Δυο μέρες μετά τα χιόνια η ζωή επέστρεψε σε κανονικούς ρυθμούς

2015/01/img_0761.jpg

Advertisements

Ποιός είναι αυτός που μοιάζει στον Γιώργο Καμίνη;

Δεν ξέρω πώς τον λένε αλλά τον παρακολουθώ όποτε τον πετυχαίνω στην τηλεόραση ή το ραδιόφωνο. Τον διαβάζω και σε δωρεάν εφημερίδες. Είναι εκείνος ο εριστικός κινδυνολόγος με τη στριγγή φωνή που θέλει λέει να τον ψηφίσουμε γιατί αλλιώς θα ανοίξει η γη στα δύο και θα πεταχτούν έξω κατακόκκινα τέρατα. Τον παρακολουθώ. Μια γελάω με τις γκριμάτσες και τις υπερβολές του και μια στενοχωριέμαι που τον βλέπω έτσι γραφικό μέσα στη μοναξιά του. Στο χωριό μας, τέτοιους περίεργους που δεν κατάφεραν να αντέξουν είτε την κρίση είτε τον εαυτό τους έχουμε πολλούς. Αυτόν τον κυριούλη εγώ τον παρακολουθώ για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο: μέσα στη θολούρα του, ισχυρίζεται ότι ειναι ο Γιώργος Καμίνης.

Ο «μάγκας»
Τον Καμίνη τον είχα πρωτακούσει πριν από μερικά χρόνια τότε που ήταν ακόμα Συνήγορος του Πολίτη. Κάτι παιδιά είχαν ένα προβληματάκι με το σχολείο τους που δεν τους έδινε απαλλαγή απ´ τα Θρησκευτικά. Οι γονείς ζήτησαν τη βοήθεια του Συνηγόρου του Πολίτη και βρήκαν άκρη. Το θέμα πήρε διαστάσεις, αντέδρασε ο δεξιός, υπερσυντηρητικός υπουργός κι ασχολήθηκε έτσι η τηλεόραση. Κι ένα απογευματάκι παρακολούθησα γελώντας, έναν ξύπνιο τυπάκο, με επιχειρήματα, χιούμορ και αποφασιστικότητα, να κοντράρει στα ίσα τον υπουργό και να τον βάζει στη θέση του. «Μάγκας», σκέφτηκα.

Στα κόλπα
Κάτι η συγκυρία κάτι τα κονέ του κολεγίου Αθηνών, ο τυπάκος λίγους μήνες μετά έγινε πρώτη μούρη. Η δεξιά κυβέρνηση δεν άντεξε, έσκασε σαν φτηνό μπαλόνι και στη θέληση της ήρθε το άλλο κόμμα με αρχηγό έναν απερίγραπτο τύπο κάτι σαν διασταύρωση λεβεντοτσολιά με Αμερικάνο πωλητή ασφαλειών ζωής. Ο νέος πρωθυπουργός που οι φίλοι του τον έλεγαν Γιωργάκη είχε λόξα με τις μοντερνιές, κάποιος του είπε για την εξυπνόφατσα και μια ωραία πρωία κουβάλησε τον Καμίνη στο υπουργικό συμβούλιο για να κάνει μάθημα στους νέους υπουργούς. «Στα κόλπα ο μάγκας», σκέφτηκα.

Φίλοι που κάνουν τη διαφορά
Λίγους μήνες μετά, το καλοκαιράκι του 2010, η νέα κυβέρνηση έδειχνε να χτυπάει μπιέλα. Με την οικονομία στην εντατική και την κοινωνία να ετοιμάζει οδοφράγματα, οι προγραμματισμένες για τον Νοέμβριο τοπικές εκλογές απειλούσαν να βάλουν φυτίλι στο πολιτικό σύστημα. Το οποίο άρχισε να ψάχνει νέα και «άφθαρτα» πρόσωπα μπας και επιβιώσει.

Με τα πολλά, έπεσε η πρόταση στον, μεσήλικα μεν αγαπησιάρη δε, Καμίνη. Και δεν ήταν μία μόνο. Τρία τέσσερα κόμματα διαγωνίστηκαν ποιό θα του προτείνει πρώτο να είναι υποψήφιος στην Αθήνα. Κέρδισε η ΔΗΜΑΡ, το κόμμα που είχαν φτιάξει οι μισοί πρώην σύντροφοί του από τα μακρινά γλυκά χρόνια της φοιτητικής αθωότητας. Οι άλλοι μισοί ήταν ήδη στην κυβέρνηση. Ο Καμίνης δε χρειάστηκε να περιμένει πολύ για βρεθεί στη μέση μιας συντροφιάς απ´ τα παλιά όπου ένα σωρό φίλοι, συμμαθητές και συμφοιτητές, όλοι πλέον κεντροαριστεροί, φιλελεύθεροι εκσυγχρονιστές, σπρώχνονταν για να του μιλήσουν και να του πουν πόσο μοναδικός είναι. Κάπου εκεί το «παγώνι» φούσκωσε κι άνοιξε δειλά δειλά για πρώτη φορά τα πλουμιστά φτερά του.

Το ποντίκι που βρυχάται
Η φυσική απλότητα του πρωτάρη, και οι ιδέες του για μια πόλη βασισμένη στην ισότητα, τον σεβασμό των δικαιωμάτων, την αλληλεγγύη και την ελευθερία έκαναν κλικ στον κόσμο. Ο Καμίνης βρέθηκε σε λίγες μέρες από αουτσάιντερ κανονικός διεκδικητής της δημαρχίας προκαλώντας πανικό στον εριστικό κινδυνολόγο Κακλαμάνη.

Με όχημα ένα φιλόδοξο πρόγραμμα ο Καμίνης κατάφερε να αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές των φιλελευθέρων αστών αλλά και τα κοινωνικά αντανακλαστικά των πιο αριστερών. Υποσχέθηκε μεταξύ άλλων να στηρίξει συλλογικότητες και αυτόνομες πρωτοβουλίες στις γειτονιές, να κάνει σε άχτιστα οικόπεδα μικρά πάρκα κλείνοντας το μάτι στο πάρκο της Κύπρου και της Ζωοδόχου Πηγης, να δημιουργήσει πολλές μικρές -στο στυλ του λονδρέζικου Κάμπτεν- υπαίθριες αγορές με μετανάστες μικροπωλητές, να ενισχύσει νέους επιχειρηματίες αλλά και καλλιτέχνες που θα επιλέξουν να εγκατασταθούν στο κέντρο, να προωθήσει την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία και τις συνεταιριστικές επιχειρήσεις, να φιλοξενήσει, να δώσει προσωρινή άδεια εργασίας και πρόσβαση στην κοινωνική πρόνοια στους μετανάστες χωρίς χαρτιά. Υποσχέθηκε και άλλα πολλά, ωραία και πρωτάκουστα σε τούτη τη μίζερη, κλειστή, ξενοφοβική μητρόπολη. Και κέρδισε. Η Αθήνα είχε πλέον δήμαρχο έναν πρωταθλητή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ρινόκερος
Τα περίεργα ξεκίνησαν τον Γενάρη του 2011. Ο άνθρωπος που ορκίστηκε δήμαρχος Αθηναίων άρχισε να μοιάζει όλο και λιγότερο στον Συνήγορο που είχε διεκδικήσει τη δημαρχία και όλο και περισσότερο σε θλιβερό πολιτικάντη. Χαμένος στη γραφειοκρατία, γεμάτος άγχος και ανασφάλεια, ο νέος ένοικος της οδού Λιοσίων άρχισε να μοιάζει γκρίζος, να μιλά σα γκρίζος και να κάνει γκρίζα πράγματα.

Άγνοια του μηχανισμού, ατολμία και φόβος μπροστά στον κίνδυνο να φανεί λίγος, σε συνδυασμό με ένα φουσκωμένο απ´ την ξαφνική επιτυχία «εγώ» τον οδήγησαν στην αγκαλιά έμπειρων, κομματικών και δημοτικών γραφειοκρατών και στη συντροφιά εργολάβων και συστημικών επιχειρηματιών. Στον έναν χρόνο πάνω τίποτα πια δε θύμιζε τον φρέσκο και δραστήριο υποψήφιο του 2010. Χωρίς πολιτικό όραμα, χωρίς ιδέες, χωρίς υποστηρικτές, με την κρίση και τη λιτότητα να τσακίζει κάθε πρωτοβουλία, ο νέος δήμαρχος έμοιαζε να τσαλαβουτά με την ίδια πάντοτε αποτυχία στα μικρά και να αγνοεί τα μεγάλα.

Μα τι πάτε και θυμάστε κι εσείς;
Στις αρχές του 2012 ο ταλαιπωρημένος άνθρωπος της Λιοσίων αποφάσισε να δώσει τέλος στο βάσανο. Σε μια γιορτή -που έμοιαζε πιο πολύ με μνημόσυνο- για τον ένα χρόνο από την ανάληψη της δημαρχίας, η σκιά του Καμίνη ανέβηκε στο βήμα, χαιρέτισε τους λιγοστούς παλιούς φίλους (και τους κάπως περισσότερους νέους «φίλους»), σήκωσε το ποτήρι του και αντί για πρόποση ανακοίνωσε ότι το πρόγραμμα με το οποίο είχε εκλεγεί ήταν απ´ την αρχή «λάθος» και δεν ήταν δυνατόν να εφαρμοστεί. Το σήμα είχε δοθεί ότι οι «δουλειές» αρχίζουν και οι άνθρωποι των εργολάβων είχαν ήδη πιάσει τα πόστα.

Το είδαμε το «έργο»
Από τότε μέχρι σήμερα, ο γκρίζος που επιμένει ότι ονομάζεται Καμίνης ασχολήθηκε μόνο με τα απαραίτητα για την επιβίωση: υλοποίησε σαν καλό μαθητούδι την κυβερνητική πολιτική λιτότητας, απολύσεων των πιο αδύναμων και καταστολής, απαξίωσε την κοινωνία, τα συλλογικά δικαιώματα και τις διεκδικήσεις και φυσικά προέβαλε τον εαυτό του.

Ονόμασε «κοινωνική πολιτική» την ελεημοσύνη «φιλάνθρωπων» αστών φίλων του και τις πλουμιστές δημόσιες σχέσεις της εκκλησίας, ονόμασε «μηδενική ανοχή στην ανομία» το κλείσιμο της αυτοδιαχειριζόμενης και πλούσιας σε εκδηλώσεις δημοτικής αγοράς Κυψέλης, αλλά ανέχεται ακόμα μια χαρά το ναζιστικό λουκέτο στην παιδική χαρά του Αγίου Παντελεήμονα. Έκανε πρόταση στην κυβέρνηση για δραστικό περιορισμό των διαδηλώσεων – σα να μην έφτανε η αστυνομική καταστολή. Ξέχασε κάθε δικαίωμα κι ελευθερία πέρα απ´ την ελευθερία του εμπόρου και το δικαίωμα στο κέρδος του επιχειρηματία. Ονόμασε «τρομερή επιτυχία» την με χίλια ζόρια ευρωχρηματοδότηση ύψους 120 εκ ευρώ για έργα στην Αθήνα (τα οποία θα πρέπει να επιστρέψει αν όπως φαίνεται δεν τελειώσουν τα έργα το 2015), κι έκανε γαργάρα την αδράνεια και ανικανότητα των δήθεν ειδικών φίλων του. Και μετά ήρθαν οι εκλογές.

Αμάν πια οι αυτές οι εκλογές
Η προεκλογική περίοδος ήταν μέχρι στιγμής κάτι σαν σκωτσέζικο ντους για τον γκρίζο φίλο μας. Μήνες πριν τον Μάιο του 2014 φοβόταν ότι δε θα έμπαινε καν στον δεύτερο γύρο. Μετά το σύστριγκλο στη ΝΔ και την φυλάκιση του αρχηγού και βουλευτών των νεοναζί, είδε ότι του παρουσιάζεται μια ακομα ευκαιρία. Όσο πλησίαζε η Κυριακή έβλεπε τη δεύτερη θητεία να πλησιάζει. Και ξαφνικά του προέκυψε ένας Γαβριήλ. Κι ένας αλλόκοτος δεύτερος γύρος με αντίπαλο αυτούς που παρακαλούσε να τον ψηφίσουν το 2010.

Ο Σκρουτζ και τα φαντάσματά του
Ο ήρεμος, ευγενικός, ιδεολόγος πιτσιρικάς υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο κάνει τον γκρίζο κύριο να φαίνεται ακριβώς όσο γέρος, αντιδραστικός, υπερόπτης, και κυνικός είναι, αλλά τον σπρώχνει με ορμή να ολοκληρώσει μια ειρωνική αλλά δίκαιη μεταμόρφωση. Κι αυτό ακριβώς έγινε στην πρόσφατη κοινή τους εμφάνιση στο δελτίο του ΑΝΤ1 στο τέλος του οποίου ο υποψήφιος με την ταμπέλα «Καμίνης» ήταν πια κανονικός Κακλαμάνης.

Μια γνώμη για Καμίνη, Μπουτάρη, Σγουρό

Στις αυριανές εκλογές αν ψήνεσαι να ψηφίσεις απερχόμενο δήμαρχο, περιφερειάρχη ή σύμβουλο, μπες λίγο στον κόπο να τσεκάρεις τι έκανε από αυτά που υποσχέθηκε την προηγούμενη φορά. Κι άσε τις νέες υποσχέσεις στην άκρη. Αν κάποιος δεν έκανε αυτά που υποσχέθηκε καλό να ειναι να εξηγήσει πρώτα το γιατί. Αλλιώς, ας κάνει στην άκρη. Τρία παραδείγματα που συγκεντρώνουν τα φώτα της δημοσιότητας.

Στην Αθήνα, ο Καμίνης όχι μόνο δεν υλοποίησε το πρόγραμμα για το οποίο ψηφίστηκε αλλά, την πρώτη κιόλας χρονιά της εξουσίας του, δήλωσε χωρίς να ντρέπεται (και κυρίως χωρίς να παραιτηθεί) ότι το πρόγραμμά του ήταν λάθος καθότι ήταν αδύνατο να υλοποιηθεί. Σε μια κανονική χώρα ο συγκεκριμένος πολιτικός, όσο «ήπιος και πολιτισμένος» κι αν παρουσιάζεται απ´ τα φιλικά του μεσα ενημέρωσης, δε θα ήταν καν υποψήφιος ξανά.

Στη Θεσσαλονίκη, ο Μπουτάρης έκανε ένα μικρό μέρος από όσα υποσχέθηκε αλλά παραδέχτηκε ότι τα βασικά δεν μπόρεσε να τα υλοποιήσει. Έγινε γνωστός κυρίως για τις ατάκες του, το χιούμορ του και την ευθύτητα του. Η ειλικρίνεια (κυνισμός, για τους πιο κακοπιστους) μπορεί να είναι αρετή αλλά ο δήμαρχος ειναι καλο να ειναι πρωτ απ´ όλα αποτελεσματικός και φερέγγυος κι έπειτα κιμπαρης, ντόμπρος κλπ. Σε μια κανονική χώρα ο συγκεκριμένος πολιτικός θα ένιωθε στα ποσοστά του τις συνέπειες της μερικής αναποτελεσματικότητας του.

Στην περιφέρεια Αττικής, ο Σγουρός περηφανεύεται για το πλεόνασμα που εμφανίζει στα λογιστικά του και προσπερνά ότι δεν έκανε τίποτα από όσα υποσχέθηκε. Διαφημίζει το πλεόνασμα σα να ήταν κανένας μάνατζερ εταιρίας, έκανε κέρδη και εχει να δώσει μεγάλο μέρισμα στους μεγαλομετόχους του και μπόνους στους διευθυντές του. Ως επικεφαλής δημόσιου φορέα, όμως, και μάλιστα σε περίοδο κρίσης επρεπε να υλοποιήσει έργα κι όχι να κρατά πόρους σε κάποια άυλα ταμεία. Σε μια κανονική χώρα ο συγκεκριμένος πολιτικός θα ήταν σπίτι του (ή σε κάποιο δικαστήριο για τις επιδόσεις του σε αθλητικές ενώσεις που πρόλαβε να εγκαταλείψει λίγο πριν γκρεμιστούν).

Thee Oh Sees @ An Club

Καιρό είχα να δω τόσο καλό live. Χτες το βράδυ οι Thee Oh Sees έπαιξαν δυνατά, με νεύρο και εκρηκτική διάθεση, σε ένα An Club γεμάτο οπαδούς τους. Στο «I was denied» (το βίντεο απ την περυσινή τους εμφάνιση στον ίδιο χώρο) κόντεψε να γκρεμιστεί το μέρος. Νωρίτερα, οι The Social End Products έκαναν εξαιρετική εμφάνιση ζεσταίνοντας την ατμόσφαιρα με τον άψογο γκαράζ-ψυχεδέλεια ήχο τους. Την ωραία βραδυά βοήθησε και η μπυρίτσα που μας δρόσισε (μέσα κι έξω) με 3 ευρώ το ποτήρι.

Μια βραδιά με τον Martyn Bates στο Drugstore

martyn bates @ drugstore

martyn bates @ drugstore

Δύο ώρες αφιερωμένες στη μουσική. Ο Martyn Bates στην κιθάρα και πιο σπάνια στα πλήκτρα, η Elisabeth S στο μπάντζο («τόσα χρόνια το έχω τώρα βρήκαν να σπάσουν οι χορδές!»), σωστός ήχος όσο χρειαζόταν για να ξεδιπλώσει ο Martyn την αγέραστη φωνή του, χαμηλός φωτισμός, καλός κόσμος που καταχειροκρότησε τους καλλιτέχνες, μπυρίτσα, ατμόσφαιρα δεκαετίας 80. Έλειπε (δυστυχώς) λίγος κόσμος ακόμα και (ευτυχώς) οι εκνευριστικοί με τις λαμπερές οθόνες κινητών που βιντεοσκοπούν και φωτογραφίζουν όσα δεν θα δουν ποτέ. Την Παρασκευή το βράδυ στο Drugstore είχε χώρο μόνο για καλή μουσική και για τους φίλους των Eyeless in Gaza.

Ευγενικός, φιλικός, με μεγάλο όρεξη να παίξει για τους φίλους του, ο Martyn Bates έπαιξε μέχρι λίγο μετά τα μεσάνυχτα, δύο μέρη συν ένα ανκόρ, και καταχειροκροτήθηκε από τους φίλους του μεταξύ των οποίων και αρκετοί αγγλόφωνοι. Μετά τη συναυλία υπέγραψε παλιούς δίσκους που είχαν φέρει μαζί τους οι πιστοί των Eyeless in Gaza, συζήτησε μαζί τους και έβαλε μουσική. Μια ασυνήθιστα γλυκιά ανοιξιάτικη βραδιά.

Το εισιτήριο είχε 13 ευρώ (9 για άνεργους, φοιτητές και άλλες κατηγορίες) και η μπύρα είχε … μια διαφορετική τιμή κάθε φορά, όπως συνηθίζεται στο drugstore που έχει επιλέξει μια κάπως μπερδεμένη πολιτική χρέωσης: πρώτο μεγάλο ποτήρι της «φτηνής» (Berlin) μπύρας στα 5 ευρώ, δεύτερο και τρίτο 4,5 και τέταρτο 4 (δηλαδή κανένα και με τίποτα κερασμένο). Διαφορετικές τιμές για άλλες μάρκες και συσκευασίες. Η ευγενέστατη μπαργούμαν χρειάστηκε κάνα πεντάλεπτο για να εξηγήσει το σύστημα στον ψηλό πενηντάρη άγγλο που έχοντας ήδη πληρώσει τρεις διαφορετικές τιμές απορούσε: «μα πόσο έχει τελικά; μπύρα είναι δεν είναι τίποτα δύσκολο».