητο αλλά σοβαρά τεκμηριωμένο, πολιτικό σφυροκόπημα κυρίως του Τσένεϊ και σε δεύτερο λόγο των γερακιών φίλων του, Ντόναλντ Ράμσφελντ, Ντέιβιντ Άντινγκτον και Πολ Γούλφοβιτς.

Στους κριτικούς κινηματογράφου όμως γιατί δεν άρεσε; Πολλά σάιτ, και στην Ελλάδα, υμνούν βέβαια τον Κρίστιαν Μπέιλ για την πραγματικά απίστευτα καλή ερμηνεία του, βάζουν όμως από 2,5 έως 3,5 αστέρια στα 5. Και το δικαιολογούν με επιχειρήματα του στυλ «είναι πολύ πολιτικοποιημένο, παρουσιάζει τη μια άποψη, στοχοποιεί, κάνει κήρυγμα κλπ». Ο Σίμουρ Χερς έχει περιγράψει το φαινόμενο αναλυτικά στο πρόσφατο αυτοβιογραφικό βιβλίο του με τίτλο «Ρεπόρτερ». Ο κίνδυνος για την κριτική τα τελευταία χρόνια, λέει ο Χερς, είναι η σχετικοποίηση γεγονότων και στοιχείων και η έλλειψη παιδείας τεκμηρίωσης.

Πρόκειται για ένα είδος διαστρεβλωμένης δεοντολογίας όπου ο πιο αδίστακτος ψεύτης, ιδιοτελής, σφετεριστής της εξουσίας, της πρόσφατης αμερικανικής ιστορίας, πρέπει να χαρακτηρίζεται αποστασιοποιημένα «αμφιλεγόμενος». Όπου τα στοιχεία παρουσιάζονται ως απόψεις. Ένας απολίτικος παραλογισμός που θεωρεί σωστό μόνον ό,τι παρουσιάζει δύο απόψεις τις οποίες αντιμετωπίζει ως εξίσου σοβαρές: για παράδειγμα, οι ναζί κατά μία άποψη δεν σέβονταν πολύ τα ανθρώπινα δικαιώματα, κατά μία άλλη άποψη όμως τα είχαν κορώνα στο κεφάλι τους. Και όπου από πίσω κρύβεται ουσιαστικά η πεποίθηση ότι οι πολίτες είναι μια άμορφη μάζα ανώριμων παιδιών που δεν πρέπει ούτε να τα επηρεάζει κανείς ούτε να τα ταράζει.

Το Vice δικαίως ταράζει. Κυρίως επειδή έχει σαφή άποψη, πλούσια τεκμηρίωση και πολλή δουλειά από πίσω, που μοιάζει να απειλεί να επισκιάσει την εξαιρετική ερμηνεία του Μπέιλ. Μια πραγματικά μεγάλη ταινία που ξαναπιάνει το νήμα της παράδοσης του αμερικανικού πολιτικού σινεμά.

«Το πράσινο βιβλίο»: οι καλοί κερδίζουν τους (χαζούληδες) κακούς και όλοι περνάμε καλά

Καλή μουσική, ωραία χρώματα, αγαπησιάρικοι χαρακτήρες, ό,τι χρειάζεται για μια ωραία βραδιά στο σινεμά

Το «Πράσινο βιβλίο» δεν φιλοδοξεί να μείνει στη μνήμη ως αριστούργημα για απαιτητικούς σινεφίλ. Μπορεί εύκολα άλλωστε να μη μείνει στη μνήμη και καθόλου. Ότι, τις δύο ώρες και δέκα λεπτά που διαρκεί όμως, θα περάσεις καλά, αυτό είναι σίγουρο. Με εκφραστικούς, αγαπησιάρηδες χαρακτήρες, καλή μουσική και χρώματα απ τις αρχές της δεκαετίας του ’60, τους καλούς να νικούν και, πότε πότε, να δέρνουν κιόλας τους κακούς (που μοιάζουν τέρμα χαζοί), και με δυο τρεις συγκινητικές φάσεις να σπάνε την ατμόσφαιρα του απροσδόκητα ανέμελου road movie, η ταινία του Πίτερ Φαρέλι έχει ό,τι χρειάζεται για ένα ευχάριστο βράδυ στο σινεμά, κομπλέ με λουκανικάκι και μπύρα.

Κατά τ’ άλλα, ένας διανοούμενος καλλιτέχνης μαύρος (χρυσή σφαίρα για τον Μαχερσάλα Αλι) με έναν ούγκανο λευκό σοφέρ (πολύ καλός αν και κάπως ζορισμένος για Ιταλός ο Βίγκο Μόρτενσεν) κάνουν περιοδεία στον ρατσιστικό Νότο των ΗΠΑ. Ο μαύρος καλλιτέχνης παίζει κλασικό πιάνο σε ακροατήρια καλλιεργημένων ρατσιστών, ο θηριώδης λαϊκός σοφέρ τον προστατεύει από άλλους θηριώδεις λαϊκούς λευκούς και κάτι άλλοι λαϊκοί μαύροι κοιτούν με απορία.

Στο τέλος οι περισσότεροι έχουν πάρει ένα καλό μάθημα (συμπεριλαμβανομένης της οικογένειας ιταλών μεταναστών του σοφέρ), ο κλασικός πιανίστας έχει δει πώς ζουν οι απλοί άνθρωποι και γενικά όλοι είναι συγκινημένοι και αγαπούν το ροκ ν ρολ. Και τέλος πάντων, ταινία είναι, ψυχαγωγία και θέαμα, δεν είναι ντοκιμαντέρ. Μια κλασική αμερικανική ταινία σαν εκείνες των μεγάλων στούντιο που, όπως είναι το σωστό, βασίζεται σε αληθινή ιστορία, αυτήν του Don Shirley. Τα λεφτά σου δεν τα κλαις σε καμμία περίπτωση.

«Πεθαίνοντας στο γέλιο»: Ιστορίες που μιλούν από μόνες τους

Συνέντευξη από τον διευθυντή του Charlie Hebdo λίγο πριν δολοφονηθεί και τρεις ιστορίες πολιτικού ακτιβισμού με μπόλικο χιούμορ περιλαμβάνει το ντοκιμαντέρ του Σ.Κούλογλου

Μια συνέντευξη με τον διευθυντή του Charlie Hebdo, Stéphane Charbonnier (Charb), λίγον καιρό πριν δολοφονηθεί από ισλαμιστές, άλλη μια με τη χήρα του Wolinski που κι αυτός έπεσε θύμα της ίδιας δολοφονικής επίθεσης, και τρεις ιστορίες αιχμηρής πολιτκής σάτιρας/ακτιβισμού, αφηγείται το ντοκιμαντέρ «Πεθαίνοντας στο γέλιο» του δημοσιογράφου και ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Στέλιου Κούλογλου, που έδειξε χτες αργά το βράδυ η ΕΡΤ2.

Στην ταινία, που προβλήθηκε στο περυσινό φεστιβάλ ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης, οι τέσσερις ιστορίες κυλάνε παράλληλα με διαδοχικά αποσπάσματα χωρίς ενδιάμεσες γέφυρες ή πάσες. Ο Κούλογλου μένει, περισσότερο από άλλες φορές, στο περιθώριο ως αφηγητής. Κάνει βέβαια την εμφάνισή του συχνά στην οθόνη είτε ως συνομιλητής είτε ως συμμέτοχος στη φάρσα που σκαρώνουν οι αμερικανοί «Yesmen» στο Ευρωκοινοβούλιο.

Χωρίς να έχει ευρηματική σκηνοθεσία ή σενάριο (μάλλον δεν το χρειαζόταν με τέτοιους πρωταγωνιστές) η ταινία κυλάει με συνεχείς εναλλαγές ανάμεσα στο τραγικό (Charlie Hebdo) και το κωμικό, και απογειώνεται με τα πλάνα από τη δράση των ​​F​lashmob κατά των εμπορικών συμφωνιών ΤΤΙΡ και CETA. Οι τελευταίοι προσφέρουν μια απολαυστική πρόταση ακτιβισμού, με την πρακτική τους να πατρεισφρύουν κατά δεκάδες σε συνέδρια και συζητήσεις υπέρ των παραπάνω εμπορικών συμφωνιών και να τραγουδούν, στην αρχή ένας ένας και σιγά σιγά όλο και περισσότεροι, το σούπερ κολλητικό τραγούδι «Do you hear the people sing?», από το μιούζικαλ οι «Άθλιοι». Δείτε το ντοκιμαντέρ όπου το βρείτε. Εν τω μεταξύ, δείτε παρακάτω τους Flashmob απ τους οποίους δεν μπορώ να ξεκολλήσω.

Προσοχή στα ξινισμένα μούτρα των γραφειοκρατών 🙂