The day the nazi died

Advertisements

Μαλάκες υπήρξαμε όλοι, όχι όμως και ακροδεξιοί όπως ο πρωθυπουργός

Και ο φασισμός, γιατρέ μου;

Και ο φασισμός, γιατρέ μου;

Το αν ο πρωθυπουργός είναι ή όχι μαλάκας και αν έχει κανείς δικαίωμα ή όχι να τον αποκαλεί έτσι δημοσίως είναι μια συζήτηση κουραστική. Κυρίως επειδή είναι μια συζήτηση άχρηστη που δεν έχει καμμία πολιτική σημασία. Το αν όμως ο πρωθυπουργός είναι ένας ακροδεξιός, επικίνδυνος ακόμα και γι αυτήν την κολοβή αστική δημοκρατία, και πολιτική σημασία έχει και χρήσιμο είναι να το συζητήσουμε.

Όλοι λίγο ως πολύ έχουμε υπάρξει μαλάκες κι έχουμε κάνει μαλακίες, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ανθρώπινο είναι κι όποιος βγάζει τον εαυτό του απ έξω είναι ψευτράκος και δεν αξίζει κανείς να ασχολείται μαζί του. Είναι λογικό και καθόλου ασυνήθιστο να θεωρεί κανείς ότι και ο (οποιοσδήποτε) πρωθυπουργός έχει υπάρξει μαλάκας και έχει κάνει κατά καιρούς μαλακίες. Τώρα βέβαια αν τον αποκαλείς έτσι δημόσια μπορεί να έχει κάποια ποινική σημασία, αν ας πούμε θεωρηθεί ο όρος προσβλητικός και υβριστικός. Εγώ δεν το βλέπω έτσι αλλά αυτό δε σημαίνει ότι και ο αποδέκτης του χαρακτηρισμού το βλέπει με τον ίδιο τρόπο. Είπαμε, γούστα είναι αυτά.

Το πραγματικό θέμα πάντως δεν είναι αυτό. Το πολιτικό και άρα σημαντικό θέμα είναι ότι ο πρωθυπουργός του κράτους το οποίο μας έλαχε να μας εξουσιάζει είναι ένας κανονικός ακροδεξιός που βλεφαρίζει προς τον ολοκληρωτισμό και παθαίνει αλλεργία με την αστική δημοκρατία την οποία υποτίθεται ότι υπηρετεί.

Κι αυτό επειδή όταν ο πρωθυπουργός μιας χώρας
– κυβερνά με διατάγματα (πράξεις νομοθετικού περιεχομένου) και όχι με νόμους ψηφισμένους απ τη Βουλή,
– δεν πηγαίνει στο Κοινοβούλιο παρά μόνο για τον αγιασμό και τον προϋπολογισμό,
– αρνείται να πάει ακόμα και για να απαντήσει έστω και σε μια ερώτηση των αντιπάλων του,
– επιλέγει για συνεργάτες στο γραφείο του και εκπροσώπους του στη Βουλή γνωστά φασιστάκια με προϋπηρεσία σε κόμματα και οργανώσεις της άκρας δεξιάς,
– χωρίζει τους ανθρώπους σε κανονικούς και «λαθραίους» με κριτήριο το χρώμα, την καταγωγή ή τη θρησκεία,
– θαυμάζει και κολακεύει μόνο όσους δεν εκλέγονται (παπάδες, αξιωματικούς, μεγαλοκαπιταλιστές) και απεχθάνεται τους εκλεγμένους,
– κλείνει παράνομα την κρατική ραδιοτηλεόραση επειδή θεωρεί ότι δεν τον υμνεί αρκετά και την αντικαθιστά μετά από καιρό από μια ίδια και χειρότερη (και πιο ακριβή),
– δίνει συνεντεύξεις μόνο σε «δημοσιογράφους»-γλάστρες, με την προϋπόθεση να ξέρει τις ερωτήσεις και να μην υπάρχει αντίλογος,
– αφαιρεί με το έτσι θέλω το δικαίωμα ψήφου σε 100.000 νέους επειδή ξέρει ότι δε θα τον ψηφίσουν και
– στη συνέχεια τους λέει και μάλιστα σε διαφήμιση δικιά του ότι αυτός θα κυβερνά επειδή αυτός μόνο ξέρει και εκείνοι θα βλέπουν (παίζοντας μπαλίτσα για να μην ενοχλούν),
ε τότε αυτός ο πρωθυπουργός είναι κανονικός φασιστάκος που περιμένει την ευκαιρία να μας δέσει όλους. Αν πότε πότε μαλακίζεται αυτό δεν τον κάνει ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο συμπαθητικό. Παραμένει το ίδιο αντιδημοκρατικός, το ίδιο επικίνδυνος, το ίδιο βλαβερός για όλους μας.

Je suis Charlie

Αυτοί που σκοτώνουν για την πίστη τους ας ξεκινήσουν στρέφοντας το όπλο στον εαυτό τους – είναι κρίμα να αφήσουν τον «δημιουργό» τους να τους περιμένει. Θυμόμαστε τον Wolinski, τον Charb, τον Cabu, τον Tignous και τους άλλους ανθρώπους του περιοδικού Charlie Hebdo που έπεσαν θύματα των θρησκόληπτων δολοφόνων.

/home/wpcom/public_html/wp-content/blogs.dir/44b/358836/files/2015/01/img_0185.jpg

«Laura»: κλασικό νουάρ στα θερινά σινεμά

Η αφίσα της ταινίας

Η αφίσα της ταινίας

Σαββατοκύριακο, αρχές της δεκαετίας του ’40 στη Νέα Υόρκη. Μια νεαρή γυναίκα δολοφονείται με καραμπίνα στην είσοδο του διαμερίσματός της. Οι υποψίες πέφτουν στη θεία της που τη ζήλευε και στους δύο άντρες που την αγαπούσαν, τον νεαρό ξεπεσμένο πλούσιο και τυχοδιώκτη φίλο της, και τον υπερπροστατευτικό μεσήλικα διάσημο αρθρογράφο και παραγωγό ραδιοφώνου. Ο σκληρός ντετέκτιβ της αστυνομίας θα δει πολύ γρήγορα ότι όσο ψάχνει τόσο περισσότερο μπερδεύεται η ιστορία. Ώσπου δεν μπορεί πια να είναι σίγουρος για τίποτα – ούτε για τα ίδια τα αισθήματά του.

Εβδομήντα χρόνια μετά την πρώτη προβολή της, η «Λώρα» του Ότο Πρέμινγκερ, παραμένει μια απολαυστική ταινία. Ένα κλασικό ασπρόμαυρο νουάρ με στακάτους διαλόγους και υποδειγματικά πλάνα (Όσκαρ φωτογραφίας) που μαγνητίζει τον θεατή χωρίς να λέει καμμία ιδιαίτερα πρωτότυπη ιστορία. Η γοητευτική Λώρα που σημαδεύει με τη μορφή της σχεδόν κάθε σκηνή, ο σαρκαστικός αλλά και κτητικός Ουόλντο που κινεί την ιστορία με το φαρμακερό χιούμορ του, ο ανέμελος Σέλμπυ που μπερδεύει την πλοκή κάθε φορά που νομίζεις ότι το μυστήριο λύνεται, η ιδιοτελής Αν που φαίνεται συνεχώς κάτι να κρύβει και ο σκληρός Μαρκ που προσπαθεί να βρει την άκρη του νήματος, κινούνται για 88 λεπτά σε βαρυφορτωμένα σαλόνια μεγαλοαστικών διαμερισμάτων και αίθουσες ακριβών εστιατορίων, πέφτουν σε λάθη και αντιφάσεις, και ψαχουλεύουν παράξενα αντικείμενα μέχρι το τελευταίο «Goodbye my love» πριν πέσουν οι τίτλοι.

Όπως γράφει πολύ εύστοχα στην εξαιρετική κριτική παρουσίασή του (προσοχή να διαβαστεί μόνο μετά την ταινία) ο Νόρμαν Χόλαντ, «Watch for people manipulating people. Watch for works of art and acts of creation. Watch for things in the fussy, over-decorated rooms. And watch for people treated as things».

Το διαφημιστικό τρέιλερ της ταινίας δίνει μια μικρή γεύση. Η πραγματική απόλαυση όμως είναι στη μεγάλη οθόνη του (ευτυχώς) θερινού σινεμά. Με τους πρωταγωνιστές να ανάβουν το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, ο καπνιστής σινεφίλ θα βασανιζόταν στην κλειστή αίθουσα.

Το μουσικό θέμα της ταινίας, από τον Ντέιβιντ Ράξιν, γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Σύμφωνα με τη wikipedia, από το 1945 μέχρι σήμερα έκανε περισσότερες από 400 ηχογραφήσεις. Μια από αυτές είναι η παρακάτω από την Έλλα Φιτζέραλντ.

Η δικαιοσύνη του τσιφλικά

Αθώοι όλων των κατηγοριών κρίθηκαν σήμερα, Τετάρτη, από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο της Πάτρας, ο επιχειρηματίας που κατηγορείτο για την υπόθεση της επίθεσης εναντίον των μεταναστών τον Απρίλιο του 2013 στη Νέα Μανωλάδα, καθώς και ο ένας επιστάτης της επιχείρησης. Στα μαλακά οι άλλοι δύο επιστάτες, που αφέθηκαν ελεύθεροι μετά την έφεση. (in.gr 30/7/2014)

Με την αθώωση του τσιφλικά και του επιστάτη του στη Μανωλάδα, η δικαιοσύνη επιβεβαιώνει πανηγυρικά ότι όχι μόνο δεν είναι τυφλή αλλά, αντιθέτως, είναι προκλητικά μονόπλευρη και αυστηρά ταξική.

Ουσιαστικά οι δικαστές (επαγγελματίες και ένορκοι) της Πάτρας μας είπαν σήμερα δύο πράγματα άμεσα και άλλο ένα πολύ πιο σημαντικό, έμμεσα. Πρώτο απ τα άμεσα, ότι ο τσιφλικάς και οι επιστάτες του προσέλαβαν και απασχολούσαν νόμιμα τους μετανάστες εργάτες γης (αθωώθηκαν όλοι από τις κατηγορία για εμπορία ανθρώπων) και δεύτερο ότι, στις 17 Απριλίου του 2013, δύο επιστάτες σκέφτηκαν μόνοι τους και αποφάσισαν μόνοι τους να πάνε να πυροβολήσουν -τραυματίζοντας 28- τους δεκάδες μετανάστες εργάτες γης που διαμαρτύρονταν για τις συνθήκες εργασίας και ζωής στο τσιφλίκι (καταδικάστηκαν σε εξαγοράσιμες ποινές και με αναστολή έκτισης της ποινής μέχρι να δικαστεί η έφεση).

Έμμεσα όμως οι δικαστές (επαγγελματίες και ένορκοι) μας είπαν ότι όποιος θέλει μπορεί να συνεννοηθεί με κάποιον δουλέμπορο, να βάλει να δουλεύουν στο χωράφι ή τη βιοτεχνία του άνθρωποι από άλλη γη, χωρίς χαρτιά, να τους εκμεταλλευτεί άγρια για να ρίξει το κόστος παραγωγής και να αυξήσει το κέρδος του και, στη συνέχεια, να τους πληρώσει με ξύλο και σφαίρες βάζοντας μπροστά τους επιστάτες του και κάνοντας ο ίδιος τον ανίδεο. Και οι επιστάτες θα το κάνουν αυτό επειδή ξέρουν κι αυτοί, όπως ξέρει και ο τσιφλικάς, ότι όχι μόνο έχουν και το καρπούζι και το μαχαίρι, αλλά έχουν επιπλέον και το κράτος (τοπικές αρχές και δικαιοσύνη) στο τσεπάκι τους κι έτσι μπορούν να κάνουν ότι θέλουν με τους σύγχρονους δούλους και να προστατέψουν και τον τσιφλικά τους χωρίς να κινδυνέψει κανείς τους.

Αυτά μας τα είπε η «δικαιοσύνη» σήμερα με τον πλέον σαφή τρόπο. Είχε προηγηθεί η προετοιμασία, στις λίγες εβδομάδες ακροαματικής διαδικασίας, στη διάρκεια της οποίας μπράβοι (οι οποίοι με τη λογική του δικαστηρίου προφανώς δεν είχαν καμμία απολύτως σχέση με τον τσιφλικά) απείλησαν, κυνήγησαν και ξυλοκόπησαν ακόμα και έξω από τη δικαστική αίθουσα, μετανάστες – κρίσιμους μάρτυρες στη δίκη.

Ο Τίπου Τσόουντρι καταγγέλλει πως το βράδυ της περασμένης Παρασκευής δέχτηκε επίθεση από έξι άτομα με τρία μηχανάκια έξω από την παράγκα όπου μένει στη Μανωλάδα:
«Ήταν έξι άτομα με τρεις μηχανές. Μου κράταγαν τον λαιμό και με κλωτσούσαν στο σώμα. Μου έλεγαν πως δεν θέλουν να με δουν ξανά στη Μανωλάδα, φώναζαν γιατί έκανα τις καταγγελίες στο δικαστήριο και αν με ξαναδούν στη Μανωλάδα θα με καθαρίσουν» δήλωσε στο «Έθνος».
Το ίδιο πρωί είχε προηγηθεί -όπως αναφέρει ο ίδιος- επεισόδιο στο δικαστήριο στην Πάτρα, με άτομο από την πλευρά των κατηγορουμένων να τον κλωτσά έξω από τη δικαστική αίθουσα, κάτι που ο ίδιος κατήγγειλε μέσω του δικηγόρου του στο δικαστήριο.
Υπέβαλε μήνυση στο ΑΤ της Βάρδας Ηλείας. «Μία μέρα νωρίτερα, την Πέμπτη, συγγενής κατηγορουμένου είχε απειλήσει άλλον μάρτυρα κατηγορίας, αλλοδαπό εργάτη γης, λέγοντάς του: Μόλις τελειώσει το δικαστήριο θα σε δω πώς θα έρθεις στη Μανωλάδα και τότε θα τα πούμε», δηλώνει ο δικηγόρος της πολιτικής αγωγής, Μωυσής Καραμπείδης, προσθέτοντας:
«Καταθέσαμε αίτηση στο δικαστήριο για προστασία μαρτύρων επειδή φοβόμαστε για τα χειρότερα και δυστυχώς απορρίφθηκε. Οι μάρτυρες χρειάζονται οπωσδήποτε προστασία.» (in.gr, 2/7/2014)

Αυτά σήμερα, το 2014. Πριν από 16 χρόνια, το 1998, η ίδια μονόπλευρη και αυστηρά ταξική «δικαιοσύνη» είχε καταδικάσει σε διετή φυλάκιση με τριετή αναστολή τον 60χρονο αγροφύλακα που, το 1996, πυροβόλησε με το υπηρεσιακό του περίστροφο και σκότωσε Αλβανό μετανάστη ο οποίος είχε κάνει το έγκλημα να κλέψει δύο καρπούζια. Ο αγροφύλακας δεν πέρασε ούτε μια μέρα στη φυλακή.

Όπως γράφει ο «Ιός» (Ελευθεροτυπία 11/4/1998), συνελήφθη χωρίς να προφυλακιστεί (αφέθηκε ελεύθερος με χρηματική εγγύηση) και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που τον καταδίκασε σε 5ετή φυλάκιση, έκρινε ότι η ποινή του δεν ήταν απαραίτητο να εκτελεστεί. Ενώ είχε πυροβολήσει και σκοτώσει άνθρωπο. Οι δύο επιστάτες στη Μανωλάδα έφαγαν σήμερα πιο πολλά χρόνια στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προφανώς επειδή δεν ήταν τόσο αποτελεσματικοί.

Το καλοκαίρι των καμένων

Σ αυτό το καλοκαίρι της παθητικής αναμονής για το επόμενο μεγάλο τίποτα, ταιριάζουν κείμενα καμένων συγγραφέων. Που γρήγορα δοξάστηκαν, γρήγορα στέρεψαν και γρήγορα βαρέθηκαν τη μοναξιά του γραφιά. Τώρα, μέσα στην ζέστη, την υγρασία και την άπνοια, ψάχνουν τον φτηνό εντυπωσιασμό μπας και μαζέψουν καμμια διαφήμιση για τις σελίδες που τους φιλοξενούν και κάποιο σχόλιο (ας είναι και αρνητικό, δεν πειράζει, αρκεί να μην ξεχαστούν) για πάρτη τους. Σ εκείνο το τελευταίο, πάνω πάνω ράφι με τα ξεχασμένα βιβλία που δεν θα τα χρειαστώ άλλο αλλά δε μου πάει και να τα πετάξω, μετέφερα τις προάλλες κάτι βιβλία της Σώτης, του Χρήστου και του Πέτρου. Που κάποτε διάβασα και νόμισα πως μου είπαν κάτι.