Στο γήπεδο με τον (μαυροκόκκινο) δικέφαλο

Ποδοσφαιρική Κυριακή με τα όλα της στο γήπεδο των Σουρμένων – παρά το 0-0

Φέτος είναι η χρονιά του δικεφάλου. Η ομάδα είναι δεμένη και παίζει ωραία μπάλα, έχει πολλά νεαρά παιδιά με ταλέντο, που βρίσκονται εύκολα μεταξύ τους στο γήπεδο και βάζουν (και τρώνε) πολλά γκολ, έχει φιλάθλους θερμούς, αφοσιωμένους, που ενισχύουν την ομάδα σε όλη τη διάρκεια του αγώνα με τραγούδια και συνθήματα κατά των ναζί, του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, των τραπεζών και της αστυνομίας. Τα εντός έδρας ματς είναι κανονική γιορτή, ακόμα κι όταν, όπως σήμερα το πρωί, λήγουν χωρίς γκολ. Ο δικέφαλος αυτός, φοράει μαυροκόκκινα, έχει έδρα στο Ελληνικό, δεν ασχολείται κανείς με τον πρόεδρο ούτε με παράγοντες, δεν υπάρχει γκρίνια και γενικά χαίρεσαι να πηγαίνεις στο γήπεδο. Είναι η ομάδα Σούρμενα που αγωνίζεται στην πρώτη κατηγορία του ερασιτεχνικού πρωταθλήματος της Αθήνας.

Σήμερα υποδέχτηκε την Ηλιούπολη. Στην 7η θέση ο δικέφαλος, στην 3η οι φιλοξενούμενοι, ντέρμπι κανονικό. Παρά τις 3-4 κλασικές ευκαιρίες, τα 6 κόρνερ και τη γενικά πολύ καλή εμφάνιση, το τελικό σκορ ήταν μόνο 0-0. Στις κερκίδες οι φίλαθλοι έμειναν ευχαριστημένοι. Οι καμμια 30ρια νεαροί με τα αντιφά μπλουζάκια, τα δεκάδες καπνογόνα (μέτρησα 25), τα τύμπανα και τα συνθήματα και δίπλα τους καμμια 70ρια, πιο ήσυχοι, κάτοικοι της περιοχής με τα παιδιά τους, πολλά απ τα οποία παίζουν στα μικρότερα τμήματα του συλλόγου. Πας στο γήπεδο με θέα τη θάλασσα, βλέπεις μπαλίτσα, κάποιες φορές πολύ καλύτερη από τη μιζέρια της λεγόμενης Σούπερλιγκ, χαζεύεις τους ωραίους οπαδούς, τι άλλο θέλεις. Κι όλα αυτά με 5 ευρώ εισιτήριο, ή ακόμα καλύτερα με συλλεκτικό για τα 90χρονα του σωματείου εισιτήριο διαρκείας. Κι όπως τραγουδάνε τα παιδιά «Σουρμενάρα ολέ, γαμιούνται οι ΠΑΕ, δε θα ξενερώσουμε ποτεεεέ».

Advertisements

«Έγκλημα στο Orient Express»: καμμία σχέση με το έγκλημα στο Οριάν Εξπρές

Η παράσταση που παρουσιάζεται φέτος στο θέατρο Κάτια Δανδουλάκη δεν θυμίζει σε πολλά το ομώνυμο έργο της Αγκάθα Κρίστι. Δεν θυμίζει ούτε την πολύ καλή μεταφορά του στον κινηματογράφο, το 1974 από τον Σίντνεϊ Λιούμετ και το 2017 από τον Κένεθ Μπράνα. Μπορεί και στην παράσταση να έχουμε έναν φόνο πάνω σε ένα διάσημο τραίνο, έναν ακόμα πιο διάσημο ντετέκτιβ που βρέθηκε να ταξιδεύει στο ίδιο τραίνο να προσπαθεί να λύσει το μυστήριο, και έναν σωρό χαρακτήρες που στη διάρκεια του έργου φαίνονται όλο και πιο ύποπτοι να έχουν κάνει τον φόνο, πρόκειται όμως για άλλο έργο.

Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό για μια παράσταση. Η διασκευή ενός έργου για τις ανάγκες του θεάτρου είναι λογικό να φέρνει αλλαγές. Κάποιοι χαρακτήρες κόπηκαν ή συγχωνεύτηκαν σε έναν, δευτερεύουσες ιστορίες παραλείφθηκαν, σκηνές άλλαξαν, διαγράφηκαν ή προστέθηκαν. Όλα αυτά γίνονται και καμμια φορά το αποτέλεσμα είναι εξίσου ενδιαφέρον με το πρωτότυπο. Αυτό όμως δεν συνέβη εδώ. Στην παράσταση, σε σκηνοθεσία Αντώνη Καλογρίδη, που είδα στα τέλη Ιανουαρίου, μόνο ο τίτλος (με το όνομα του τραίνου «Orient Express» αντί του γνωστού από παλιά και αγαπημένου από το βιβλίο «Οριάν Εξπρές») και η βασική πλοκή θυμίζουν ότι πρόκειται για το έργο της Αγκάθα Κρίστι. Το δε τελικό αποτέλεσμα παραπέμπει περισσότερο σε μια συνηθισμένη παραγωγή τηλεοπτικού στούντιο.

Ο κύριος Ράτσετ του Αντώνη Καφετζόπουλου κάπως καταφέρνει να διασωθεί παρά τα κραυγαλέα στερεότυπα της ερμηνείας όπως ίσως και ο κύριος Μπουκ του Τάσου Χαλκιά. Από εκεί κι έπειτα, από τους κύριους ρόλους μέχρι τους δεύτερους, δεν υπάρχει ενδιαφέρον. Ο Πουαρό του Δάνη Κατρανίδη, είναι ένας συχνά ακατάληπτος παπατρέχας που τρώει λέξεις και μοιάζει στην όψη και την κίνηση περισσότερο με τον κωμικό Σαρλό του Τσάρλι Τσάπλιν παρά με τον εκκεντρικό Βέλγο ντετέκτιβ. Η κυρία Χάμπαρντ της Κάτιας Δανδουλάκη φέρνει περισσότερο σε άψυχη μορφή με παγωμένες ατάκες παρά στην αινιγματική ντίβα του πρωτότυπου. Η Ταμίλα Κουλίεβα εξαντλεί την παρουσία της στην ιδιαίτερη προφορά και τα ανάλαφρα αστειάκια και η Όλγα Πολίτου κάνει ένα πομπώδες πέρασμα.

Κατά τ άλλα, παρακολουθεί κανείς μια στρογγυλή σκηνή να περιστρέφεται ανά εικοσάλεπτο, μαυροντυμένους (για να μην φαίνονται) εργάτες παρασκηνίων να σέρνουν στο χέρι πλευρικές επιφάνειες, όποτε χρειαστεί, και ξαφνικούς εκκωφαντικούς κρότους να τρομάζουν τους πιο χαλαρούς θεατές, χωρίς προφανή λόγο, ανά μισάωρο. Στο τέλος έρχεται η λύτρωση, με το τυπικό χειροκρότημα των θεατών. Να πω ότι δεν τα κλάψαμε τα 25 ευρώ του εισιτηρίου, θα ήταν ψέμα.

Woman at war: Καθαρός, φρέσκος αέρας από την Ισλανδία

Η καλύτερη απόδειξη ότι οι μεγάλες ταινίες για τα σοβαρά θέματα δεν είναι καθόλου απαραίτητο να είναι βαρετές

Η ισλανδική ταινία «Woman at war» έχει βαρύ κυρίως θέμα και ακόμα πιο βαρειά δεύτερα θέματα, μια πρωταγωνίστρια που μάχεται ενάντια σε θηρία και αγέλαστο φόντο, την μακρινή, δύσκολη Ισλανδία. Αν είσαι όμως ταλαντούχος σκηνοθέτης κι έχεις στη διάθεσή σου μια σχετικά άγνωστη στον υπόλοιπο κόσμο αλλά πραγματικά μεγάλη ηθοποιό τότε φτιάχνεις μια ταινία σαν αυτή. Αστεία και κάποιες φορές δραματική χωρίς να γίνεται φτηνή, έξυπνη χωρίς να υποτιμά τον θεατή, στρατευμένη χωρίς να κουνάει δασκαλίστικα το δάχτυλο, και σε κάθε περίπτωση εξαιρετικά ευχάριστη και ανθρώπινη.

Ο Μπένεντικτ Έρλινγκσον αγαπάει τη χώρα του πολύ. Παρουσιάζει μια Ισλανδία κανονικό παράδεισο, με μεγαλόπρεπα απλωμένα, ήσυχα τοπία στην εξοχή και ηλιόλουστα, άνετα πλάνα στην πόλη. Στις περισσότερες σκηνές δεν κάνει καν κρύο, ο κόσμος φοράει ελαφρά ρούχα και το μόνο πρόβλημα φαίνεται να είναι οι ξαφνικές παγωμένες μπόρες. Οι μπόρες και η βιομηχανία αλουμινίου ενάντια στην οποία η Χάλα (Χαλντόρα Γκεϊρχαροσντότιρ) έχει κηρύξει πόλεμο κανονικό.

Στην κανονική της ζωή η Χάλα είναι μια δυναμική μόνη 50άρα, ιδιαίτερα δραστήρια στην κοινότητά της όπου διευθύνει την τοπική χορωδία. Στην άλλη της ζωή είναι μια μοναχική πολεμίστρια για το περιβάλλον που κάνει τακτικά σαμποτάζ στο εργοστάσιο αλουμινίου, κυρίως γκρεμίζοντας πυλώνες ρεύματος και προκαλώντας πολύωρα βραχυκλώματα στο δίκτυο τροφοδοσίας με ενέργεια του εργοστασίου. Η κυβέρνηση προσπαθεί να την εντοπίσει και να σταματήσει τα σαμποτάζ καθώς θέλει το εργοστάσιο να λειτουργεί χωρίς προβλήματα ώστε να μπορέσει να το πουλήσει σε ξένους επενδυτές.

Στις επιμέρους ιστορίες που κυλούν παράλληλα, η Χάλα περιμένει να υιοθετήσει παιδί, έχει μια δίδυμη αδελφή τρελαμένη με τη γιόγκα και τις φιλοσοφίες της Ανατολής κι έναν φίλο στη γραφειοκρατία που την ενημερώνει για τις κινήσεις της εξουσίας. Κι ένα τελευταίο: δεν πρέπει να υπάρχει στο σινεμά πιο αστείος τρόπος από αυτόν που διαλέγει ο σκηνοθέτης για να ντύσει μουσικά την ταινία του. Τα υπόλοιπα στην αίθουσα. Η ταινία δεν παίζεται, δεν χάνεται.

«Πώς πεθαίνουν οι δημοκρατίες»: εύκολα, στα χέρια μισαλλόδοξων δημοκρατικά εκλεγμένων δημαγωγών

Πόλωση, αδιαλλαξία, απαξίωση του αντιπάλου, προσπάθεια εξουδετέρωσης μηχανισμών ελέγχου κι ένας φιλόδοξος δημαγωγός, κάπως έτσι πεθαίνουν οι δημοκρατίες, απαντούν οι συγγραφείς

Το «How democracies die», όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου των Steven Levitsky και Daniel Ziblatt, δεν είναι ακόμα ένα κείμενο πολιτικής κριτικής με στόχο τον Ντόναλντ Τραμπ. Ο μισαλλόδοξος δημαγωγός που εδώ και δυο χρόνια έχει εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ αποτελεί μεν την αφορμή και το σημείο αναφοράς των δυο καθηγητών-συγγραφέων. Σε εννέα κεφάλαια με συνολικά 410 σελίδες και πλήθος σημειώσεων και βιβλιογραφικών παραπομπών οι Levitsky και Ziblatt αναλύουν το ερώτημα που θέτουν στον τίτλο του βιβλίου τους και στο τέλος δίνουν μια εξαιρετικά σαφή και τεκμηριωμένη απάντηση.

Αφού πρώτα περιγράψουν τα βασικά κοινά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τους αυταρχικούς ηγέτες και δείχνουν τις προθέσεις τους (όπως πχ αδιαφορία για τους κανόνες, απαξίωση των αντιπάλων τους, επίθεση για την εξουδετέρωση θεσμικών αντίβαρων κλπ) οι συγγραφείς χτίζουν την κεντρική θέση που διαπερνά το βιβλίο τους: Το κύριο συστατικό της δημοκρατίας βρίσκεται πέρα απο την αρχή του κράτους δικαίου και τη διάκριση των εξουσιών. Είναι η ανεκτικότητα προς τον αντίπαλο και η συνειδητή παραίτηση από τη χρήση μέσων και δυνατοτήτων που παρέχει η κάθε μια από τις εξουσίες. Είναι επίσης η διαμόρφωση άτυπων κανόνων συμπεριφοράς για την εφαρμογή των οποίων φροντίζουν κομβικοί θεσμοί της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, με κυριότερο από αυτούς, τα κόμματα.

Οι δημοκρατίες, οι σημερινές αστικές αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες, κινδυνεύουν άμεσα, λένε οι συγγραφείς, από μισαλλόδοξους δημαγωγούς όπως ο Τραμπ στις ΗΠΑ, ο Ερντογάν στην Τουρκία, ο Όρμπαν στην Ουγγαρία και ο Μαδούρο στη Βενεζουέλα. Αυτοί και άλλοι σαν αυτούς πετυχαίνουν σημαντικές εκλογικές νίκες εκμεταλλευόμενοι τη δυσαρέσκεια προς το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο εκείνων που είτε έχουν τεθεί στο περιθώριο της παραγωγής είτε νιώθουν ότι απειλείται η θέση τους απο τις ραγδαίες εθνολογικές, φυλετικές, δημογραφικές ή οικονομικές ανακατατάξεις που συνταράσσουν περιφέρειες, κράτη, κοινωνίες. Οι ηγέτες αυτοί χτίζουν το προφίλ τους μέσα σε ένα, ευνοϊκό για τους ίδιους αλλά καταστροφικό για τη δημοκρατία, περιβάλλον εντεινόμενης πόλωσης, υποσχόμενοι την καταστροφή του υφιστάμενου συστήματος και είτε την επιστροφή σε έναν παρελθόντα παράδεισο που όμως δεν υπήρξε ποτέ είτε το χτίσιμο ενός εφιαλτικού για όλους τους άλλους μέλλοντος.

Για τη διάσωση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας οι συγγραφείς προτείνουν ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο: Κατ αρχάς απορρίπτουν ως ολέθριο λάθος την έστω και εν μέρει ή σε ηπιότερη μορφή υιοθέτηση της ατζέντας ή των μεθόδων των μισαλλόδοξων δημαγωγών. Κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν προσφέρει λύσεις αλλά ουσιαστικά αποτελεί παράδοση της δημοκρατίας στον αυταρχισμό. Και παραθέτουν παραδείγματα από την πρόσφατη ευρωπαϊκή ιστορία. Οι Levitsky και Ziblatt, αντιθέτως, προτείνουν την οργάνωση πολιτών και φορέων σε πολιτικά και κοινωνικά δίκτυα πέρα από διαχωριστικές γραμμές, στη βάση κοινών σημείων σύγκλισης. Με τελικό στόχο τη δημιουργία ενός μετώπου πολιτικού πολιτισμού απέναντι στον αυταρχισμό της εξουσίας.

Ο νέος Χάρτης είναι δίχως χαρτί

Έργο κάποιου καλλιτέχνη που εκτίθεται στο Εθνικό Κέντρο Τέχνης στο Τόκιο – αυτά παθαίνεις άμα δεν κρατάς σημειώσεις όταν βγάζεις φωτογραφίες

Σιγά το περίεργο. Εδώ και χρόνια οι πιο διαδεδομένοι και εύχρηστοι χάρτες δεν τυπώνονται. Είναι ψηφιακοί, φορτώνονται στο κινητό και το περιεχόμενό τους ανανεώνεται σε πραγματικό χρόνο. Ο Χάρτης του τίτλου, όμως, γράφεται με κεφαλαίο και είναι το παλιό καλό λογοτεχνικό περιοδικό που κυκλοφορούσε στη δεκαετία του 1980. Ταξίδεψε κι αυτό τους αναγνώστες του αλλά αλλιώς: σε περίεργα κείμενα, καινούριους συγγραφείς, προκλητικές ιδέες, νέους και ωραίους συνδυασμούςλέξεων και φράσεων. Ώσπου σταμάτησε.

Σήμερα, στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, που παρακολουθώ αδιάκοπα από τότε που πρωτοεμφανίστηκε, διάβασα ότι ο Χάρτης ξανακυκλοφορεί, αυτή τη φορά ηλεκτρονικά. Και έχει μαζέψει πολλούς και καλούς γραφιάδες. Αρανίτσης, Δρακονταείδης, Μοδινός, Μπαμπασάκης, Μπουκάλας, Σερέφας, Σκαμπαρδώνης, Χουλιάρας είναι ανάμεσα στους μόνιμους συνεργάτες και Βαλαωρίτης, Βλαβιανός, Γιατρομανωλάκης, Ζατέλη, Κοντολέων, Σωτηροπούλου, μεταξύ άλλων, γράφουν στο τεύχος του Ιανουαρίου 2019. Όπως και παλιά, όμως, με τον Χάρτη, πιο πολύ περιμένω να διαβάσω κείμενα με υπογραφές που δεν αναγνωρίζω, για θέματα που αγνοώ, με ιδέες καινούριες και περίεργες. Καλώς ήρθες Χάρτη, έλλειψες.

«Σιμόν Μποκανέγκρα»: το Κόβεντ Γκάρντεν στο Φάληρο

Με σκηνικά, κοστούμια, φωτισμό, σκηνοθεσία απ το Λονδίνο και ερμηνευτές/ορχήστρα από την Ελλάδα, η Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσίασε χτες το βράδυ μια εντυπωσιακή παράσταση (δεν είναι πίνακας, είναι φωτό της aka)

Η όπερα δεν είναι το δυνατό σημείο αυτού του μπλογκ. Για την ακρίβεια δεν υπήρχε ούτε ως σκέψη, μέχρι πέρυσι, που είπαμε να κάνουμε μια δοκιμή. Να δούμε δηλαδή τις περισσότερες παραστάσεις που θα ανέβαζε η Εθνική Λυρική Σκηνή για να πάρουμε μια ιδέα. Είδαμε αρκετά έργα. Απ τα αδιάφορα ανάλαφρα σουξεδάκια όπως η Μποέμ και η Μανόν μέχρι τον κάπως πιο βαρύ Μάκβεθ και τον θαυμάσια πειραγμένο Μαγικό Αυλό. Κανένα δεν ήταν σαν το Σιμόν Μποκανέγκρα.

Το πρώτο πράγμα που εντυπωσιάζει στην παράσταση είναι τα σκηνικά. Αυτά, όπως και ο επίσης εντυπωσιακός φωτισμός, τα κοστούμια και η εν γένει σκηνοθεσία, τα δάνεισε στην Εθνική Λυρική Σκηνή η όπερα του Κόβεντ Γκάρντεν, στο Λονδίνο. Και έκαναν αμέσως τη διαφορά σε σχέση με άλλες παραστάσεις. Όπως είχε κάνει τη διαφορά στον Μαγικό Αυλό η απολαυστική παραγωγή της Κωμικής Όπερας του Βερολίνου.

Έπειτα είναι η υπόθεση. Σε αντίθεση με τις ανάλαφρες σαπουνόπερες του στυλ, κορίτσι αγαπάει αγόρι που αγαπάει άλλο κορίτσι που έχει όμως σατανικό μπαμπά και διαταραγμένες θείες κι έρχεται και ένας βασιλιάς και τα μπλέκει ακόμα περισσότερο, αυτή η παράσταση έχει ένα σενάριο με θέματα πολιτικά και προσωπικά, όπου γίνονται πράγματα που προχωρούν την υπόθεση και κρατούν το ενδιαφέρον.

Τέλος είναι η μουσική. Ακούστηκε διαφορετικά, ήταν διαφορετική, έδεσε καλύτερα με το θέαμα; Δεν ξέρω για ποιον λόγο αλλά μου άρεσε. Κι αυτό παρά το ότι, γενικά, η μουσική της όπερας μου φαίνεται παρωχημένη και αδιάφορη.

Αυτός είναι, άλλωστε, ένας από τους βασικούς λόγους που δε μου αρέσει η όπερα. Πέρα από το ταξικό στοιχείο, ότι δηλαδή την έχει οικειοποιηθεί μια ομάδα που θέλει να θεωρείται ελίτ και αποτελείται, κυρίως, από μισοσβησμένα τζάκια, πλαστικά χοντρά πορτοφόλια και ξινές μανταμσουσούδες. Δεν κατάλαβα ποτέ, δηλαδή, γιατί είναι καλό πράγμα η θρησκευτικού τύπου προσήλωση σε μια συντηρητική, πομπώδη αναπαραγωγή των θεμάτων και της μουσικής των μιούζικαλ του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, όταν υπάρχουν -και δημιουργούνται συνεχώς- πολύ καλύτερα και πιο φρέσκα μιούζικαλ, αν βέβαια σ’ αρέσει το είδος. Μοιάζει με αυτό που συνέβαινε παλιά στην Επίδαυρο όταν κάμποσοι Μινωτήδες, μαζί και ο ίδιος, προσπαθούσαν να παίξουν τον «αληθινό» Μινωτή. Τρέλλα.

Τι μ’ αρέσει στην όπερα (και στο μιούζικαλ): Το ότι είναι συγκεντρώνει και συνθέτει σχεδόν όλα τα στοιχεία των τεχνών του θεάματος και τα παρουσιάζει σε ένα εντυπωσιακό, δυναμικό σύνολο. Έχεις δηλαδή ζωντανή, πολυμελή ορχήστρα και χορωδία, τραγουδιστές, χορευτές και ηθοποιούς (συνήθως και τα τρία σε ένα), θέατρο μαζί και συναυλία, εντυπωσιακά σκηνικά, κοστούμια, φωτισμό, μεγάλα θέατρα, υπερπαραγωγές, με συντελεστές που συνήθως ξεχειλίζουν από ταλέντο. Ένα κανονικό υπερθέαμα. Ε, αυτό ακριβώς ήταν χτες το βράδυ η παράσταση του Σιμόν Μποκανέγκρα, ίσως η μόνη που έλεγα να μην τελειώσει.

Μέχρι τις 27 Ιανουαρίου έχει άλλες έξι παραστάσεις, μαζί με τη σημερινή. Έχει όμως ελάχιστα και, τα περισσότερα, ακριβά εισιτήρια (να πούμε όμως και ότι στο μπαρ έχει δημοκρατικές τιμές, καφές φίλτρου σε φλυτζάνι και νεράκι στα 2,5 ευρώ). Αν σας παίρνει δείτε τη. Θα χαρείτε χορταστικό θέαμα αλλά και την αντίδραση των ξινών που ρίχνουν ενοχλημένες ματιές στους «παρείσακτους» που ήρθαν να χαλάσουν τη λειτουργία.

«Make the economy scream», η Βενεζουέλα από κοντά και όχι από τα κανάλια

«Make the economy scream» ήταν η εντολή του Ρίτσαρντ Νίξον για την υπονόμευση και, τελικά, την ανατροπή του Σαλβαδόρ Αγιέντε, στη Χιλή. Το νέο φιλμ του Άρη Χατζηστεφάνου και της ομάδας του δείχνει πώς η ίδια πολιτική εφαρμόζεται σήμερα στη Βενεζουέλα.

Στην τελική ευθεία έχει μπει, πλέον, η παραγωγή του ντομικαντέρ «Make the economy scream» της ομάδας του Άρη Χατζηστεφάνου, με στόχο όλα να είναι έτοιμα για την πρώτη προβολή του, μέσα στον Μάρτιο. Το φιλμ παίρνει αφορμή από τις αναφορές στη Βενεζουέλα που κάνουν συχνά ορισμένοι συντηρητικοί πολιτικοί στην Ελλάδα και ερευνά ποια είναι η πραγματική κατάσταση της οικονομίας της λατινοαμερικανικής χώρας. Ο τίτλος προέρχεται από την εντολή του προέδρου των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Νίξον, προς τη CIA, το 1970, να κάνει ό,τι χρειάζεται για να υπονομεύσει την οικονομία της Χιλής ώστε να ανατραπεί ο πρόεδρος λατινοαμερικανικής χώρας, Σαλβαδόρ Αγιέντε. Η ανατροπή του δημοκρατικά εκλεγμένου σοσιαλιστή ηγέτη της Χιλής έγινε τελικά τρία χρόνια αργότερα από τον στρατηγό Πινοτσέτ, με τις ευλογίες των ΗΠΑ.

Η Βενεζουέλα, σήμερα, φαίνεται να αντέχει κάπως περισσότερο τις πιέσεις, παρ ότι η πολιτική ηγεσία της δεν αποφεύγει τα λάθη. Το ντοκιμαντέρ δείχνει ότι η οικονομική κατάσταση στη χώρα δεν είναι βέβαια όπως την παρουσιάζουν τα κανάλια, στις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Ελλάδα, έχει όμως προβλήματα. Αυτά οφείλονται, πρώτα, στις αμερικανικές κυρώσεις, μετά, στο οργανωμένο σαμποτάζ της οικονομίας από τους ολιγάρχες της χώρας που ελέγχουν τα δίκτυα παραγωγής και, τέλος, σε κακές επιλογές της κυβέρνησης Μαδούρο.

Σε αντίθεση με την συντριπτική πλειοψηφία όσων αναφέρονται στη Βενεζουέλα που απλώς κάτι τους είπαν ή κάτι διάβασαν για τη χώρα, ο Άρης Χατζηστεφάνου πήγε αρκετές φορές στο Καράκας και στο Σαν Κριστομπάλ, μίλησε με πολιτικούς, οικονομολόγους, μουσικούς, κόσμο στο δρόμο, είδε από κοντά την κατάσταση, τσέκαρε όσα του είπαν με άλλους οικονομολόγους στην Ελβετία, την Ολλανδία και αλλού, και κατέληξε σε συμπεράσματα. Σε αυτό το ντοκιμαντέρ κεντρική θέση έχουν τα στοιχεία, οι απόψεις και η κριτική. Η ταινία πέρα από χρήσιμη, όμως, είναι και απολαυστική. Πρωταγωνιστούν οι εντυπωσιακές εικόνες απ την καθημερινή ζωή στη Βενεζουέλα, ο ήχος απ τη μουσική της, και οι άνθρωποί της, γεμάτοι ζωντάνια, πολιτικά πάθη και διάθεση για ζωή.

Η ομάδα της παραγωγής χρηματοδοτείται μόνο από όσους θέλουν να την υποστηρίξουν οικονομικά. Κάντε το καλό ακολουθώντας τις οδηγίες στο σάιτ τους.