Πρώτη πτήση με τη νέα Ολυμπιακή

Το συναίσθημα είναι κάπως περίεργο. Μπαίνεις στην καμπίνα του αεροσκάφους μιας εταιρίας που μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες ανήκε στο δημόσιο. Μιας εταιρείας που, στις καλές εποχές, διαφημιζόταν σαν πλέον πολύτιμο και γκλαμουράτο περιουσιακό στοιχείο όλων μας και, στις κακές εποχές που ακολούθησαν, οι περισσότεροι ζητούσαν να κλείσει και κανείς δεν ήθελε να έχει σχέση μαζί του.

Θυμάμαι την Ολυμπιακή από πολύ μικρός. Συγγενείς μου δούλευαν στην εταιρεία σε έτσι κι αλλιώς προνομιακές θέσεις εργασίας (που γι αυτό δεν τους έκαναν πολύ συμπαθείς σε άλλους “κοινούς θνητούς” εργαζόμενους) και, από νωρίς, άκουγα τα καλύτερα για την Ολυμπιακή. Είχα κι εγώ μερικά μικρά προνόμια. Τα μικρά πεντανόστιμα σάντουιτς με καβούρι και άλλα εξωτικά άγνωστα πράγματα που σέρβιραν στις πτήσεις της, εγώ τα έτρωγα στα διαλείμματα στο νηπιαγωγείο και το δημοτικό εντυπωσιάζοντας συμμαθητές αλλά και τη νηπιαγωγό μου. Με τα παζλάκια και τα άλλα μικροπαιχνίδια που έδιναν στα παιδιά για να μένουν ήσυχα έπαιζα πολύ πριν κάνω την πρώτη μου πτήση. Οι ιπτάμενοι συγγενείς μου έφερναν ωραιότατα δώρα “απ’ έξω”. Και βέβαια στην Ολυμπιακή ήθελα να γίνω πιλότος όταν θα μεγάλωνα, όπως άλλωστε και πολλοί συμμαθητές μου. Αργότερα, που δεν έγινα πιλότος, η Ολυμπιακή έφερνε τις ελληνικές εφημερίδες και τις δύο φορές που δούλεψα στην (όχι και τόσο) μακρινή ξενιτιά. Την πρώτη φορά μάλιστα, νωρίς στη δεκαετία του 1990, αυτό ήταν υπηρεσία ανεκτίμητης αξίας καθώς οι εφημερίδες δεν ήταν ακόμα εύκολα προσβάσιμες μέσω ίντερνετ.

Και τώρα η νέα Ολυμπιακή και πάλι ιδιωτική. Μια εταιρεία που ο Ωνάσης ξεφορτώθηκε το 1975 πασάροντάς τη με τα χρέη της στο δημόσιο και το δημόσιο ξεφορτώθηκε το 2009 (δίνοντάς τη όμως απαλλαγμένη από χρέη καθώς αυτά τα ανέλαβε το κράτος) μετά από πιέσεις της ΕΕ αλλά και της ίδιας της οικονομίας. Μπήκα λοιπόν κάπως μαγκωμένος στην καμπίνα. Πράγματι πολλά είχαν αλλάξει και, σε σχέση με τα τελευταία κρατικά χρόνια της εταιρείας, τα περισσότερα άλλαξαν προς το καλύτερο. Η καμπίνα και τα καθίσματα ολοκαίνουρια, τριζάτα (καλύτερα από πριν), το πλήρωμα της καμπίνας μες τα χαμόγελα (όπως και πριν), την ευγένεια (καλύτερα από πριν) και την προθυμία να εξυπηρετήσει (όπως και πριν). Το φαγητό -είχε μουσακά, σαλάτα, μους σοκολάτας- καλό και ζεστό (όπως και πριν), σε μέτρια ποσότητα (όπως και πριν) και σερβιρισμένο βολικά και πρακτικά (όπως και πριν αλλά με σκεύη χειρότερα από πριν – πιο φτηνό πλαστικό και δυστυχώς καθόλου γυαλί). Το κρασί καλό (όπως και πριν αλλά χωρίς να σε ρωτάνε αν θέλεις κι άλλο) και ο καφές μια χαρά (όπως και πριν). Επιπλέον είχε και μπισκοτάκια της εταιρίας του νέου ιδιοκτήτη (αδιάφορα).

Εφημερίδες δεν είδα (ενώ πριν είχε όλες τις ελληνικές πολιτικές και αθλητικές και αρκετές ξένες). Στα έντυπα στην θέση των επιβατών υπήρχε ένα περιοδικό σαν τα περιοδικά που γενικά βγάζουν οι αεροπορικές εταιρείες κάθε μήνα (μόνο που αυτό ήταν η ανανεωμένη έκδοση του περιοδικού όλου του ομίλου του νέου ιδιοκτήτη ενώ θα έπρεπε να είναι ειδικά της Ολυμπιακής) και ένα έντυπο για την ιστορία της Ολυμπιακής. Το τελευταίο είχε λίγα και πολύ μέτρια κείμενα αρκετές ενδιαφέρουσες φωτογραφίες (εντυπωσιακότατο το διαστημικό συνολάκι Pierre Cardin από τη δεκαετία του 60 και 70) και πααααάρα πολλές διαφημίσεις (ο τύπος είπε μάλλον να βγάλει τα σπασμένα από την χασούρα της λειτουργίας της εταιρείας – αν και πολλές διαφημίσεις ήταν του ομίλου του και άρα δωρεάν).

Το προσωπικό ήταν όπως είπα ευγενέστατο. Είναι γνωστό όμως πως παίρνει λιγότερα, και έχει γενικά δυσμενέστερους όρους εργασίας από ό,τι προηγουμένως. Γι αυτό (και για την ασφάλεια που τους προσέφερε κάπως γενναιόδωρα το δημόσιο) ένα μεγάλο μέρος του προσωπικού επέλεξε να μην ακολουθήσει την εταιρεία στις νέες περιπέτειές της και θα απασχοληθεί σε άλλες θέσεις στο δημόσιο (ποιες, άγνωστο). Ένα ζητηματάκι υπάρχει επίσης και με τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας που τώρα ρημάζουν στα αζήτητα. Αυτά που προκαλούν πραγματικά θλίψη είναι τα αεροσκάφη. Όλα αυτά τα αεροπλάνα που φέρουν ακόμα περήφανα τα διακριτικά τους και τα ονόματά τους μένουν παραταγμένα κατά μήκος των διαδρόμων προσγείωσης και απογείωσης. Μέχρι να τα πάρει κάποιος ή να αποφασιστεί η διαλυσή τους. Αεροπλάνα που πετούσαν μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες. Αεροπλάνα με τα οποία είχα πετάξει. Χαίρεσαι που πετάς με καινούριο αεροσκάφος, βλέπεις όμως τα παλιά στο περιοδικό του καθίσματος, τα βλέπεις και έξω από το παράθυρο και σε πιάνει κάτι. Άσχημο πράγμα η απόσυρση.

Αναρτήθηκε στις ταξίδι. 7 σχόλια »

Τρίτη στο Φεστιβάλ: ξεχασμένα διαμάντια από τη Γιουγκοσλαβία

Ήταν η τελευταία μέρα για φέτος. Το ίδιο μεσημέρι έπρεπε να αφήσω την πόλη των πόλεων και να οδηγήσω προς το νότο, προς τη μικρή μας πόλη. Για τελευταία προβολή σε αυτό το 50ο φεστιβάλ κινηματογράφου διάλεξα όχι μία αλλά έξι ταινίες (μικρού μήκους). Ήταν 11 το πρωί και στη μικρή αίθουσα του 5ου ορόφου στο Ολύμπιο αρκετοί από τους θεατές κρατούσαν πλαστικές κούπες με καφέ. Το ίδιο και ο τύπος που μας είπε ότι θα βλέπαμε τις τελευταίες κόπιες έξι ταινιών που γυρίστηκαν πριν από 35-40 χρόνια στην ενιαία ακόμα Γιουγκοσλαβία.

Στην ταινία “Απερισκεψίες της εργατικής τάξης”, η Bojana Marijan μπαίνει με την κάμερά της στα εργοστάσια αλλά και στις ταβέρνες των εργατών. Είναι 1968 και τα αυτοσχέδια τραγούδια είναι αθυρόστομα, βουτηγμένα στο αλκοόλ, αγαπούν τη ζωή αλλά πότε πότε πετάνε και κανένα πολιτικό υπονοούμενο. Η “Λιτανεία ευτυχισμένων ανθρώπων” (1969-1971) του Σλοβένου Karpo Godina που ήταν παρών και στην προβολή (φωτό) έχει σα βάση ένα τραγούδι ύμνο στην πολυεθνική Βοϊβοντίνα και τους κατοίκους της. Ανατρεπτικό χιούμορ, τρομερές φάτσες και ύμνος και πάλι στη ζωή και τον άνθρωπο. Σύμφωνα με το πρόγραμμα η τότε λογοκρισία είχε απαγορεύσει την προβολή της “λόγω υποψίας ύπαρξης κρυφών μηνυμάτων”.

Εντελώς διαφορετικό ήταν το κλίμα στο “Φτωχοί” (1963) του Vlado Kristl. Μια ομάδα καμμια πενηνταριά ανθρώπων ντυμένοι ομοιόμορφα με μαύρα παντελόνια και άσπρα πουκάμισα, κάποιοι ξυπόλυτοι κάποιοι με παπούτσια, περπατούν, τρέχουν, πέφτουν κάτω σα να είναι νεκροί σε μια πόλη που φαίνεται να απειλείται διαρκώς με βομβαρδισμό ή εισβολή κάποιου αόρατου εχθρού. Ο σκηνοθέτης θέλει να δώσει όλη την παράνοια του ψυχρού πολέμου και για να το κάνει έπρεπε πρώτα να φύγει από τη χώρα του. Ήταν η πρώτη ταινία που γύρισε μόλις έφτασε στη Γερμανία.

Στο “Μια μέρα στη ζωή του Ράικο Μάκσιμ” ο Zlatko Lavanic παρακολουθεί όπως το λέει ο τίτλος μια μέρα στη ζωή του τελευταίου χηνοβοσκού στη Βοϊβοντίνα. Ο σκηνοθέτης, που πέθανε στο Σαράγεβο το 1996 τον καιρό που έληγε η πολιορκία της πόλης από τους Σέρβους, δίνει μια σειρά από πανέμορφες εικόνες χωρίς περιττά στολίδια ή ρομαντισμούς. Ο Ράικο Μάκσιμ είναι ένας απλός χηνοβοσκός που αφού περπατήσει τις (εκατοντάδες) χήνες των συγχωριανών του στο ποτάμι και τις φέρει πίσω κλείνει τη μέρα του πίνοντας μια μπύρα καθισμένος σε ένα κουτί έξω από ένα μπακάλικο. Έτσι απλά.

Εκεί όμως που λες τι τυχερός που είμαι και βρέθηκα εδώ ήταν στις δύο τελευταίες ταινίες, “Μου λείπει η Σόνια Χένι” και “Πώς γυρίστηκε το «Μου λείπει η Σόνια Χένι»” του Karpo Godina. Η ιστορία είναι ως εξής. Ο Γκοντίνα βρίσκεται το 1972 στο φεστιβάλ κινηματογράφου του Βελιγραδίου και έχει μια ιδέα. Καλεί διάσημους σκηνοθέτες που συμμετέχουν στο φεστιβάλ να γυρίσουν ένα τρίλεπτο φιλμάκι με κοινούς κανόνες. Το φιλμάκι θα γυριστεί στο ίδιο δωμάτιο, με τους ίδιους δύο ηθοποιούς, η κάμερα θα μείνει σταθερή και δε θα ζουμάρει, και σε κάποια φάση ένας από τους ηθοποιούς θα πρέπει να πει “μου λείπει η Σόνια Χέινι” (γερμανίδα αθλήτρια του καλλιτεχνικού πατινάζ επί Χίτλερ). Δέχονται οι Ντούσαν Μακαβέγεφ, Μίλος Φόρμαν, Τόντο Μπρας και άλλοι. Ο Γκοντίνα στη συνέχεια μοντάρει τις διαφορετικές ταινιούλες σε ένα ξεκαρδιστικό 15λεπτο και γυρίζει και το “Πώς γυρίστηκε…” Απλά τέλειο.

Η φρεσκάδα αυτών των σκηνοθετών 35-40 χρόνια πίσω είναι απίστευτη. Οι ταινίες προβλήθηκαν στο πλαίσιο του ειδικού αφιερώματος στις κινηματογραφικές λέσχες της Γιουγκοσλαβίας, με τίτλο Ex Yu. Μόνο και μόνο επειδή μπορούν και προβάλλουν τέτοια διαμάντια, είναι τεράστια ιστορία τα φεστιβάλ.

Με αυτές τις προβολές αφήσαμε την πόλη των πόλεων όπου σήμερα τελειώνει το 50ο φεστιβάλ. Του χρόνου και πάλι εκεί για ακόμα καλύτερες ταινίες (και ακόμα πιο ξεκαρδιστικά φέσια).

Μικρά παιδιά, μεγάλες αλήθειες

Ρεπορτάζ στο ραδιόφωνο Παρασκευή απόγευμα. Το θέμα είναι η ανακύκλωση και η εκδήλωση του Σκάι στην πλατεία Συντάγματος, εδώ στη μικρή μας πόλη, όπου παιδάκια μαθαίνουν να ξεχωρίζουν τα υλικά και να τα βάζουν στους σωστούς κάδους. “Τι κάνεις εδώ;” ρωτάει ο ρεπόρτερ το παιδάκι. “Ανακυκλώνω” απαντά αυτό. “Και πώς ανακυκλώνεις;” συνεχίζει ο δαιμόνιος ρεπόρτερ. “Παίρνω το κουτάκι …” κλπ κλπ. Το παιδάκι περιγράφει τι ακριβώς κάνει και ο ρεπόρτερ δεν έχει τι άλλο να ρωτήσει, οπότε αφήνει τα δύσκολα περί οικολογίας και πάει σε αυτά που ξέρει καλά, τις χαριτωμενιές. “Και τι ομάδα είσαι; Ολυμπιακός;” λέει όλος γλύκα στον πιτσιρικά. Για να πάρει την απάντηση που του αξίζει: “Όχι, ΠΑΟΚ”. Ακούστηκε σαν εκτός έδρας γκολ.

Αναρτήθηκε στις μπαλίτσα. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Την Κυριακή, μηχανοκίνητη πορεία στις φυλακές ανηλίκων

Την Κυριακή 22 Νοεμβρίου, η Πρωτοβουλία για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων θα πραγματοποιήσει μηχανοκίνητη πορεία στις φυλακές ανηλίκων του Αυλώνα με κεντρικό σύνθημα “Κανένα παιδί σε κελί, Να καταργηθούν οι φυλακές ανηλίκων”. Αναχώρηση με αυτοκίνητα, μηχανές και πούλμαν από το Πεδίο του Άρεως (αγαλμα Αθηνάς), στη 1μμ.

Η πρωτοβουλία ζητά την κατάργηση των φυλακών ανηλίκων και τη δημιουργία εναλλακτικών θεσμών ισότιμης και δημιουργικής ένταξης των παιδιών και των εφήβων στο κοινωνικό σύνολο. Την είδηση και την αφίσα έστειλε μια φίλη. Ας είναι η συμμετοχή όσο πιο μαζική γίνεται. Για κρατήσεις θέσεων με το πούλμαν τηλ. 210-3635667.

Αναρτήθηκε στις κινητοποιήσεις, κοινωνία. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Δευτέρα στο Φεστιβάλ: η Hλιόπολη κλέβει την παράσταση

Η “Ανεξαρτησία” του φιλιππινέζου σκηνοθέτη Ράγια Μαρτίν (αριστερά) ήταν κάτι ανάμεσα σε Γκόλφω και Ταρζάν που παράλληλα ήθελε να πείσει ότι είναι και “ψαγμένη”. Αρχές του 20ου αιώνα, και μια μητέρα και ο γιος της εγκαταλείπουν το χωριό τους, λίγο πριν μπουν οι αμερικανοί στρατιώτες, και καταφεύγουν στη ζούγκλα. Εκεί, ο γιος θα βρει μια νεαρή, θα κάνουν ένα παιδί και θα προσπαθήσουν να το μεγαλώσουν μακριά από τον πολιτισμό. Η ταινία, ασπρόμαυρη στο μεγαλύτερο μέρος της, είναι γυρισμένη εξ ολοκλήρου σε στούντιο καθώς ο σκηνοθέτης ήθελε να δείχνει σα να γυρίστηκε την εποχή στην οποία αναφέρεται. Ο ίδιος εξήγησε πως το κινηματογραφικό αρχείο της χώρας του έχει καταστραφεί με αποτέλεσμα οι νέοι σκηνοθέτες να μην έχουν δει παλαιότερη ταινία και να έχουν ακούσει μόνο γι αυτές. Ευγενείς οι προθέσεις αλλά δεν μπόρεσαν να καλύψουν τους σαχλούς συμβολισμούς και τις σχεδόν αστείες ατάκες των διαλόγων. Το τέλος βρήκε μεγάλο μέρος του κοινού να βγάζει βαθύ στεναγμό ανακούφισης.

Η “Ηλιόπολη” που ακολούθησε ήταν ένα κανονικό αριστούργημα. Η πρώτη ταινία του αιγύπτιου σκηνοθέτη Άχμαντ Αμπντάλα (φωτό κάτω αριστερά) μιλά για την πάλαι ποτέ αριστοκρατική γειτονιά του Καΐρου που σήμερα έχει ξεπέσει. Φταίει που έχασε τον διεθνή πολυπολιτισμικό πληθυσμό της επί Νάσερ, φταίει το αυταρχικό καθεστώς που δε σε αφήνει να αναπνεύσεις, φταίει και ο συντηρητισμός της κοινωνίας.

Στην ταινία παρακολουθούμε τις διαδρομές οχτώ ανθρώπων που κινούνται στην Ηλιόπολη: ένας φοιτητής (τον υποδύεται ο Χαλέντ Αμπόλ Νάγκα) που παίρνει πλάνα με την κάμερά του και μιλά με τους ντόπιους, ένας αστυνομικός που φρουρεί ένα κτίριο, ένα ζευγάρι μεσοαστών που πάει για ψώνια, ένας έμπορος ναρκωτικών, δύο απελευθερωμένες κοπέλες-εργαζόμενες που θέλουν να ξεφύγουν από τη μιζέρια και ενας γιατρός που θέλει να ταξιδέψει. Στην ταινία δε συμβαίνουν και πολλά πράγματα. Για την ακρίβεια δε συμβαίνει σχεδόν τίποτα. Οι άνθρωποι κινούνται μάταια, και ακόμα και όταν οι διαδρομές τους διασταυρώνονται οι ιστορίες τους ελάχιστα συναντιώνται. Η μαγεία της ταινίας είναι, όπως εξήγησε και ο σκηνοθέτης της, ότι ακριβώς δε συμβαίνουν και πολλά πράγματα. Κι αυτό γιατί δεν μπορούν να συμβούν και πολλά σε ένα τέτοιο ασφυκτικό περιβάλλον που μοιάζει με τέλμα. Ο Αμπντάλα έκανε μια θαρραλέα ταινία την οποία μάλιστα “αμέλησε” να περάει από το δεύτερο στάδιο της λογοκρισίας στη χώρα του. Πιστεύει πως αν πάει καλά στα διεθνή φεστιβάλ τότε δε θα τον ενοχλήσει το καθεστώς. Την ίδια γνώμη έχει και ο πρωταγωνιστής του και βασικός χρηματοδότης της ταινίας Χαλέντ Αμπόλ Νάγκα. Και οι δυο τους ήταν χαμογελαστοί, σεμνοί και μίλησαν για τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν στο γύρισμα.

Η μέρα τελείωσε με μια ελληνική ταινία που είχε ένα μεγάλο ατού, τον πρωταγωνιστή της, Ρένο Χαραλαμπίδη, και ένα μεγάλο σφάλμα, ότι πέραν του Χαραλαμπίδη δεν είχε τίποτε αλλο. Το “Άμα δε σε θέλει” του Βασίλη Νεμέα (δεξιά) έχει ένα σενάριο της (τηλεοπτικής) πλάκας, αστειάκια προσχολικής ηλικίας και διαλόγους και ερμηνείες που εκνεύριζαν. Ένας μουσικός (απογοητευτικός ο Κλέων Γρηγοριάδης) χάνει την ίδια βραδυά τη δουλειά του, το αυτοκίνητό του και τη γυναίκα του. Σα να μην έφταναν όλα αυτά του κολλάει ένας ημίτρελος “ταξιτζής” (Ρένος Χαραλαμπίδης) που τον ακολουθεί όλο το βράδυ προσπαθώντας να τον βοηθήσει. Στην εισαγωγή του ο Νεμέας είπε ότι μετά από 21 χρόνια τηλεόρασης θέλησε να κάνει και μια κινηματογραφική ταινία. Εκείνη ακριβώς ήταν η ώρα που έπρεπε να φύγουμε. Δεν το κάναμε κι έτσι φάγαμε στη μάπα μια ταινία που θα βλεπόταν μόνο στην τηλεόραση, κάποια βαρετή Κυριακή μεσημέρι, χωνεύοντας το κατσικάκι.