Ο Γιάννης Μόραλης στο μουσείο Μπενάκη, στην Πειραιώς

«Κορίτσι που λύνει το σανδάλι του», έργο του Μόραλη από το 1973

Ήταν οι δύο τελευταίες ώρες της τελευταίας ημέρας (10 Φεβρουαρίου) και ο κόσμος που περίμενε να μπει στο κτίριο του μουσείου Μπενάκη στην οδό Πειραιώς σχημάτιζε ήδη μια ουρά πολλών μέτρων. Ήταν Κυριακή αλλά, όπως διαβεβαίωναν οι υπάλληλοι στην είσοδο, ουρές σχηματίζονταν σχεδόν κάθε μέρα από τις 19 Σεπτεμβρίου 2018 που η έκθεση υποδέχτηκε τους πρώτους επισκέπτες της. Εκείνη την τελευταία ημέρα οι αίθουσες ήταν πολύ γεμάτες. Τόσο, που δυσκολευόταν κανείς να δει τα εκθέματα. Χώρια που, ακόμα και όταν άδειαζε λίγο ο χώρος μπροστά από έναν πίνακα, έρχονταν σφήνα κάτι γρήγοροι με κινητά για να τραβήξουν φωτογραφία.

Η έκθεση περιλάμβανε πίνακες ζωγραφικής, γλυπτά, χαρακτικά, εξώφυλλα δίσκων, σχέδια, περιοδικά, βιβλία και κοστούμια από θεατρικές παραστάσεις. Μέσα στις 2-3 ώρες που θα μπορούσε κανείς να περάσει, χωρίς να το καλοκαταλάβει, μέσα στην έκθεση, έπαιρνε μια γεύση από όλες τις περιόδους του Μόραλη και διάβαζε κατατοπιστικές αναφορές στις επιρροές του και τον κοινωνικό περίγυρο του καλλιτέχνη. Ήταν με λίγα λόγια μια πολύ καλή, σχεδόν απολαυστική έκθεση, ειδικά για όσους δεν είχαμε ιδιαίτερη εξοικείωση με το έργο του Μόραλη. 

Το εισιτήριο ήταν στα 8 ευρώ το ολόκληρο, στα 4 ευρώ το μειωμένο και, πέρα από τον συνωστισμό μέσα στις αίθουσες, αρκετός κόσμος φάνηκε να δυσκολεύτηκε και στο πάρκινγκ. Γύρω από το μουσείο Μπενάκη υπήρχαν αυτοκίνητα παρκαρισμένα σε κάθε πιθανό και απίθανο σημείο, πολλές φορές με τρόπο πραγματικά «καλλιτεχνικό».

Τέλος, λίγα για την Πειραιώς. Έναν δρόμο που μοπιάζει να διατρέχει όλη την ιστορία του λεκανοπεδίου. Από την εποχή των μικρών σκόρπιων οικισμών, την απαρχή της εκβιομηχάνισης, τη σύνδεση της νεαρής πρωτεύουσας με το επίσης νεαρό λιμάνι, την δυναμική είσοδο του φωταερίου και του ηλεκτρικού, την προσέλκυση δυναμικών, πρωτοπόρων βιοτεχνιών και βιομηχανιών, το εργατικό κίνημα και τα σωματεία, μέχρι την παρακμή, την αποβιομηχάνιση, και την «αξιοποίηση» παλιών βιομηχανικών και βιοτεχνικών κτιρίων για να στεγάσουν μουσική και τραγουδιστές που ψάχνουν τρόπο να βγάλουν δεύτερη σεζόν. Η Πειραιώς σήμερα έχει απ’ όλα. Λίγες βιομηχανίες, μάντρες και βενζινάδικα, κάποια «στούντιο», μια σχολή που βγάζει δημοσίους υπαλλήλους με φιλοδοξίες, νυχτερινά κέντρα, έχει όμως και μουσεία, ακόμα και τη Σχολή Καλών Τεχνών. Για λίγους μήνες, στα τέλη του 2018 και τις αρχές του 2019, η Πειραιώς είχε και Μόραλη. 

“Once”: Πόσο ταλέντο να χωρέσει σε μια σκηνή;

Όλοι οι ηθοποιοί/χορευτές/μουσικοί/ τραγουδιστές στη σκηνή λίγο πριν το φινάλε – φωτό aka

Στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής ανεβαίνουν σπουδαίες παραστάσεις. Σε αντίθεση με την πομπώδη, αυστηρή και αρκετά ελιτίστικη κύρια σκηνή που είναι αφιερωμένη στην «καθωσπρέπει» όπερα, η εναλλακτική κάνει αυτό που λέει τ όνομά της: διαλέγει έργα όχι πάντα γνωστά, συνήθως πειραγμένα, και τα παρουσιάζει με έναν τρόπο αλλόκοτο, ασεβή, απροσδόκητο, εντελώς ζωντανό.

Το μιούζικαλ «Once», ήταν αρκετά συμβατικό για τα δεδομένα της εναλλακτικής. Αλλά, μια η εντελως μίνιμαλ σκηνοθεσία, μια το πληθωρικό ταλέντο και το κέφι των ανθρώπων στη σκηνή, απ τους πρωταγωνιστές μέχρι τον πιο μικρό ρόλο, η παράσταση ήταν πέρα για πέρα απολαυστική. Και αυτό οφείλεται όχι τόσο στο μέτριο κείμενο ή την χωρίς σπουδαία ευρήματα υπόθεση αλλά στους ανθρώπους που παίζουν. Που είναι ταυτόχρονα πολύ καλοί ηθοποιοί, τραγουδιστές, χορευτές και παίζουν με άνεση και δυο τρία μουσικά όργανα ο καθένας τους. Πραγματικά εντυπωσιακοί.

Χρόνια πολλά Humba!

Δυο υπεργαμάτα μπλουζάκια και το τελευταίο τεύχος του περιοδικού: ψώνια στο χτεσινό πάρτυ του Humba στον Ρινόκερο

Το καλό το μπαρ (Ρινόκερος), με την καλή τη μουσική (garage και τα συναφή), με τους καλούς τους φίλους μπροστά και πίσω απ τη μπάρα (ξέρουν αυτοί), φιλοξένησε χτες πάρτυ για το καλό περιοδικό (Humba!) και όλα έδεσαν γλυκά. Το «τριμηνιαίο περιοδικό για το κοινωνικό και πολιτικό νόημα των σπορ, την εμπειρία του γηπέδου, την οπαδική κουλτούρα και τον κόσμο της κερκίδας» έφτασε ήδη στο 32ο τεύχος έχοντας κερδίσει την αγάπη όλο και περισσότερων φίλων που αρνούνται να δουν τη μπάλα ως προϊόν εταιριών, περιουσία ιδιοκτητών, εξουσία παραγόντων και αρένα ούγκανων. Το πάρτυ ήταν όπως έπρεπε, τα μπλουζάκια στην τίμια τιμή των 7 ευρώ και για τα ποτά και τη μουσική εγγυόταν όπως πάντα ο Ρινόκερος. Χρόνια πολλά Humba!

Τι διάβαζε ο κόσμος στο μετρό τη δεκαετία του ‘70;

Για να μετρηθούμε, πόσοι ξέρουμε τους Πέρσες του Αισχύλου από τα Κλασσικά και πόσοι από το θέατρο;

Ο κόσμος διάβαζε ό,τι διαβάζει και σήμερα, είναι η απάντηση. Δηλαδή, τίποτα. Για διαφορετικούς λόγους. Στην Αθήνα, στη δεκαετία του ’70, ο κόσμος δεν διάβαζε τίποτα στο μετρό διότι δεν υπήρχε μετρό (ο ηλεκτρικός δεν μετράει, ας τον έλεγαν μετρό αν ήθελαν) και, σήμερα, που υπάρχει, ο κόσμος δεν διαβάζει τίποτα στο μετρό διότι απλώς δεν διαβάζει.

Ο άγνωστος επιβάτης-αναγνώστης που κάθισε, το απόγευμα, απέναντί μου ήταν μια θαυμάσια εξαίρεση. Μέχρι να κατέβει είχε διαβάσει ολόκληρο το κιτρινισμένο απ τον καιρό τεύχος των «Κλασσικών Εικονογραφημένων». Μιας σειράς που πολλοί πιτσιρικάδες, στα τέλη του ’70, αγαπήσαμε τρελά. Χάρις σ αυτήν γνωρίσαμε, με λίγα χρήματα, χωρίς κόπο και με μεγάλη ευχαρίστηση, πολλά κλασικά έργα. Χάρις σ αυτήν, κάποιοι από εμάς, γνωρίσαμε και τα κόμικς πέρα από τα καρτούν.

Είχε κι άλλη ρετρό έκπληξη το απόγευμα, αλλά δεν ήταν για φωτό. Λίγα λεπτά νωρίτερα, στην Ομόνοια, ένας μεσήλικας που φαινόταν να μην έχει πού να πάει, καθόταν σε ένα πεζούλι και διάβαζε αφοσιωμένος ένα τεύχος του περιοδικού «Περιπέτεια». Ο λοχαγός Μαρκ και οι πιστοί του σύντροφοι χρειάστηκε σήμερα να ταξιδέψουν σε μέρη μακρινά έναν πιο παλιό τους φίλο.

Σκοτεινές Τρίτες στο Σωρηδόν

Ένα καφέ μπαρ, στο Ελληνικό, με τίμιες τιμές, καλά ποτά, κρύες μπυρες, ποικιλίες, πίτσα, μουσικάρα και ανήσυχους πελάτες. Το Σωρηδόν, στην πλατεία Σουρμένων, μπροστά στην εκκλησία, είναι κανονικά σαν τη μύγα μες στο γάλα. Αυτοκόλλητα στις τουαλέτες, επιγραφές στους τοίχους και κάποια φυλλάδια είναι σα να βγήκαν από αυτόνομο στέκι. Ανεπίσημη έδρα των αντιφα φιλάθλων της τοπικής μαυροκόκκινης ποδοσφαιρικής ομάδας, με απευθείας προβολή σε γιγαντοοθόνη των ματς της St Pauli απ το Αμβούργο, το Σωρηδόν έχει επιλέξει προσεκτικά τις ομάδες και το είδος του αθλητισμού που υποστηρίζει.

Μαζι με αυτά και η μουσική: post punk, garage, indie, ηλεκτρονική αλλά και θεματικές βραδιές, με πιο σημαντική αυτή κάθε Τρίτη. Στις «Dark Tuesdays», διαφορετικοί κάθε φορά dj βγάζουν μια εξαιρετική μαυρίλα, νευρική, χορευτική, μπιτατη, με new wave, dark wave, post punk, electro punk και άλλες ομορφιές. Εγκαινιάσαμε χτες τις σκοτεινές Τρίτες του 2019. Ο kir john είχε πλούσιο ρεπερτόριο, από Fad Gadget μέχρι τους πιο πρόσφατους Motorama περνώντας από τους απαραίτητους Bauhaus, Interpol, Joy Division και τους φίλους τους. Το μαγαζί τέρμα γεμάτο, όπως έπρεπε, μέχρι την ώρα που φύγαμε λίγο πριν τη 1. Λαμπρό, σκοτεινό ξεκίνημα.

Δυο μέρες μετά τα χιόνια η ζωή επέστρεψε σε κανονικούς ρυθμούς

2015/01/img_0761.jpg

Ποιός είναι αυτός που μοιάζει στον Γιώργο Καμίνη;

Δεν ξέρω πώς τον λένε αλλά τον παρακολουθώ όποτε τον πετυχαίνω στην τηλεόραση ή το ραδιόφωνο. Τον διαβάζω και σε δωρεάν εφημερίδες. Είναι εκείνος ο εριστικός κινδυνολόγος με τη στριγγή φωνή που θέλει λέει να τον ψηφίσουμε γιατί αλλιώς θα ανοίξει η γη στα δύο και θα πεταχτούν έξω κατακόκκινα τέρατα. Τον παρακολουθώ. Μια γελάω με τις γκριμάτσες και τις υπερβολές του και μια στενοχωριέμαι που τον βλέπω έτσι γραφικό μέσα στη μοναξιά του. Στο χωριό μας, τέτοιους περίεργους που δεν κατάφεραν να αντέξουν είτε την κρίση είτε τον εαυτό τους έχουμε πολλούς. Αυτόν τον κυριούλη εγώ τον παρακολουθώ για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο: μέσα στη θολούρα του, ισχυρίζεται ότι ειναι ο Γιώργος Καμίνης.

Ο «μάγκας»
Τον Καμίνη τον είχα πρωτακούσει πριν από μερικά χρόνια τότε που ήταν ακόμα Συνήγορος του Πολίτη. Κάτι παιδιά είχαν ένα προβληματάκι με το σχολείο τους που δεν τους έδινε απαλλαγή απ´ τα Θρησκευτικά. Οι γονείς ζήτησαν τη βοήθεια του Συνηγόρου του Πολίτη και βρήκαν άκρη. Το θέμα πήρε διαστάσεις, αντέδρασε ο δεξιός, υπερσυντηρητικός υπουργός κι ασχολήθηκε έτσι η τηλεόραση. Κι ένα απογευματάκι παρακολούθησα γελώντας, έναν ξύπνιο τυπάκο, με επιχειρήματα, χιούμορ και αποφασιστικότητα, να κοντράρει στα ίσα τον υπουργό και να τον βάζει στη θέση του. «Μάγκας», σκέφτηκα.

Στα κόλπα
Κάτι η συγκυρία κάτι τα κονέ του κολεγίου Αθηνών, ο τυπάκος λίγους μήνες μετά έγινε πρώτη μούρη. Η δεξιά κυβέρνηση δεν άντεξε, έσκασε σαν φτηνό μπαλόνι και στη θέληση της ήρθε το άλλο κόμμα με αρχηγό έναν απερίγραπτο τύπο κάτι σαν διασταύρωση λεβεντοτσολιά με Αμερικάνο πωλητή ασφαλειών ζωής. Ο νέος πρωθυπουργός που οι φίλοι του τον έλεγαν Γιωργάκη είχε λόξα με τις μοντερνιές, κάποιος του είπε για την εξυπνόφατσα και μια ωραία πρωία κουβάλησε τον Καμίνη στο υπουργικό συμβούλιο για να κάνει μάθημα στους νέους υπουργούς. «Στα κόλπα ο μάγκας», σκέφτηκα.

Φίλοι που κάνουν τη διαφορά
Λίγους μήνες μετά, το καλοκαιράκι του 2010, η νέα κυβέρνηση έδειχνε να χτυπάει μπιέλα. Με την οικονομία στην εντατική και την κοινωνία να ετοιμάζει οδοφράγματα, οι προγραμματισμένες για τον Νοέμβριο τοπικές εκλογές απειλούσαν να βάλουν φυτίλι στο πολιτικό σύστημα. Το οποίο άρχισε να ψάχνει νέα και «άφθαρτα» πρόσωπα μπας και επιβιώσει.

Με τα πολλά, έπεσε η πρόταση στον, μεσήλικα μεν αγαπησιάρη δε, Καμίνη. Και δεν ήταν μία μόνο. Τρία τέσσερα κόμματα διαγωνίστηκαν ποιό θα του προτείνει πρώτο να είναι υποψήφιος στην Αθήνα. Κέρδισε η ΔΗΜΑΡ, το κόμμα που είχαν φτιάξει οι μισοί πρώην σύντροφοί του από τα μακρινά γλυκά χρόνια της φοιτητικής αθωότητας. Οι άλλοι μισοί ήταν ήδη στην κυβέρνηση. Ο Καμίνης δε χρειάστηκε να περιμένει πολύ για βρεθεί στη μέση μιας συντροφιάς απ´ τα παλιά όπου ένα σωρό φίλοι, συμμαθητές και συμφοιτητές, όλοι πλέον κεντροαριστεροί, φιλελεύθεροι εκσυγχρονιστές, σπρώχνονταν για να του μιλήσουν και να του πουν πόσο μοναδικός είναι. Κάπου εκεί το «παγώνι» φούσκωσε κι άνοιξε δειλά δειλά για πρώτη φορά τα πλουμιστά φτερά του.

Το ποντίκι που βρυχάται
Η φυσική απλότητα του πρωτάρη, και οι ιδέες του για μια πόλη βασισμένη στην ισότητα, τον σεβασμό των δικαιωμάτων, την αλληλεγγύη και την ελευθερία έκαναν κλικ στον κόσμο. Ο Καμίνης βρέθηκε σε λίγες μέρες από αουτσάιντερ κανονικός διεκδικητής της δημαρχίας προκαλώντας πανικό στον εριστικό κινδυνολόγο Κακλαμάνη.

Με όχημα ένα φιλόδοξο πρόγραμμα ο Καμίνης κατάφερε να αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές των φιλελευθέρων αστών αλλά και τα κοινωνικά αντανακλαστικά των πιο αριστερών. Υποσχέθηκε μεταξύ άλλων να στηρίξει συλλογικότητες και αυτόνομες πρωτοβουλίες στις γειτονιές, να κάνει σε άχτιστα οικόπεδα μικρά πάρκα κλείνοντας το μάτι στο πάρκο της Κύπρου και της Ζωοδόχου Πηγης, να δημιουργήσει πολλές μικρές -στο στυλ του λονδρέζικου Κάμπτεν- υπαίθριες αγορές με μετανάστες μικροπωλητές, να ενισχύσει νέους επιχειρηματίες αλλά και καλλιτέχνες που θα επιλέξουν να εγκατασταθούν στο κέντρο, να προωθήσει την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία και τις συνεταιριστικές επιχειρήσεις, να φιλοξενήσει, να δώσει προσωρινή άδεια εργασίας και πρόσβαση στην κοινωνική πρόνοια στους μετανάστες χωρίς χαρτιά. Υποσχέθηκε και άλλα πολλά, ωραία και πρωτάκουστα σε τούτη τη μίζερη, κλειστή, ξενοφοβική μητρόπολη. Και κέρδισε. Η Αθήνα είχε πλέον δήμαρχο έναν πρωταθλητή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ρινόκερος
Τα περίεργα ξεκίνησαν τον Γενάρη του 2011. Ο άνθρωπος που ορκίστηκε δήμαρχος Αθηναίων άρχισε να μοιάζει όλο και λιγότερο στον Συνήγορο που είχε διεκδικήσει τη δημαρχία και όλο και περισσότερο σε θλιβερό πολιτικάντη. Χαμένος στη γραφειοκρατία, γεμάτος άγχος και ανασφάλεια, ο νέος ένοικος της οδού Λιοσίων άρχισε να μοιάζει γκρίζος, να μιλά σα γκρίζος και να κάνει γκρίζα πράγματα.

Άγνοια του μηχανισμού, ατολμία και φόβος μπροστά στον κίνδυνο να φανεί λίγος, σε συνδυασμό με ένα φουσκωμένο απ´ την ξαφνική επιτυχία «εγώ» τον οδήγησαν στην αγκαλιά έμπειρων, κομματικών και δημοτικών γραφειοκρατών και στη συντροφιά εργολάβων και συστημικών επιχειρηματιών. Στον έναν χρόνο πάνω τίποτα πια δε θύμιζε τον φρέσκο και δραστήριο υποψήφιο του 2010. Χωρίς πολιτικό όραμα, χωρίς ιδέες, χωρίς υποστηρικτές, με την κρίση και τη λιτότητα να τσακίζει κάθε πρωτοβουλία, ο νέος δήμαρχος έμοιαζε να τσαλαβουτά με την ίδια πάντοτε αποτυχία στα μικρά και να αγνοεί τα μεγάλα.

Μα τι πάτε και θυμάστε κι εσείς;
Στις αρχές του 2012 ο ταλαιπωρημένος άνθρωπος της Λιοσίων αποφάσισε να δώσει τέλος στο βάσανο. Σε μια γιορτή -που έμοιαζε πιο πολύ με μνημόσυνο- για τον ένα χρόνο από την ανάληψη της δημαρχίας, η σκιά του Καμίνη ανέβηκε στο βήμα, χαιρέτισε τους λιγοστούς παλιούς φίλους (και τους κάπως περισσότερους νέους «φίλους»), σήκωσε το ποτήρι του και αντί για πρόποση ανακοίνωσε ότι το πρόγραμμα με το οποίο είχε εκλεγεί ήταν απ´ την αρχή «λάθος» και δεν ήταν δυνατόν να εφαρμοστεί. Το σήμα είχε δοθεί ότι οι «δουλειές» αρχίζουν και οι άνθρωποι των εργολάβων είχαν ήδη πιάσει τα πόστα.

Το είδαμε το «έργο»
Από τότε μέχρι σήμερα, ο γκρίζος που επιμένει ότι ονομάζεται Καμίνης ασχολήθηκε μόνο με τα απαραίτητα για την επιβίωση: υλοποίησε σαν καλό μαθητούδι την κυβερνητική πολιτική λιτότητας, απολύσεων των πιο αδύναμων και καταστολής, απαξίωσε την κοινωνία, τα συλλογικά δικαιώματα και τις διεκδικήσεις και φυσικά προέβαλε τον εαυτό του.

Ονόμασε «κοινωνική πολιτική» την ελεημοσύνη «φιλάνθρωπων» αστών φίλων του και τις πλουμιστές δημόσιες σχέσεις της εκκλησίας, ονόμασε «μηδενική ανοχή στην ανομία» το κλείσιμο της αυτοδιαχειριζόμενης και πλούσιας σε εκδηλώσεις δημοτικής αγοράς Κυψέλης, αλλά ανέχεται ακόμα μια χαρά το ναζιστικό λουκέτο στην παιδική χαρά του Αγίου Παντελεήμονα. Έκανε πρόταση στην κυβέρνηση για δραστικό περιορισμό των διαδηλώσεων – σα να μην έφτανε η αστυνομική καταστολή. Ξέχασε κάθε δικαίωμα κι ελευθερία πέρα απ´ την ελευθερία του εμπόρου και το δικαίωμα στο κέρδος του επιχειρηματία. Ονόμασε «τρομερή επιτυχία» την με χίλια ζόρια ευρωχρηματοδότηση ύψους 120 εκ ευρώ για έργα στην Αθήνα (τα οποία θα πρέπει να επιστρέψει αν όπως φαίνεται δεν τελειώσουν τα έργα το 2015), κι έκανε γαργάρα την αδράνεια και ανικανότητα των δήθεν ειδικών φίλων του. Και μετά ήρθαν οι εκλογές.

Αμάν πια οι αυτές οι εκλογές
Η προεκλογική περίοδος ήταν μέχρι στιγμής κάτι σαν σκωτσέζικο ντους για τον γκρίζο φίλο μας. Μήνες πριν τον Μάιο του 2014 φοβόταν ότι δε θα έμπαινε καν στον δεύτερο γύρο. Μετά το σύστριγκλο στη ΝΔ και την φυλάκιση του αρχηγού και βουλευτών των νεοναζί, είδε ότι του παρουσιάζεται μια ακομα ευκαιρία. Όσο πλησίαζε η Κυριακή έβλεπε τη δεύτερη θητεία να πλησιάζει. Και ξαφνικά του προέκυψε ένας Γαβριήλ. Κι ένας αλλόκοτος δεύτερος γύρος με αντίπαλο αυτούς που παρακαλούσε να τον ψηφίσουν το 2010.

Ο Σκρουτζ και τα φαντάσματά του
Ο ήρεμος, ευγενικός, ιδεολόγος πιτσιρικάς υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο κάνει τον γκρίζο κύριο να φαίνεται ακριβώς όσο γέρος, αντιδραστικός, υπερόπτης, και κυνικός είναι, αλλά τον σπρώχνει με ορμή να ολοκληρώσει μια ειρωνική αλλά δίκαιη μεταμόρφωση. Κι αυτό ακριβώς έγινε στην πρόσφατη κοινή τους εμφάνιση στο δελτίο του ΑΝΤ1 στο τέλος του οποίου ο υποψήφιος με την ταμπέλα «Καμίνης» ήταν πια κανονικός Κακλαμάνης.