«Είναι ήδη νεκρός»: Ένας νουάρ μεζές

Βασισμένο σε πραγματική ιστορία, όπως τη διηγήθηκε στο συγγραφέα ένας φυλακισμένος γι αυτή, το νέο νουάρ του Τάσου Θεοφίλου αφήνει τον αναγνώστη μάλλον παραπονεμένο που οι σελίδες ήταν μόνο 64

Τον Τάσο Θεοφίλου, ως συγγραφέα, τον «συνάντησα» για πρώτη φορά στον μαγικό κόσμο των μπλογκ. Η σελίδα του «Παρανουαρικό!», που ανανεωνόταν μέχρι το 2012, είχε μικρά σε έκταση αλλά πολύ ενδιαφέροντα κείμενα. Σε αντίθεση με τις πληκτικές αυτοαναφορικές ξεπέτες πολλών μπλόγκερ, τα νουάρ κείμενα του «Τάσσιου Θήτα», όπως υπέγραφε τότε ο Θεοφίλου, «φώναζαν» ότι ήταν γραμμένα με μεράκι, κόπο και μετά από πολύ διάβασμα των μαστόρων του είδους.

Και μετά ήρθε ο Αύγουστος του 2012 για να γίνει το όνομα του Θεοφίλου ευρύτερα γνωστό για εντελώς λάθος λόγους. Η αστυνομία τον συνέλαβε με βάση κατασκευασμένες κατηγορίες και ανύπαρκτα αποδεικτικά στοιχεία, τα μέσα ενημέρωσης τον καταδίκασαν πολύ πριν γίνει δίκη, και το πρώτο δικαστήριο του επέβαλε κάθειρξη 25 ετών για φόνο που δεν έκανε, σε τόπο που δεν ήταν, με ανθρώπους που δεν συνάντησε. Το δικαστήριο φάνηκε να σφυρίζει αδιάφορα για την ολοφάνερη έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων και να τιμωρεί το μόνο πράγμα που ο κατηγορούμενος Θεοφίλου δεν έκρυψε ποτέ. Την πολιτική ιδεολογία του. Στις πολλές και συνεχώς πιο μαζικές κινήσεις για την ανατροπή της καταδίκης «συνάντησα» για δεύτερη φορά τον Τάσο Θεοφίλου, όχι πια ως συγγραφέα αλλά ως αναρχικό που διώκεται για τις ιδέες του.

Φέτος, μετά την οριστική και αμετάκλητη αθώωση, τον Αύγουστο του 2017 από το Εφετείο (παρά την εισήγηση του εισαγγελέα που ζητούσε και πάλι καταδίκη χωρίς αποδείξεις), ο Τάσος Θεοφίλου, παρουσίασε το νέο του βιβλίο. Έχει τίτλο «Είναι ήδη νεκρός» και κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2018 από τις εκδόσεις Red n’ Noir. Δεν είναι το πρώτο του βιβλίο. Ο συγγραφέας, που παράλληλα είναι εξαιρετικά δραστήριος σε κοινωνικά κινήματα και συλλογικότητες, φαίνεται να προσπαθεί όλον αυτόν τον καιρό να πάρει πίσω τον χρόνο που του έκλεψε το κράτος με τα πέντε χρόνια άδικης φυλάκισης.

Χρησιμοποιεί μάλιστα αυτήν την εμπειρία για να πει με ακόμα πιο ζωντανό τρόπο την ιστορία που τον ενδιαφέρει. Μια ιστορία ανθρώπων της πόλης, μοναχικών, ασήμαντων πιονιών σε ένα παιχνίδι ανελέητο χωρίς κανόνες. Σε έναν κόσμο που δε μοιάζει να ενδιαφέρεται για τίποτε άλλο πέρα από την επιβίωση και την περιχαράκωση ενός μικρού, ζωτικού χώρου άσκησης εξουσίας απέναντι σε άλλους εξίσου μικρούς και ασήμαντους. Τα πρόσωπα του βιβλίου, με ή χωρίς στολή, θύτες και θύματα, ζουν και ανακυκλώνουν τη βία ως φυσιολογική κατάσταση. Με κώδικες τιμής και πρακτικές ατιμίας.

Το «Είναι ήδη νεκρός», που παρουσιάζεται φέτος σε εκδηλώσεις, όποτε και όπου μπορεί ο συγγραφέας και οι φίλοι του, είναι μια ωραία προσπάθεια και, ελπίζω, μια ωραία (νέα) αρχή. Γιατί όσο και αν ευχαριστιέται κανείς τον ρυθμό, τη μαυρίλα και το στακάτο ύφος της αφήγησης, ανάμεσα από πειστικά «δελτία συμβάντων» της αστυνομίας και «ειδήσεις» του Τύπου, το παράπονο που μένει είναι ότι οι σελίδες είναι μικρές και λίγες, λιγότερες από τις επίσημες 64 της έκδοσης. Κλείνεις το βιβλίο και νιώθεις ότι έχεις πάρει έναν νοστιμότατο μεζέ – αλλά μεζέ. Και περιμένεις το κυρίως πιάτο που, δεν μπορεί, θα είναι το ίδιο νόστιμο ίσως και πιο πολύ. Αλλά πού είναι; Ελπίζω ο «μάγειρας» να έχει πιάσει ήδη δουλειά.

ΥΓ. Πρέπει να υπάρχει ένα θεματάκι με τη διανομή. Αρχές Φεβρουαρίου έψαξα πολύ μέχρι να βρω το «Είναι ήδη νεκρός». Πολλά μεγάλα βιβλιοπωλεία στο κέντρο της Αθήνας δεν το είχαν, τα μικρότερα των Εξαρχείων το αγνοούσαν. Κατάφερα να βρω πέντε αντίτυπα στην Πολιτεία. Πήρα ένα για μένα και τρία για δώρο. Ελπίζω να εφοδιάστηκαν με αντίτυπα και αυτοί και οι άλλοι. Το βιβλίο κοστίζει 5,30 ευρώ.

Advertisements

Ο Γιάννης Μόραλης στο μουσείο Μπενάκη, στην Πειραιώς

«Κορίτσι που λύνει το σανδάλι του», έργο του Μόραλη από το 1973

Ήταν οι δύο τελευταίες ώρες της τελευταίας ημέρας (10 Φεβρουαρίου) και ο κόσμος που περίμενε να μπει στο κτίριο του μουσείου Μπενάκη στην οδό Πειραιώς σχημάτιζε ήδη μια ουρά πολλών μέτρων. Ήταν Κυριακή αλλά, όπως διαβεβαίωναν οι υπάλληλοι στην είσοδο, ουρές σχηματίζονταν σχεδόν κάθε μέρα από τις 19 Σεπτεμβρίου 2018 που η έκθεση υποδέχτηκε τους πρώτους επισκέπτες της. Εκείνη την τελευταία ημέρα οι αίθουσες ήταν πολύ γεμάτες. Τόσο, που δυσκολευόταν κανείς να δει τα εκθέματα. Χώρια που, ακόμα και όταν άδειαζε λίγο ο χώρος μπροστά από έναν πίνακα, έρχονταν σφήνα κάτι γρήγοροι με κινητά για να τραβήξουν φωτογραφία.

Η έκθεση περιλάμβανε πίνακες ζωγραφικής, γλυπτά, χαρακτικά, εξώφυλλα δίσκων, σχέδια, περιοδικά, βιβλία και κοστούμια από θεατρικές παραστάσεις. Μέσα στις 2-3 ώρες που θα μπορούσε κανείς να περάσει, χωρίς να το καλοκαταλάβει, μέσα στην έκθεση, έπαιρνε μια γεύση από όλες τις περιόδους του Μόραλη και διάβαζε κατατοπιστικές αναφορές στις επιρροές του και τον κοινωνικό περίγυρο του καλλιτέχνη. Ήταν με λίγα λόγια μια πολύ καλή, σχεδόν απολαυστική έκθεση, ειδικά για όσους δεν είχαμε ιδιαίτερη εξοικείωση με το έργο του Μόραλη. 

Το εισιτήριο ήταν στα 8 ευρώ το ολόκληρο, στα 4 ευρώ το μειωμένο και, πέρα από τον συνωστισμό μέσα στις αίθουσες, αρκετός κόσμος φάνηκε να δυσκολεύτηκε και στο πάρκινγκ. Γύρω από το μουσείο Μπενάκη υπήρχαν αυτοκίνητα παρκαρισμένα σε κάθε πιθανό και απίθανο σημείο, πολλές φορές με τρόπο πραγματικά «καλλιτεχνικό».

Τέλος, λίγα για την Πειραιώς. Έναν δρόμο που μοπιάζει να διατρέχει όλη την ιστορία του λεκανοπεδίου. Από την εποχή των μικρών σκόρπιων οικισμών, την απαρχή της εκβιομηχάνισης, τη σύνδεση της νεαρής πρωτεύουσας με το επίσης νεαρό λιμάνι, την δυναμική είσοδο του φωταερίου και του ηλεκτρικού, την προσέλκυση δυναμικών, πρωτοπόρων βιοτεχνιών και βιομηχανιών, το εργατικό κίνημα και τα σωματεία, μέχρι την παρακμή, την αποβιομηχάνιση, και την «αξιοποίηση» παλιών βιομηχανικών και βιοτεχνικών κτιρίων για να στεγάσουν μουσική και τραγουδιστές που ψάχνουν τρόπο να βγάλουν δεύτερη σεζόν. Η Πειραιώς σήμερα έχει απ’ όλα. Λίγες βιομηχανίες, μάντρες και βενζινάδικα, κάποια «στούντιο», μια σχολή που βγάζει δημοσίους υπαλλήλους με φιλοδοξίες, νυχτερινά κέντρα, έχει όμως και μουσεία, ακόμα και τη Σχολή Καλών Τεχνών. Για λίγους μήνες, στα τέλη του 2018 και τις αρχές του 2019, η Πειραιώς είχε και Μόραλη. 

Dick Dale surfing in the skies (1937-2019)

Ο κιθαρίστας που πάντρεψε τη μουσική της ανατολικής Μεσογείου με τη ροκ εν ρολ, ο βασιλιάς της σερφ κιθάρας ανέβηκε, στις 16 Μαρτίου, στο μεγάλο κύμα. Θυμόμαστε τον Richard Anthony Monsour πιο γνωστό ως Dick Dale.

«Shirkers»: Μια περίεργη, κάπως εξωτική και λίγο χίπστερ ιστορία ενηλικίωσης

Ήταν «η καλύτερη ταινία του Σιγκαπουριανού σινεμά που δεν έγινε ποτέ»; Δεν θα το μάθουμε ποτέ, δε μας νοιάζει κιόλας. Το ντοκιμαντέρ πάντως είναι ενδιαφέρον.

Στο ντοκιμαντέρ «Shirkers» που προβάλεται από το Netflix, η κριτικός κινηματογράφου, συγγραφέας και σκηνοθέτης, Σάντι Ταν από την Σιγκαπούρη, αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο μια ιστορία από τότε που ήταν 20 χρονών. Τότε, το 1992 δηλαδή, που μαζί με δυο συνομήλικες φίλες της κι έναν μεγαλύτερης ηλικίας Ευρωπαίο προσπάθησαν να γυρίσουν μια ταινία. Και μάλιστα όχι απλώς μια ταινία, αλλά την καλύτερη ταινία που θα μπορούσε να γυριστεί ποτέ.

Τα τρία κορίτσια, κυρίως η Σάντι Ταν, θαύμαζαν τον Τζορτζ Καρντόνα. Δεν ήξεραν τίποτε γι αυτόν, βέβαια. Μόνο ότι ήταν ο δάσκαλός τους στα μαθήματα κινηματογράφου που παρακολουθούσαν και ότι τους έδειχνε κλασικές ταινίες του ευρωπαϊκού και αμερικανικού σινεμά που, λόγω λογοκρισίας, δεν μπορούσαν να δουν πουθενά στη χώρα τους. Με την καθοδήγηση του Τζορτζ γύρισαν χιλιόμετρα φιλμ, με πρωταγωνίστρια την Σάντι Ταν και την υποστήριξη και των τριών, με προσωπική εργασία και χρήματα από τις οικονομίες τους. Λίγο πριν ξεκινήσουν όμως το μοντάζ, ο Τζορτζ εξαφανίστηκε παίρνοντας μαζί του και όλα τα καρούλια με τα αμοντάριστα πλάνα της ταινίας.

Ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, η Σάντι Ταν ψάχνει να βρει τι έγινε. Συναντιέται ξανά με τις φίλες της που έχουν ακολουθήσει το δρόμο τους, στον χώρο του σινεμά και της τέχνης, και αναζητούν την ταινία που γύρισαν αλλά δεν έφτιαξαν. Στα 96 λεπτά της ταινίας, και με αφορμή αυτή την ιστορία, περνούν μπροστά απ΄την κάμερα, ψιλοαδιάφορα πλάνα μιας Σιγκαπούρης που δεν υπάρχει πια, με σιδηρόδρομο και χωράφια, χαριτωμένα αποσπάσματα από την ταινία τους (το πώς και το γιατί ας μείνει για όσους τη δουν) αλλά και μια ωραία ιστορία νεανικής φιλίας και ενηλικίωσης, περίεργα γυρισμένη που σου κρατάει το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος. Παρά την υπερβολή της διαφήμισης («η καλύτερη ταινία του κινηματογράφου της Σιγκαπούρης που δεν έγινε ποτέ»), παρά την αυτοαναφορικότητα και παρά το ότι φλερτάρει έντονα με την χιπστεριά, το προσωπικό ντοκιμαντέρ «Shirkers» είναι μια όμορφη ταινία που σου μένει, κυρίως γι αυτήν την αρκετά ειλικρινή ματιά του σημερινού μεσήλικα που κοιτάζει πίσω στα νιάτα του και προσπαθεί να καταλάβει τι έγινε, πώς ήταν, και πώς έφτασε ως εδώ.

«Inside the Mossad»: Εντυπωσιακές ιστορίες με πολλές αναγνώσεις

Προσωπικές αφηγήσεις, σύγχρονη ιστορία, κατασκοπεία και μια καλή δόση εντυπωσιασμού κυριαρχούν στα τέσσερα επεισόδια του απολαυστικού ντοκιμαντέρ στο Netflix

«Μετανιώσατε ποτέ για κάτι που κάνατε;» ρωτάει κάποια στιγμή ο δημοσιογράφος από το σκοτάδι τον εύθραυστο παπούλη (όχι αυτόν στη φωτό) με τα έξυπνα μάτια που βρίσκεται φωτισμένος μπροστά στην κάμερα. Κι αυτός σκάει ένα μικρό χαμόγελο, κοιτάζει ευθεία στην κάμερα και απαντά με άνεση: «Δεν έχω μετανιώσει ποτέ για τίποτα». Ο εύθραυστος παπούλης είναι ο Ράφι Εϊτάν, μέχρι πριν από λίγα χρόνια πρόεδρος του ισραηλινού κόμματος των συνταξιούχων. Και στην κάμερα μιλάει για τη δουλειά που έκανε πριν βγει στη σύνταξη, ως επικεφαλής του τμήματος επιχειρήσεων της ισραηλινής υπηρεσίας πληροφοριών, γνωστής με το όνομα Μοσάντ.

Αρχηγός της ομάδας που εντόπισε και απήγαγε τον Άντολφ Άιχμαν στην Αργεντινή και τον έστειλε «πακέτο» στο Ισραήλ για να δικαστεί, επικεφαλής της επιχείρησης που εξουδετέρωσε το πυραυλικό πρόγραμμα της Αιγύπτου, «εξαφανίζοντας» τους στην πλειοψηφία Γερμανούς τεχνικούς που δούλευαν για αυτό, και (φερόμενος) πρωταγωνιστής της εξαφάνισης ικανής ποσότητας εμπλουτισμένου ουρανίου από αμερικανικά εργαστήρια τα οποία είχε νωρίτερα επισκεφτεί εμφανιζόμενος ως χημικός, ο Ράφι Εϊτάν ήταν ή φέρεται ότι ήταν παρών επί περίπου μισό αιώνα σε όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις των μυστικών υπηρεσιών της πατρίδας του. Ίσως και σε αυτές που επισήμως δεν έγιναν ποτέ. Διότι αυτό που καταλαβαίνεις απ την αρχή του ντοκιμαντέρ «Inside the Mossad» του Netflix είναι ότι ορισμένα από όσα ακούς να διηγούνται κάτι θείες ή παπούδες σαν τον Εϊτάν δεν είναι καν βέβαιο ότι τα έκανε η Μοσάντ. Όπως αφοπλιστικά παραδέχεται στην κάμερα ο πρώην υποδιοικητής της, Ραμ Μπεν Μπαράκ, αυτή η αμφισημία, αυτές ακριβώς οι μισές λέξεις και τα υπονοούμενα για το τι ακριβώς έκαναν ή δεν έκαναν οι ισραηλινοί πράκτορες σε δεκάδες κράτη, συμμαχικά και μη, είναι που χτίζουν τον μύθο της Μοσάντ ως μια υπηρεσία που φτάνει παντού και κάνει τα πάντα, εντός και, ίσως, εκτός των ορίων της νομιμότητας.

Στα τέσσερα επεισόδια του ντοκιμαντέρ, διάρκειας περίπου μιας ώρας το καθένα, περνούν μπροστά απ την κάμερα, αρκετά ηγετικά στελέχη, πολλοί πρώην πράκτορες, άντρες και γυναίκες, με τις ιστορίες τους, τις κόντρες και τους προβληματισμούς τους. Αυτό που κανείς τους δεν φαίνεται να έχει, είναι οποιαδήποτε αμφιβολία ότι καλώς έκανε όσα έκανε. Μια δυο στιγμές μόνο φαίνεται να περνά μια μικρή θλίψη για ανθρώπους που «κάηκαν» σε κάποια επιχείρηση και πάλι όμως ακολουθούν φράσεις όπως, «όλοι ήξεραν τι έκαναν, δε γινόταν διαφορετικά». Οι συνεντεύξεις διανθίζονται με πλάνα αρχείου από τις αντίστοιχες ιστορικές στιγμές και τις ειδήσεις της εποχής ή ακόμα και με πλάνα και φωτογραφίες που τράβηξαν οι ίδιοι οι πρώην πράκτορες όταν, υποδυόμενοι κάποιον ρόλο για τις ανάγκες της επιχείρησης, περνούσαν μεγάλα χρονικά διαστήματα σε αραβικές ή ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Το ντοκιμαντέρ διατρέχει άλλωστε όλη τη σύγχρονη ιστορία της Μέσης Ανατολής.

Οι παραγωγοί δεν χαρίζονται στους πρώην πράκτορες και κάποιες ερωτήσεις είναι δύσκολες. Όχι ότι παίρνουν απαντήσεις σε όλες. Κάποιες φορές ένας μέχρι τότε χαμογελαστός συνταξιούχος σοβαρεύει απότομα και πετάει κοφτά ένα «δεν απαντώ σε αυτήν την ερώτηση». Κάποιοι άλλοι δεν κρύβουν τον εκνευρισμό τους και τους ξεφεύγουν ατάκες του στυλ «δεν καταλαβαίνεις για τι πράγμα μιλάς». Σε κάθε περίπτωση πάντως το ντοκιμαντέρ είναι χορταστικό και εντυπωσιακό. Σε όποιον αρέσουν οι καλές ιστορίες κατασκοπίας, η ιστορία, και οι προσωπικές αφηγήσεις όχι και τόσο διάσημων πρωταγωνιστών, τα τέσσερα απολαυστικά επεισόδια θα φανούν ίσως και λίγα. Στο τέλος πάντως, ακόμα και στους πιο καλόπιστους θα μείνει η απορία: ήταν τελικά ντοκιμαντέρ ή ακόμα μια καλοσχεδιασμένη επιχείρηση;

Στο γήπεδο με τον (μαυροκόκκινο) δικέφαλο

Ποδοσφαιρική Κυριακή με τα όλα της στο γήπεδο των Σουρμένων – παρά το 0-0

Φέτος είναι η χρονιά του δικεφάλου. Η ομάδα είναι δεμένη και παίζει ωραία μπάλα, έχει πολλά νεαρά παιδιά με ταλέντο, που βρίσκονται εύκολα μεταξύ τους στο γήπεδο και βάζουν (και τρώνε) πολλά γκολ, έχει φιλάθλους θερμούς, αφοσιωμένους, που ενισχύουν την ομάδα σε όλη τη διάρκεια του αγώνα με τραγούδια και συνθήματα κατά των ναζί, του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, των τραπεζών και της αστυνομίας. Τα εντός έδρας ματς είναι κανονική γιορτή, ακόμα κι όταν, όπως σήμερα το πρωί, λήγουν χωρίς γκολ. Ο δικέφαλος αυτός, φοράει μαυροκόκκινα, έχει έδρα στο Ελληνικό, δεν ασχολείται κανείς με τον πρόεδρο ούτε με παράγοντες, δεν υπάρχει γκρίνια και γενικά χαίρεσαι να πηγαίνεις στο γήπεδο. Είναι η ομάδα Σούρμενα που αγωνίζεται στην πρώτη κατηγορία του ερασιτεχνικού πρωταθλήματος της Αθήνας.

Σήμερα υποδέχτηκε την Ηλιούπολη. Στην 7η θέση ο δικέφαλος, στην 3η οι φιλοξενούμενοι, ντέρμπι κανονικό. Παρά τις 3-4 κλασικές ευκαιρίες, τα 6 κόρνερ και τη γενικά πολύ καλή εμφάνιση, το τελικό σκορ ήταν μόνο 0-0. Στις κερκίδες οι φίλαθλοι έμειναν ευχαριστημένοι. Οι καμμια 30ρια νεαροί με τα αντιφά μπλουζάκια, τα δεκάδες καπνογόνα (μέτρησα 25), τα τύμπανα και τα συνθήματα και δίπλα τους καμμια 70ρια, πιο ήσυχοι, κάτοικοι της περιοχής με τα παιδιά τους, πολλά απ τα οποία παίζουν στα μικρότερα τμήματα του συλλόγου. Πας στο γήπεδο με θέα τη θάλασσα, βλέπεις μπαλίτσα, κάποιες φορές πολύ καλύτερη από τη μιζέρια της λεγόμενης Σούπερλιγκ, χαζεύεις τους ωραίους οπαδούς, τι άλλο θέλεις. Κι όλα αυτά με 5 ευρώ εισιτήριο, ή ακόμα καλύτερα με συλλεκτικό για τα 90χρονα του σωματείου εισιτήριο διαρκείας. Κι όπως τραγουδάνε τα παιδιά «Σουρμενάρα ολέ, γαμιούνται οι ΠΑΕ, δε θα ξενερώσουμε ποτεεεέ».

«Έγκλημα στο Orient Express»: καμμία σχέση με το έγκλημα στο Οριάν Εξπρές

Η παράσταση που παρουσιάζεται φέτος στο θέατρο Κάτια Δανδουλάκη δεν θυμίζει σε πολλά το ομώνυμο έργο της Αγκάθα Κρίστι. Δεν θυμίζει ούτε την πολύ καλή μεταφορά του στον κινηματογράφο, το 1974 από τον Σίντνεϊ Λιούμετ και το 2017 από τον Κένεθ Μπράνα. Μπορεί και στην παράσταση να έχουμε έναν φόνο πάνω σε ένα διάσημο τραίνο, έναν ακόμα πιο διάσημο ντετέκτιβ που βρέθηκε να ταξιδεύει στο ίδιο τραίνο να προσπαθεί να λύσει το μυστήριο, και έναν σωρό χαρακτήρες που στη διάρκεια του έργου φαίνονται όλο και πιο ύποπτοι να έχουν κάνει τον φόνο, πρόκειται όμως για άλλο έργο.

Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό για μια παράσταση. Η διασκευή ενός έργου για τις ανάγκες του θεάτρου είναι λογικό να φέρνει αλλαγές. Κάποιοι χαρακτήρες κόπηκαν ή συγχωνεύτηκαν σε έναν, δευτερεύουσες ιστορίες παραλείφθηκαν, σκηνές άλλαξαν, διαγράφηκαν ή προστέθηκαν. Όλα αυτά γίνονται και καμμια φορά το αποτέλεσμα είναι εξίσου ενδιαφέρον με το πρωτότυπο. Αυτό όμως δεν συνέβη εδώ. Στην παράσταση, σε σκηνοθεσία Αντώνη Καλογρίδη, που είδα στα τέλη Ιανουαρίου, μόνο ο τίτλος (με το όνομα του τραίνου «Orient Express» αντί του γνωστού από παλιά και αγαπημένου από το βιβλίο «Οριάν Εξπρές») και η βασική πλοκή θυμίζουν ότι πρόκειται για το έργο της Αγκάθα Κρίστι. Το δε τελικό αποτέλεσμα παραπέμπει περισσότερο σε μια συνηθισμένη παραγωγή τηλεοπτικού στούντιο.

Ο κύριος Ράτσετ του Αντώνη Καφετζόπουλου κάπως καταφέρνει να διασωθεί παρά τα κραυγαλέα στερεότυπα της ερμηνείας όπως ίσως και ο κύριος Μπουκ του Τάσου Χαλκιά. Από εκεί κι έπειτα, από τους κύριους ρόλους μέχρι τους δεύτερους, δεν υπάρχει ενδιαφέρον. Ο Πουαρό του Δάνη Κατρανίδη, είναι ένας συχνά ακατάληπτος παπατρέχας που τρώει λέξεις και μοιάζει στην όψη και την κίνηση περισσότερο με τον κωμικό Σαρλό του Τσάρλι Τσάπλιν παρά με τον εκκεντρικό Βέλγο ντετέκτιβ. Η κυρία Χάμπαρντ της Κάτιας Δανδουλάκη φέρνει περισσότερο σε άψυχη μορφή με παγωμένες ατάκες παρά στην αινιγματική ντίβα του πρωτότυπου. Η Ταμίλα Κουλίεβα εξαντλεί την παρουσία της στην ιδιαίτερη προφορά και τα ανάλαφρα αστειάκια και η Όλγα Πολίτου κάνει ένα πομπώδες πέρασμα.

Κατά τ άλλα, παρακολουθεί κανείς μια στρογγυλή σκηνή να περιστρέφεται ανά εικοσάλεπτο, μαυροντυμένους (για να μην φαίνονται) εργάτες παρασκηνίων να σέρνουν στο χέρι πλευρικές επιφάνειες, όποτε χρειαστεί, και ξαφνικούς εκκωφαντικούς κρότους να τρομάζουν τους πιο χαλαρούς θεατές, χωρίς προφανή λόγο, ανά μισάωρο. Στο τέλος έρχεται η λύτρωση, με το τυπικό χειροκρότημα των θεατών. Να πω ότι δεν τα κλάψαμε τα 25 ευρώ του εισιτηρίου, θα ήταν ψέμα.